Posts Tagged ‘autumn’

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (Απόσπασμα)

V

Κάτσανε κάτου απ᾿ τις ελιὲς το απομεσήμερο
κοσκινίζοντας το σταχτὶ φως με τα χοντρά τους δάχτυλα
βγάλανε τις μπαλάσκες τους και λογαριάζαν πόσος μόχτος χώρεσε στο μονοπάτι της νύχτας
πόση πίκρα στον κόμπο της αγριομολόχας
πόσο κουράγιο μες στα μάτια του ξυπόλυτου παιδιού που κράταε τη σημαία.

Είχε απομείνει πάρωρα στον κάμπο το στερνὸ χελιδόνι
ζυγιαζόταν στον αέρα σα μία μαύρη λουρίδα στο μανίκι του φθινοπώρου.
Τίποτ᾿ άλλο δεν έμενε. Μονάχα κάπνιζαν ακόμα τα καμένα σπίτια.
Οι άλλοι μας άφησαν απὸ καιρὸ κάτου απ᾿ τις πέτρες
με το σκισμένο τους πουκάμισο και με τον όρκο τους γραμμένο στην πεσμένη πόρτα.
Δεν έκλαψε κανείς. Δεν είχαμε καιρό. Μόνο που η σιγαλιὰ μεγάλωνε πολὺ
κ᾿ είταν το φως συγυρισμένο κάτου στο γιαλὸ σαν το νοικοκυριὸ της σκοτωμένης.

Τί θα γίνουν τώρα όταν θα `ρθει η βροχὴ μες στο χώμα με τα σάπια πλατανόφυλλα
τί θα γίνουν όταν ο ήλιος στεγνώσει στο χράμι της συγνεφιάς σαν σπασμένος κοριὸς στο χωριάτικο κρεββάτι
όταν σταθεί στην καμινάδα του απόβραδου μπαλσαμωμένο το λελέκι του χιονιού;
Ρίχνουνε αλάτι οι γριὲς μανάδες στη φωτιά, ρίχνουνε χώμα στα μαλλιά τους
ξερρίζωσαν τ᾿ αμπέλια της Μονοβασιάς μη και γλυκάνει μαύρη ρώγα των εχτρών το στόμα,
βάλαν σ᾿ ένα σακκούλι των παππούδων τους τα κόκκαλα μαζὶ με τα μαχαιροπήρουνα
και ταριγυρνάνε έξω απ᾿ τα τείχη της πατρίδας τους ψάχνοντας τόπο να ριζώσουνε στη νύχτα.

Θάναι δύσκολο τώρα να βρούμε μία γλώσσα πιο της κερασιάς, λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη –
τα χέρια εκείνα που απομείναν στα χωράφια ή απάνου στα βουνὰ ή κάτου απ᾿ τη θάλασσα, δεν ξεχνάνε –
θάναι δύσκολο να ξεχάσουμε τα χέρια τους
θάναι δύσκολο τα χέρια πούβγαλαν κάλους στη σκανδάλη να ρωτήσουν μία μαργαρίτα
να πουν ευχαριστώ πάνου στο γόνατο τους, πάνου στο βιβλίο ή μες στο μπούστο της αστροφεγγιάς.
Θα χρειαστεί καιρός. Και πρέπει να μιλήσουμε. Ώσπου να βρουν το ψωμὶ και το δίκιο τους.

Δυο κουπιὰ καρφωμένα στον άμμο τα χαράματα με τη φουρτούνα. Πούναι η βάρκα;
Ένα αλέτρι μπηγμένο στο χώμα, κι ο αγέρας να φυσάει. Καμένο το χώμα. Πούναι ο ζευγολάτης;
Στάχτη η ελιά, τ᾿ αμπέλι και το σπίτι.
Βραδιὰ σπαγγοραμμένη με τ᾿ αστέρια της μες στο τσουράπι.
Δάφνη ξερὴ και ρίγανη στο μεσοντούλαπο του τοίχου. Δεν τ᾿ άγγιξε η φωτιά.
Καπνισμένο τσουκάλι στο τζάκι – και να κοχλάζει μόνο το νερὸ στο κλειδωμένο σπίτι. Δεν πρόφτασαν να φάνε.

Απάνω στο καμένο τους πορτόφυλλο οι φλέβες του δάσους – τρέχει το αίμα μες στις φλέβες.
Και να το βήμα γνώριμο. Ποιὸς είναι;
Γνώριμο βήμα με τις πρόκες στον ανήφορο.

Το σύρσιμο της ρίζας μες στην πέτρα. Κάποιος έρχεται.
Το σύνθημα, το παρασύνθημα. Αδελφός. Καλησπέρα.
Θα βρει λοιπὸν το φως τα δέντρα του, θα βρει μία μέρα και το δέντρο τον καρπό του.
Του σκοτωμένου το παγούρι έχει νερὸ και φως ακόμα.
Καλησπέρα, αδερφέ μου. Το ξέρεις. Καλησπέρα.

Στην ξύλινη παράγκα της πουλάει μπαχαρικὰ και ντεμισέδες η γριὰ δύση.
Κανεὶς δεν αγοράζει. Τράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πια να χαμηλώσουν.
Δύσκολο και να πουν το μπόι τους.

Μέσα στ᾿ αλώνι όπου δειπνήσαν μία νυχτιὰ τα παλληκάρια
μένουνε τα λιοκούκουτσα και το αίμα το ξερό του φεγγαριού
κι ο δεκαπεντασύλλαβος απ᾿ τ᾿ άρματα τους.
Την άλλη μέρα τα σπουργίτια φάγανε τα ψίχουλα της κουραμάνας τους,
τα παιδιὰ φτιάξανε παιχνίδια με τα σπίρτα τους που ανάψαν τα τσιγάρα τους και τ᾿ αγκάθια τῶν άστρων.

Κ᾿ η πέτρα όπου καθήσαν κάτου απ᾿ τις ελιὲς το απομεσήμερο αντικρὺ στη θάλασσα
αύριο θα γίνει ασβέστης στο καμίνι
μεθαύριο θ᾿ ασβεστώσουμε τα σπίτια μας και το πεζούλι της Αγιὰ-Σωτήρας
αντιμεθαύριο θα φυτέψουμε το σπόρο εκεί που αποκοιμήθηκαν
κ᾿ ένα μπουμπούκι της ροδιάς θα σκάσει πρώτο γέλιο του μωρού στον κόρφο της λιακάδας.
Κ᾿ ύστερα πια θα κάτσουμε στην πέτρα να διαβάσουμε όλη την καρδιά τους
σα να διαβάζουμε πρώτη φορὰ την ιστορία του κόσμου.

 

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

V

 

They sat under the olive trees in early afternoon sieving the gray light with their big fingers

they took off their cartridge belts and measured the anguish fitting the path of night

how much bitterness fits in the wild mallow’s knot

how much courage in the eyes of a shoeless child holding up the flag

 

Past its time the last swallow remained in the plains weighed himself in midair like a black band

on the sleeve of autumn

Nothing else remained; only the burnt up houses smoldering.

The others who left us some time ago lay under the rocks

with their ripped shirts and their oaths written on the fallen door

No one cried – we had no time; only silence became deeper

and the light gathered down the shore like the

orderly house of the dead woman.

 

What will become of them when the rain comes amid the rotten plane leaves in the soil?

What will happen to them when the sun dries up in a blanket of cloud

like a crushed bug in a villager’s bed?

when the snow stork stands embalmed on the chimney of last night?

Old mothers scatter salt in the fire they scatter soil over their hair

they have uprooted the grapevines of Monemvasia so that not a black grape

will ever sweeten the enemy’s mouth

they placed in a sack the grandfather’s bones along with their knives and forks

and they go around outside the walls of their country looking

where to grow roots in the night.

 

It’ll be hard to find a tongue less powerful less stony than the cherry tree’s –

those hands that were left in the fields or up on the mountains or down under the sea

do not forget they never forget –

it’ll be difficult for us to forget their hands

it’ll be hard for the hands that grew calluses on the trigger to ask a daisy

to say thank you on their knees or on the book or in the bosom of the starlight

it will take time and we need to speak up until they find their bread and their rights.

 

Two oars rooted down in the sand at dawn in rough seas. Where’s the boat?

A plow embedded in the soil and the wind blowing

burnt up earth Where is the plowman?

Ashes the olive tree the grapevine and the house

Night stitched on with her stars inside the sock

Dried laurel leaves and oregano in the middle-self on the wall Fire couldn’t reach it

smoked up cooking pot in the fire – and the water boils by itself in the locked up house.

They had no time to eat

 

The forest’s veins on their burnt door leaf – blood flows in the veins

And here is the familiar footstep. Who’s he?

Familiar footsteps going uphill the nails of their soles.

 

Crawl of root in the rock. Someone’s coming

The password the response a brother, good evening

So then light will find its trees the tree will find its fruit

the flask of the killed still has water and light

Good evening my brother Good evening.

 

The old Lady West sells herbs and embroidery in her wooden shack

no one buys them. They’ve reached up high.

It’s difficult for them to come down anymore.

It’s difficult for them to fit in their own height.

 

On the threshing floor where the braves ate one night

the olive pits and the dry blood of the moon remain

and their fifteen-syllabic armory

the cypresses and laurels remain all around

Next day sparrows ate the crumbs of their army bread

children made toys out of the matches

that lit their cigarettes and the stars’ thorns

 

And the rock where they sat under olive trees in the afternoon opposite the sea

it will become whitewash in the kiln tomorrow

day after we’ll paint our houses and the bench of Saint Savior

the day after that we’ll plant the seed where they fell asleep

and a pomegranate bud will flash its first baby smile on the breast of sunshine

After that we’ll sit on the soil to read all their hearts

as if we read from the world history for the first time.

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

 

Advertisements

autumn leaves cover

ΡΟΥΤΙΝΑ

 

Είπες συχνά πως έπρεπε

ν’ αλλάξουμε συνήθειες

είπες θ `ταν καλό

καινούρια αρχή να κάναμε

 

νέο σκοπό ο κόσμος

πως χρειαζόταν

από της φύσης τα στοιχεία

βοήθεια να λάβει

κι από φίλους κι άσπονδους εχθρούς

 

μα πάντα καθισμένος

σε πολυθρόνα έμενες

και υποστήριζες πεποίθησή σου

κρατώντας πάντοτες σφιχτά

της πολυθρόνας το χειρομοχλό

 

 

ROUTINE

 

Often you said, we need

to change our habits

a new beginning to commence

new purpose our life needed

 

help from its elements

from foes and friends

and all along

 

you stayed sat

in lush recliner and

always you upheld

your beliefs while

tightly in hand

you held

the recliner’s lever

 

AUTUMN LEAVES, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2014

www.ekstasiseditions.com

www.manolisaligizakis.com

 

pablo-neruda-vinilo-20-poemas-de-amor-y-1-cancion-desesper_mlc-f-2989414531_082012

Pablo Neruda
Born Ricardo Eliecer Neftalí Reyes Basoalto in the town of Parral in southern Chile on July 12, 1904, Pablo Neruda led a life charged with poetic and political activity. In 1923 he sold all of his possessions to finance the publication of his first book, Crepusculario (“Twilight”). He published the volume under the pseudonym “Pablo Neruda” to avoid conflict with his family, who disapproved of his occupation. The following year, he found a publisher for Veinte poemas de amor y una cancion desesperada (“Twenty Love Poems and a Song of Despair”). The book made a celebrity of Neruda, who gave up his studies at the age of twenty to devote himself to his craft.
In 1927, Neruda began his long career as a diplomat in the Latin American tradition of honoring poets with diplomatic assignments. After serving as honorary consul in Burma, Neruda was named Chilean consul in Buenos Aires, Argentina, in 1933. While there, he began a friendship with the visiting Spanish poet Federico García Lorca. After transferring to Madrid later that year, Neruda also met Spanish writer Manuel Altolaguirre. Together the two men founded a literary review called Caballo verde para la poesîa in 1935. The outbreak of the Spanish Civil War in 1936 interrupted Neruda’s poetic and political development. He chronicled the horrendous years which included the execution of García Lorca in Espana en el corazon (1937), published from the war front. Neruda’s outspoken sympathy for the loyalist cause during the Spanish Civil War led to his recall from Madrid in 1937. He then moved to Paris and helped settle Spanish republican refugees in Chile.
Neruda returned to Chile in 1938 where he renewed his political activity and wrote prolifically. Named Chilean Consul to Mexico in 1939, Neruda left Chile again for four years. Upon returning to Chile in 1943, he was elected to the Senate and joined the Communist Party. When the Chilean government moved to the right, they declared communism illegal and expelled Neruda from the Senate. He went into hiding. During those years he wrote and published Canto general (1950).
In 1952 the government withdrew the order to arrest leftist writers and political figures, and Neruda returned to Chile and married Matilde Urrutia, his third wife (his first two marriages, to Maria Antonieta Haagenar Vogelzang and Delia del Carril, both ended in divorce). For the next twenty-one years, he continued a career that integrated private and public concerns and became known as the people’s poet. During this time, Neruda received numerous prestigious awards, including the International Peace Prize in 1950, the Lenin Peace Prize and the Stalin Peace Prize in 1953, and the Nobel Prize for Literature in 1971.
Diagnosed with cancer while serving a two-year term as ambassador to France, Neruda resigned his position, ending his diplomatic career. On September 23, 1973, just twelve days after the defeat of Chile’s democratic regime, the man widely regarded as the greatest Latin American poet since Darío died in Santiago, Chile.
THE HEIGHTS OF MACCHU PICCHU — A CRITIQUE

machu_2653358b

Around the middle of his poetic life Neruda published the book “The Heights of Macchou Picchou” after he travelled to the site in the fall of 1943. The book was written two years later and consists of a realization and response to his personal experience. His translator, Nathaniel Tarn, quite eloquently writes about Neruda’s trip to the site: “When Neruda does reach Macchou Picchou, its heights turn out to be the place from which all else makes sense, including the poet’s continent and by extension the life of the poet past and present.”
The book consists of only twelve poems and the name of the site appears in the sixth poem while the first five refer to the poet’s life in search for meaning and scope, in search for a focus. From the 6th poem on Neruda tries to grasp the meaning of his emotional response to what he saw and felt when he visited this beautiful city in the sky.
Everything Neruda has written up to this point starts making sense and the first five poems are almost a survey of the different moods, settings, environments, which are weaved into the complex fabric of this short book.
When Neruda stands on top of the world in Macchou Picchou the natural and human elements became of most importance to him as he sees down below the masses going about their everyday affairs ignorant of the greatness that exists up there. Neruda comes to bring all this greatness to the level of the populace down below the heights of Macchu Picchu sometimes with simple words and at other times with the symbolism he uses to clarify and underscore that everything is meaningful and important in this world including his own pilgrimage there.
The elements of earth, sky, air, the fecund cycle of the four seasons and the natural renewal, the sexual love, the irresistible Death the humiliating daily affairs of the people, the humdrum life, as he calls it are the subjects of the first five poems of the book; the battle of the transience of human life against the undefeated time (Chronos) are images profoundly disturbing to him. He searches for an answer a way out of this transient existence which he finally discovers it in Macchou Picchou.

 

From air to air, like an empty net,
dredging through streets and ambient atmosphere, I came
lavish, at autumn’s coronation, with the leaves’
proffer of currency and — between spring and wheat ears —
that which a boundless love, caught in a gauntlet fall,
grants us like a long-fingered moon.

 

The first poem starts with the image of the empty net dredging through streets but getting nothing important while the pneuma oversees the chaos: logos over the void and the poet calls upon the unwritten word to the rescue. In the second poem we deal with the contrast between the natural renewal and man who grinds things down to the level of his impoverished self: everything in nature defines its purpose by its deed albeit man who crumples the petal of light

 

Flower to flower delivers us its seed
and rock maintains its blossom broadcast
in a bruised garment of diamond and sand
yet man crumples the petal of the light he skins
from the predetermined sources of the sea
and drills the pulsing metal in his hands.
In the third poem we read

 

Being like maize grains fell
in the inexhaustible store of lost deeds, shoddy
occurrences, from nine to five, to six,
and not one death but many came to each
each day a little death: dust, maggot, lamp…

 

Images and works that go around the modern way of life, man walking as if in a maze accomplishing nothing of value: the indifferent reality of everyday chores consuming his soul and leaving nothing of value behind while the fourth poem turns its direction into the poet and his love for the people but he realizes he can’t help them as long as they still work for their “daily death”; even the poet is unable to help man unless he finds a purpose in heights and vast structures of wind and snowdrift

 

Irresistible death invited me many times:
it was like salt oculted in the waves
and what its invisible fragrance suggested
was fragments of wrecks and heights
or vast structures of wind and snowdrift

 

The fifth poem defines this kind of death with surrealistic images leaving a final vision of modern life with nothing in its wounds “save wind in gusts” to chill one’s “cold interstices of soul” and this is the lowest level of the sequence.

 

It was not you, grave death, raptor of iron plumage
that the drab tenant of such lodgings carried
mixed with its gobbled rations under hollow skin —
rather: a trodden tendril of old rope,
the atom of courage that gave way
or some harsh dew never distilled to sweat.

 

From the beginning of the 6th poem the book begins to rise as Neruda climbs upward in space toward the Macchou Picchou where he declares: Here “two lineages that had run parallel” meet and fuse. The line behind small men and petty deaths and the line of permanence behind the recurring fertility of nature have been produced into the past, as it were, until they paradoxically met at one still point which “was the habitation … is the site” resembling the “still point of the turning world” where “past and future are gathered” Macchou Picchou is that point.

 

Then up the ladder of the earth I climbed
through the barbed jungle’s thickets
until I reached you Macchu Picchu

 

What is most intriguing is that Neruda, after he visits the site, he sees the world from the perspective of the collective. The numerous people who worked to build this city on top of the mountain, he sees them in their huge number, most likely slave labor, most world famous sites were built by slave labor, and he assimilates with them and he tries to represent them, to help them, short of speak, he tries to find a justification for their struggle … and the answer to this is Neruda’s effort to pass them into immortality by writing and telling the world about them and by presenting their great achievement to the world looked through the poet’s lens.

 

Tall city of stepped stone,
home at long last of whatever earth
had never hidden in her sleeping clothes

 

From the sixth poem and on the site and the people who fought to have it built is Neruda’s focus. In them he sees the multitude of Chilean people and in general the multitudes of South American people taken advantage by the multinationals with the influence of their power based on the material world and he tries to stand by these citadel builders with the only tools he has at his disposal: his pen and his marvelous creative power: His Poetry.

 

In you two lineages that had run parallel
met where the cradle both of man and light
rocked in a wind of thorns.

Mother of stone and sperm of condors.

 

However Neruda’s journey doesn’t end at this point. The journey backward in time and upward in space was an exploration in which the poet learned-more by means of feeling than by means of thought-to see new facets of the truth, both about himself and about the nature of human life. There isn’t only death in this city. “There is life in the stone after so many lives” and this discovery goes onto to the next two poems.

 

You dead of a common abyss, shades of one ravine —
the deepest — as if to match
the compass of your magnitude,
this is how it came, the true, the most consuming death:
from perforated rocks,
from crimson cornices,
and cataracting aqueducts
you plummeted like an autumn
into a single death.

 

He says in the seventh poem which is the hymn to what remains when everything else vanishes through time, what endures time opposite what withers. A hymn that extols these men who constructed this citadel working under the harshest conditions only to defeat Hades with their extraordinary accomplishment of the everlasting rose, the chalice raised by their hands

inca_trail_pp1

Poem VIII is but an invocation of surging nature and the pre-Colombian man fused into the warm instinctive love which is summoned from the past in order to transfuse the present and embrace the future: Images of time before the Europeans civilizers and he calls American love
to kiss these stones with him

 

Come up with me, American love.

Kiss these secret stones with me.
The torrential silver of the Urubamba
makes the pollen fly to its golden cup
The hollow of the bindweed’s maze
the petrified plant, the inflexible garland,
soar above the silence of these mountain coffers.

 

in poem IX he writes

 

Interstellar eagle, vine-in-a-mist.
Forsaken bastion, blind scimitar.
Orion belt, ceremonial bread.
Torrential stairway, immeasurable eyelid.
Triangular tunic, pollen of stone.
Granite lamp, bread of stone.
Mineral snake, rose of stone

 

which is a solemn and incantatory chant made up of units based on interlocking metaphors with the phrase ‘de piedra’ meaning ‘the stone’ recurring as if in a litany: what else can it be when stones are put atop stones to create this chalice in space and time; a chalice leading to the final lines and back to the multitude who built the citadel and the one-way thrust of man-slaying time. and in the tenth poem Neruda questions where man was when this great citadel was built. Was he a free man or was he a slave? Most likely they were all slaves, and Neruda wonders…if built by slaves in what condition did they live? His endless concern with human condition is adamant in this poem.

 

Stone within stone, and man, where was he?
Air within air, and man, where was he?
Time within time, and man, where was he?
were you also the shattered fragment
of indecision, of hollow eagle
which, through the streets of today, in the old tracks,
through the leaves of accumulated autumns
goes pounding at the soul into the tomb?

 

Poem XI deals with the ‘old and unremembered human heart’ until it strikes the ‘hypotenuce of hair-shirt and salt blood’ implied by each right angle of the ruins. Here he names all the workers ‘his brothers’ he assimilates with them, he becomes them, this is his way of fusing himself into their struggles to build the famous citadel. Neruda builds this citadel along with his compatriots, his comrades, he becomes their sweat and blood. He becomes THEM.

 

Through a confusion of splendor
through a night made of stone let me plunge my hand
and move to beat in me a bird held for a thousand years,
the old and unremembered human heart!
Today let me forget this happiness, wider than all the sea
because man is wider than all the sea and her necklace of islands
and we must fall into him as down a well to clamber back with
branches of secret water, recondite truths.

 

In poem XII Neruda finally reaches what matters to him: he compares and sees the similarities between the lives of these people and his own life, he feels that he identities with these men; he knows them as his own people; he wants to become them by telling their story to the world. He’s of the same blood; he’s a man in their likeness; he’s a human being like them and nothing more.

 

Arise to birth with me, my brother.
Give me your hand out of the depths
sown by your sorrows.
You will not return from these stone fastnesses.
You will not emerge from subterranean time.
Your rasping voice will not come back
nor your pierced eyes rise from their sockets.

 

And he includes them in his poems, in his voice, in his creative work, I come to speak for your dead mouths and he concludes with

 

Come quickly to my veins and to my mouth.
Speak through my speech, and through my blood.

 

pablo neruda
ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΔΑ

Ο Πάμπλο Νερούδα, φιλολογικό ψευδώνυμο του Νεφταλί Ρικάρδο Ρέγιες Μπασοάλτο (12 Ιουλίου 1904-23 Σεπτεμβρίου 1973) ήταν Χιλιανός συγγραφέας και ποιητής. Θεωρείται ο σημαντικότερος ποιητής του 20ού αιώνα στη Λατινική Αμερική[1]. Του απονεμήθηκε το 1971 το Νόμπελ Λογοτεχνίας, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις λόγω της πολιτικής του δραστηριότητας. Εξέδωσε ποιητικές συλλογές ποικίλου ύφους, όπως ερωτικά ποιήματα, έργα που διέπονται από τις αρχές του σουρεαλισμού, ακόμα και κάποια που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πολιτικό μανιφέστο. Τον Απρίλιο του 2013, ακριβώς 40 χρόνια μετά το θάνατό του, άρχισε η εκταφή του πτώματός του, με σκοπό να διακριβωθεί αν ο Νερούδα είχε πέσει θύμα δολοφονικής επίθεσης (δηλητηρίαση) από πράκτορες του δικτατορικού καθεστώτος.
Γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου του 1904, στην πόλη Παράλ της Χιλής. Η μητέρα του πέθανε από φυματίωση ένα μήνα μετά τη γέννησή του κι έτσι ο πατέρας του, Χοσέ, σιδηροδρομικός υπάλληλος, μετακόμισε στην πόλη Τεμούκο, όπου ξαναπαντρεύτηκε.
Ξεκίνησε να γράφει ποίηση σε ηλικία 10 ετών, αλλά ο πατέρας του τον αποθάρρυνε κι έτσι άρχισε να υπογράφει τα έργα του το 1946 με το ψευδώνυμο Πάμπλο Νερούντα, υιοθετώντας το επώνυμο του γνωστού Τσέχου συγγραφέα και ποιητή Γιαν Νερούντα. Το μικρό του όνομα εικάζεται ότι το πήρε από το Γάλλο ποιητή Πωλ Βερλαίν.
Το 1921 μετακόμισε στην πρωτεύουσα, Σαντιάγο, για να σπουδάσει Γαλλική Φιλολογία. Κατά το διάστημα των σπουδών του, εξέδωσε δυο ποιητικές συλλογές: Crepusculario (1923) και Veinte poemas de amor y una cancion desesperada (Είκοσι ερωτικά ποιήματα και ένα απελπισμένο άσμα, 1924), συλλογή για την οποία έγινε περισσότερο γνωστός. Διαπιστώνοντας ότι τα έσοδά του από τα εκδιδόμενα έργα του δεν του αρκούσαν, αποφάσισε να μπει στο Διπλωματικό Σώμα, κάνοντας έτσι πολυάριθμα ταξίδια ανά τον κόσμο από το 1927 ως το 1935, ως πρόξενος στη Βιρμανία, στην Κεϋλάνη, στην Ιάβα, στη Σιγκαπούρη, στο Μπουένος Άιρες, στη Βαρκελώνη και τη Μαδρίτη.
Στην Ιάβα γνώρισε και παντρεύτηκε την Ολλανδέζα Μαρύκα Αντονιέτα Χάγκενααρ Βόγκελζανγκ, με την οποία χώρισε μετά από έξι χρόνια, κατά τη θητεία του στην Ισπανία. Εκεί, ερωτική του σύντροφος και μετέπειτα δεύτερη σύζυγός του υπήρξε επί δεκαέξι χρόνια η Αργεντίνα Δέλια ντελ Καρρίλ, είκοσι χρόνια μεγαλύτερή του.
Η εμπειρία του από τις άθλιες συνθήκες επιβίωσης των ανθρώπων στην Ασία, τα καταπιεστικά καθεστώτα και η φιλία του με το Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα τον οδήγησαν ακόμη πιο κοντά στον κομμουνισμό. Τα έργα του άρχισαν να γίνονται πιο πολιτικοποιημένα, με αποκορύφωμα το Κάντο Χενεράλ, το οποίο έχει μελοποιηθεί από το συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη. Όταν ο Πρόεδρος Γκονσάλες Βιδέλα απαγόρευσε τον κομουνισμό στη Χιλή, βγήκε ένταλμα σύλληψης εις βάρος του. Για τέσσερις μήνες κρυβόταν στο υπόγειο κατοικίας στην πόλη Βαλπαραΐσο, αλλά κατάφερε να διαφύγει στην Αργεντινή και από εκεί στην Ευρώπη, όπου έζησε εξόριστος από το 1948 ως το 1952. Ανάμεσα στα μέρη που έζησε ήταν και το νησί Κάπρι της νότιας Ιταλίας, γεγονός από το οποίο είναι εμπνευσμένη η ταινία «Ο ταχυδρόμος»[3].
Κατά την εξορία του, γνώρισε και ανέπτυξε ερωτική σχέση με τη Χιλιανή τραγουδίστρια Ματίλντε Ουρρούτια, η οποία αποτέλεσε τη “μούσα” του για τα έργα του. Μετά το τέλος της δικτατορίας επέστρεψε στη Χιλή, αφού είχε γίνει πλέον διάσημος παγκοσμίως από τα ποιήματά του. Μετά το δεύτερο διαζύγιό του, παντρεύτηκε τελικά με την Ουρρούτια το 1966.
Το 1971, του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το οποίο παρέλαβε όντας άρρωστος από καρκίνο. Βοήθησε το Σαλβαδόρ Αγιέντε στην προεκλογική του εκστρατεία, αλλά πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου 1973, λίγο μετά τη δολοφονία του Αγιέντε από τους πραξικοπηματίες του Πινοσέτ. Ο Πινοσέτ απαγόρευσε να γίνει δημόσιο γεγονός η κηδεία του Νερούντα, ωστόσο το πλήθος αψήφησε τη φρουρά και κατέκλυσε τους δρόμους, μετατρέποντας την κηδεία στην πρώτη δημόσια διαμαρτυρία ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία της Χιλής. Το στρατιωτικό καθεστώς μέχρι το 1990 είχε απαγορεύσει τα έργα του ποιητή.

winawayna

“ΤΑ ΥΨΗ ΤΟΥ ΜΑΤΣΟΥ ΠΙΤΣΟΥ” — ΑΝΑΛΥΣΗ

Γύρω στη μέση της ποιητικής του δημιουργίας ο Πάμπλο Νερούδα έκδοσε τη συλλογή “Tα Ύψη του Μάτσου Πίτσου” χώρος που είχε επισκευθεί δύο χρόνια πριν το φθινόπωρο του 1943. Το μικρό αυτό βιβλίο αποτελείται από μόνο δώδεκα ποιήματα και είναι η αντίδρασή του για την εμπειρία που βίωσε στην κορφή του παλατιού των Ίνκας. Όταν ο Νερούδα έφτασε στο Μάτσου Πίτσου, διαπίστωσε ότι χώρος πήρε τη μορφή από την οποία όλα τα υπόλοιπα στη ζωή του απόκτησαν νόημα συμπεριλαμβανομένης όλης της ηπείρου απ’ όπου κατάγεται ο ποιητής και κατ’ επέκταση η ζωή του που πέρασε αυτή που ζεί τώρα αλλά και η μελλοντική.

Το όνομα του χώρου παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο έκτο ποίημα. Τα πέντα πρώτα αναφέρονται στη ζωή του ποιητή όταν έψαχνε για κάποιο νόημα στη ζωή του και κάτι στο οποίο να εστιαστεί. Απ’ το έκτο ποίημα και μετά ο Νερούδα προσπαθεί να πιάσει το νόημα της συναισθηματικής του αντίδρασης στο τί αντίκρυσε και στο τί ένιωσε όταν επισκεύτηκε την ουράνια πόλη.

Ό,τι έχει γράψει ως τώρα ξαφνικά παίρνει νόημα και όσα παλαιώτερα του φαίνονταν αταίριαστα τώρα, μετά την επίσκεψή του στο Μάτσου Πίτσου, όλα αποκτούν σημασία και έχουν κάποια αδιάσπαστη σχέση με όλη του τη ζωή έως τώρα ακόμα και με τα μέλλοντά του χρόνια. Τα πρώτα πέντε ποιήματα αποτελούν μια γενική επισκόπηση της διάθεσης του ποιητή, του περιβάλοντος μέσα στο οποίο ζει, την ένταξή τους στο χώρο με εικόνες που υφαίνονται σ’ ένα περίπλοκο υφάδι του μικρού αυτού σε έκταση βιβλίου.

Κι ο λόγος είναι γιατί όταν στέκεται πάνω στην κορφή του κόσμου στο Μάτσου Πίτσου όχι μόνο τα στοιχεία της φύσης αλλά και ο άνθρωπος αποκτούν μια υπέρτατη σπουδαιότητα καθώς ατενίζει προς τα κάτω τις μάζες να πηγαινοέρχονται για τα καθημερινά τους κι αγνοούν τη μεγαλοσύνη που υπάρχει εκεί πάνω. Ο Νερούδα αποφασίζει να κάνει αυτή τη μεγαλοσύνη γνωστή στους ανθρώπους απανταχού της γης μερικές φορές με απλές λέξεις και άλλες πάλι φορές με τα σύμβολα που χρησιμοποιεί να διαλευκάνει και να υπογραμμίσει ότι το κάθε τί έχει τη σημασία του και το νόημά του στον κόσμο συμπεριλαμβανομένου και του ταξιδιού του εκεί στο Μάτσου Πίτσου.

Τα στοιχεία γη, ουρανός, αγέρας, οι παραγωγικοί κύκλοι των τεσσάρων εποχών του χρόνου
και η φυσική αναγέννηση, ο ερωτισμός, ο αναπόφευκτος θάνατος, η ρουτίνα του ανθρώπου κι ο εξευτελισμός του, η μονοτονία της καθημερνότητας, όπως την ονομάζει είναι υποκείμενα των πέντε πρώτων ποιημάτων του βιβλίου αυτού. Η μάχη εναντίον της πεπερασμένης ζωής του ανθρώπου σε αντίθεση με τον αέναο, ανίκητο θάνατο είναι εικόνες που τον ταράζουν σε υψηλό βαθμό. Γι’ αυτό αναζητεί κάποια απάντηση για ένα δρόμο έξω απ’ αυτή την πρόσκαιρη ζωή κι αυτό το δρόμο ξάφνου ανακαλύπτει στο Μάτσου Πίτσου.

Tο πρώτο ποίημα ξεκινά με την εικόνα ενός άδειου δυχτιού που ο ποιητής σέρνει μέσα στους δρόμους αλλά δεν πιάνει τίποτα αξιόλογο καθώς το πνεύμα επισκοπεί το χάος: εν αρχεί ο λόγος πάνω απ’ το κενό κι ο ποιητής επικαλείται τον άγραφτο λόγο να έρθει σαν σωτήρας.

 

Από αγέρα στον αγέρα σαν άδειο δίχτυ
παρασυρόμενο σε δρόμους και στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ήρθα
αφειδής στην κορφή του φθινοπώρου, με των φύλλων
το προσφερμένο νόμισμα και — ανάμεσα σε άνοιξη και καλοκαίρι —
αυτό που ασυνόρευτη η αγάπη γράπωσε πρόκληση σε μονομαχία
μας χαρίζεται σαν μακρυδάχτυλο φεγγάρι

 

Το δεύτερο ποίημα διαβάζουμε…

 

Το κάθε άνθος μας χαρίζει το σπόρο του
κι η πέτρα διαφημίζει το μπουμπούκι της
σαν λερωμένο φόρεμα διαμαντιού και άμμου
κι ο άνθρωπος στραπατσάρει το άνθος του φωτός
το ξεχωρίζει απ’ την μοιραία πηγή της θάλασσας
και τρυπά το παλμώδες μέταλλο στα χέρια του

Αναφορά στην αντίθεση ανάμεσα στην αναγέννηση της φύσης και στον άνθρωπο που αλέθει το κάθε τί και το φέρνει στο δικό του εξαθλιωμένο επίπεδο: τα πάντα στη φύση έχουν ένα ολοκάθαρο σκοπό-προορισμό εκτός απ’ τον άνθρωπο πού στραπατσάρει το άνθος του φωτός ενώ το τρίτο ποίημα ασχολείται με το σύγχρονο τρόπο ζωής που ο άνθρωπος βαδίζει σαν σε κύκλο, σαν σε λαβύρινθο και φέρει σε πέρας τίποτα το αξιόλογο: Η αδιάφορη πραγματικότητα του καθημερνού εκεί που σπαταλά την ψυχή του δίχως ν’ αφήνει πίσω του τίποτα χρήσιμο.

 

Σαν να `ναι σε λαβύρινθο το στάρι πέφτει
στο ατελεύτητο δοχείο άδοξων κατορθωμάτων, σκάρτες
εμπειρίες απ’ τις εννιά στις πέντε, στις έξι
και να πεθαίνουν όχι μόνο μια φορά αλλά πολλές
κάθε μέρα κι ένας μικρός θάνατος: σκόνη, λάμπα, κρεστόμυγες…

 

Το τέταρτο ποίημα στρέφει την προσοχή του προς τον ποιητή και στην αγάπη του για τους ανθρώπους αλλά καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να τους βοηθήσει όσο αυτοί συνεχίζουν να ζουν τον καθημερνό τους θάνατο που κι ο ποιητής ακόμα είναι ανίσχυρος να τον βοηθήσει σε γενικές γραμμές εκτός κι αν βρει το σκοπό του στα ύψη και στα ατέλειωτα δημιουργήματα του αγέρα και της χιονοστιβάδας.

 

Πολλές φορές με προκάλεσε ο ακατανίκητος θάνατος
σαν το αλάτι που αποκρύφεται στα κύματα
και το τί υποσχέθηκε η αόρατή του ευωδία
ήταν κομματάκια ύψους και ναυαγίων
μεγαλοπρεπείς κατασκευές και χιονοστιβάδες

 

Στο ακόλουθο ποίημα παρατηρούμε τον ποιητή να καθορίζει το είδος του θανάτου με σουρρεαλιστικές εικόνες που δεν αφήνουν τίποτα σαν τελικό όραμα της σύγχρονης ζωής παρά τις πληγές από ριπές αγέρα που παγώνουν τα κρύα διάκενα της ψυχής του καθενός κι αυτό είναι το χαμηλώτερο σημείο του βιβλίου

 

Δεν ήσουν εσύ, κατηφή θάνατε, αρπακτικό πουλί με σιδερένια φτερά
που σαν μοναδικός νοικάρης τέτοιου οίκου μετέφερες
ανακατεμένες με το κλώσιμό σου μερίδες υπό το κενό σου δέρμα —
μάλλον: βηματιστό ακροβλαστάρι παλιού σχοινιού
άτομο θάρρους που υποχώρησε
ή κάποιο βασανιστική δροσιά που ποτέ δεν γίνηκε ιδρώτας

 

Απ’ την αρχή του έκτου ποιήματος το όλο βιβλίο αρχίζει να ανυψώνεται καθώς ο Νερούδα ανέρχεται προς το ναό απ’ όπου κι ανακοινώνει: δύο γεννιές που έχουν ταξιδέψει σε παράλληλα μονοπάτια συναντώνται κι αφομοιώνονται. Το ένα μονοπάτι των μικρών ανθρώπων με τους ασήμαντους θανάτους των και το μονοπάτι του αιώνειου που υποθάλπτεται απ’ την αναγέννηση της φύσης και που ήταν χωρισμένα στο παρελθόν ώσπου να συναντηθούν σ’ αυτό το σημείο που ήταν η κατοικία…κι είναι ο ιερός χώρος που ομοιάζει με το ακίνητο σημείο ενός κόσμου που αέναα γυρίζει κι όπου το παρελθόν και το μέλλον συγκεντρώνονται κι ο τόπος αυτός είναι το Μάτσου Πίτσου

 

Τότε ανέβηκα τη σκάλα του κόσμου
μέσα από αγκαθωτές συστάδες του δάσους
ώσπου σ’ έφτασα Μάτσου Πίτσου

 

Εκείνο που έχει μεγάλη σημασία είναι ότι ο Νερούδα μετά την επισκεψή του στο Μάτσου Πίτσου βλέπει τον κόσμο μέσα απ’ το πρίσμα του συλλογικού. Τους αναρίθμητους ανθρώπους που δούλεψαν εκεί για να χτίσουν την πόλη στην κορφή του βουνού παρατηρεί, κατά πάσα πιθανότητα σκλάβοι, τα πιο πολλά φημισμένα αρχαία χτίσματα χτίστηκαν απο σκλάβους, κι ο Νερούδα ταυτίζεται μαζί τους, προσπαθεί να τους αντιπροσωπεύσει, να τους βοηθήσει, να δικαιώσει τον αγώνα για το επίτευγμά τους κι αναρωτιέται πώς; Η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση είναι η προσπάθειά του να τους χαρίσει αιωνιότητα μέσω των στίχων του που θα διαβάσει όλος ο κόσμος.

 

Πανήψηλη πόλη από σκαλωτές πέτρες
τελικό χαγιάτι σε ό,τι η γη
ποτέ δεν έκρυψε στις πυζάμες της

 

Απ’ το έκτο ποίημα ο Νερούδα εστιάζεται στο χώρο και στους ανθρώπους που πάλεψαν να το χτίσουν. Διακρίνει σ’ αυτούς τις χιλιάδες Χιλιανούς συμπατριώτες του και γενικώτερα τα εκατομμύρια των κατοίκων της Νοτίου Αμερικής που τους εκμεταλλεύτηκαν οι πολυεθνικές με την επιρροή τους βασισμένη στον υλικό πλούτο και προσπαθεί να σταθεί αντιμέτωπος όλων αυτών και υπερασπιστής των αναρίθμητων χτιστών της ακρόπολης αυτής με το μόνο όπλο που κατέχει: την πένα του και το υπέροχο δημιουργικό του πνεύμα. Την ΠΟΙΗΣΗ του.

 

Μέσα σου ταξιδεύουν παράλληλα δύο γεννιές
που συναντώνται εκεί που η φάτνη ανθρώπου και φωτός
νανουρίστηκε απ’ τον αγκαθώδη αγέρα.

Μάνα της πέτρας και σπέρμα του κόνδορα

 

Αλλά το ταξίδι του Νερούδα δεν τελειώνει σ’ αυτό το σημείο. Το ταξίδι του σε περασμένο χρόνο αλλά και ψηλά στο χώρο της ακρόπολης αυτής ήταν μια ανακάλυψη από την οποία ο ποιητής διδάχτηκε περισσότερο απ’ ό,τι ένιωσε παρά απ’ τις διαφορετικές σκέψεις και απόψεις που αποκόμισε περί της αλήθειας για τον εαυτό του και για τη φύση της ανθρώπινης ζωής.

Το έβδομο ποίημα καθιστά έναν ύμνο για το τί απομένει όταν τα πάντα εξαφανίζονται, τι αντέχει το πέρασμα του χρόνου και παραμένει έναντι σε όλα όσα μαραίνονται και λυώνουν. Ύμνος που ευαγγελίζει τους ανθρώπους που έχτισαν την ακρόπολη αυτή και πάλεψαν κάτω από τις πιο δυσμενείς συνθήκες μόνο και μόνο για να νικήσουν το Χάρο με το εξαίσιό τους οικοδόμημα σαν αιώνειο ρόδο, δισκοπότηρο που ύψωσαν με τα χέρια τους.

 

Νεκροί μιας κοινής αβύσσου, σκιές μιας λαγκαδιάς —
η πιο βαθειά — σαν να ταίριαζε
με την πυξίδα της μεγαλειότητάς σας
έτσι δημιουργήθηκε, η αλήθεια, ο πιο αχόρταγος θάνατος:
από διάτρητες πέτρες
από βαθυκόκκινα ακρογείσια
και καταρακτώδεις υδρορροές
κατρακυλήσατε σαν φθινόπωρο
σ’ ένα ομαδικό θάνατο

 

Περνώντας στο όγδοο ποίημα συναντούμε μια λυρική επίκληση προς την αέναα αναγγενόμενη φύση και τον κάτοικο της γης αυτής πριν τον ερχομό του Κολόμβου εποχή που ο άνθρωπος ήταν ένα με τη φύση αυτή και που αγκάλιαζε το παρελθόν του για να προσδιορίσει το τώρα και να προβλέψει το μέλλον του βασισμένος στην παράδοσή του: Εικόνες προτού ο Ευρωπαίος προσηλυτιστής ήρθε. Εδώ ο ποιητής επικαλείται επίσης αυτό που ονομάζει αγάπη της Αμερικής να ερθεί και να φιλήσει αυτές τις πέτρες

 

Έλα, ανέβα μαζί μου, αγάπη της Αμερικής

Φίλησε μαζί μου αυτές τις μυστηριακές πέτρες
το καταρακτώδες ασήμι του Ουρουμπάμπα
που κάνει τη γύρη να πετά προς το χρυσό της κύπελλο

 

Το ποίημα που ακολουθεί είναι ένα άσμα εξορκισμού που συντελείται με διαπλεκτικούς στίχους μεταφορικούς όπου η φράση η πέτρα επαναλαμβάνεται σαν σε λιτανεία: τί άλλο μπορούν να δημιουργήσουν οι πέτρες πάνω σε άλλες πέτρες παρά αυτό το δισκοπότηρο σε χώρο και χρόνο; Ένα δισκοπότηρο που οδηγεί στους τελευταίες στίχους και πίσω στο πλήθος που έχτισαν την ακρόπολη αυτή και στο μονόδρομο του ανθρώπου που εξουδετερώνει το θάνατο.

 

Διαστρικέ αετέ, κλήμα μέσα στην ομίχλη.
Εγκαταλελειμένε προμαχώνα, αόμματο γιαταγάνι.
Ζώνη του Ωρίωνα, τελετουργικό ψωμί.
Καταρρακτώδης κλίμακα, ανυπολόγιστη βλεφαρίδα.

 

Φτάνοντας στο δέκατο συναντούμε τον ποιητή που ρωτά σε τί κατάσταση ζούσε ο άνθρωπος που το έχτισε: να `ταν ελεύθερος ή μήπως ήταν σκλάβος; Πολύ πιθανόν, σκέφτεται ο Νερούδα να ήταν σκλάβοι αλλά αν ήταν σκλάβοι κάτω από ποιές συνθήκες ζούσαν; Η ανησυχία του για την κατάσταση της εποχής εκείνης είναι ολοφάνερη στο ποίημα αυτό.

 

Πέτρα μέσα στην πέτρα κι ο άνθρωπος πώς ζούσε;
Αγέρας μέσα σε αγέρα κι ο άνθρωπος πώς ζούσε;
Χρόνος μέσα στο χρόνο κι ο άνθρωπος πώς ζούσε;
ήταν άραγε κι εκείνος το θρυματισμένο κομματάκι
της αναποφασιστηκότητας, του άυλου αετού
που μέσα σε δρόμους τωρινούς και σε παλιά αχνάρια
μέσα στα φύλλα αθροισμένων φθινοπώρων
συνεχίζει να κοπανά την ψυχή μέσα στον τάφο;

 

Η παλιά και ξεχασμένη καρδιά του ανθρώπου είναι το αντικείμενο του ενδεκάτου ποιήματος ώσπου να συναντήσει την υποτείνουσα του μάλλινου πουκαμίσου και του αλατιού απ’ το αίμα που υπονοείται σε κάθε στροφή της ακρόπολης του Μάτσου Πίτσου. Εδώ ονομάζει τους εργάτες αδέρφια του και ταυτίζεται μαζί τους, γίνεται ένα μ’ αυτούς αυτός είναι ο τρόπος που συντήκεται μέσα στον αγώνα τους να χτίσουν την ακρόπολη. Ο Νερούδα χτίζει την ακρόπολη μαζί με τους εργάτες εκείνου του καιρού, τους πατριώτες του, τους συντρόφους του, γίνεται το αίμα κι ο ιδρώτας τους. Γίνεται ένα μ αυτούς.

 

Μέσα στην παραζάλη της μεγαλοπρέπειας
μέσα στην πέτρινη νύχτα άσε να βάλω το χέρι μου
και να ξυπνήσω το πουλί που για χιλιάδες χρόνια έχω μέσα μου
την παλιά και ξεχασμένη ανθρώπινη καρδιά!

 

Το τελευταίο ποίημα του βιβλίου εκτείνεται σε ό,τι έχει σημασία για τον ποιητή: συγκρίνει και διακρίνεις τις ομοιότητες ανάμεσα στη ζωή των χτιστών και τη δική του, αισθάνεται ότι ταυτίζεται με τους άντρες αυτούς. Τους αναγνωρίζει σαν δικούς του. Αποφασίζει να γίνει ένα μ’ αυτούς και να ανημερώσει τον κόσμο για το θρύλο τους. Ο ποιητής κι οι άντρες αυτοί τώρα έχουν το ίδιο αίμα, είναι ταυτισμένοι. Είναι κι ο ποιητής ένας άνθρωπος σαν κι αυτούς, τίποτε περισσότερο.

 

Σηκωθείτε και ξαναγεννηθείτε αδέρφια μου.
Δώστε μου το χέρι σας που έρχεται
από βαθειά εκεί που υφάνθηκε η λύπη σας.
Δεν θα επιστρέψετε απ’ αυτές τις σταθερές πέτρες.
Δεν θ’ αναστηθείτε απ΄τον υποχθόνιο χρόνο.
Η τραχειά σας φωνή δεν θα ξανακουστεί
μήτε τα τυφλά σας μάτια θα ξαναπεταχτούν απ’ τις κόγχες τους

 

και καταλήγει με την προσθήκη τους στα ποιήματα του, τη φωνή του, τη δημιουργική του δουλειά, έρχομαι να μιλήσω σαν τα μουγγά σας στόματα, λέγοντας

 

Ελάτε γρήγορα στις φλέβες μου και στο στόμα μου
μιλήστε με τα λόγια μου και μέσα απ’ το αίμα μου.

~Source, Wikipedia
~ Source, the Heights of Macchcu Picchu, by Jonathan Cape, New York, 1966

11066546_391973624343580_3525684857218741510_n

REFLECTION

I stand in the pile of fallen leaves I listen to the day’s pulse amid leaves creaking under my soles, frenetic mode of the autumn equinox no different than my loneliness in the middle of the marketplace where the crier announces the first beheading.

—Tonight I feel like a teenager. Let’s take the car and go to the beach. To watch the submarine races.

I stand in the middle of the fallen leaves and my dream cruises down the unmistaken path of anonymity sky dressed in its azure color, meteoric symbol of peace in a cosmos without your smile.

—Where you want to go for dinner tonight before I pick what to wear?

Lonely falcon counts feathers and sharpened talons. My dream reflects in my retina all I have to do is close my eyes and grasp its wholeness: poetry, my peaceful resolution opposite the consumer oriented banality of the city’s pulse and I, like a new Orpheus seeking his Eurydice, fight against Hades.

—That small Italian restaurant has tasty dishes. Let’s go there, I will wear my short red dress.

I stand on the pile of fallen leaves wondering how jealousy keeps our friends outside the sanctity of our heart like the sanctum sactorum keeps away the outsiders from the greed of the insiders.

—Yes we shall go there. I like the young server with the blue eyes!

ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ

Στο σωρό φύλλων πάνω στέκομαι κι ακούω τον παλμό της μέρας να τρίζει κάτω απ’ τις πατούσες μου, αλλοπρόσαλος ερχομός του φθινοπώρου ίδιος με τη μοναξιά μου στο κέντρο της αγοράς που ο τελάλης ανακοινώνει τον πρώτο αποκεφαλισμό.

—Απόψε νιώθω σαν έφηβη. Πάμε μια βόλτα με τ’ αυτοκίνητο στην ακροθαλασσιά να δούμε τους αγώνες ταχύτητας υποβρυχίων.

Στέκομαι στη μέση των πεσμένων φύλλων και τ’ όνειρό μου κατηφορίζει στο αλάνθαστο μονοπάτι της ανωνυμίας, βαθυγάλανος ουρανός, σύμβολο ειρήνης σ’ ένα κόσμο δίχως το χαμογέλιο σου.

—Πού θέλεις να πάμε για φαγητό απόψε; Θέλω να διαλέξω ποιο φόρεμα να βάλω.

Το μοναχικό γεράκι μετρά φτερά και ακονίζει νύχια. Τ’ όνειρο μου αντανακλάται στις κόρες των ματιών που σαν τα κλείνω αδράχνω την τελειότητά του: ποίημα, η ειρηνική μου στάση έναντι στη μετριότητα του παλμού της πόλης κι εγώ, νιογέννητος Ορφέας την Ευρυδίκη μου ψάχνω να βρω, το Χάρο αντιπαλεύω.

— Εκείνο το μικρό Ιταλικό εστιατόριο έχει νόστιμα φαγητά. Πάμε εκεί, θα φορέσω το κοντό κόκκινο φόρεμα.

Στέκομαι στο σωρό πεσμένων φύλλων κι αναρωτιέμαι γιατί η ζήλεια κρατά τους φίλους έξω απ’την καρδιά μας σαν τ’ άγιο των αγίων διατηρεί τους έξω μακριά απ’την πλεονεξία των έσω.

—Ναι, εκεί να πάμε. Μ’ αρέσει ο νεαρός σερβιτόρος με τα γαλανά μάτια!

~ ΟΝ REMORSES AND REGRETS, collection on progress//ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΕΣ και ΤΥΨΕΙΣ, συλλογή εν εξελίξει.

ΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΝΝΕΑ ΤΡΙΣΤΙΧΑ τοῦ παρόντος τόμου ἀποτελοῦν νέα, ἐπαυξημένη καὶ ἀνασυγκροτημένη ἔκδοση τῆς ἑνότητας «Εἰκόνες ἀπὸ μιὰ νέα. Σὰν χάϊκου», τελευταίου μέρους τῆς συλλογῆς Γραφέως Κάτοπτρον (ἐκδ. ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 1989). Στὰ σαράντα τρία τρίστιχα ἐκείνης τῆς ἑνότητας προστέθηκαν ἄλλα δεκαέξι τῆς ἴδιας περιόδου, ἀπὸ ὅσα δὲν εἶχαν συμπεριληφθεῖ σ’ ἐκείνη τὴν ἔκδοση. Ὁλόκληρο τὸ ὑλικὸ ἀναδιατάχθηκε σὲ τέσσερις ἑνότητες μὲ σκοπὸ νὰ ἀναδειχτεῖ καλύτερα τὸ ἀφανὲς ἐρωτικὸ ἄνυσμα ποὺ τὸ διέτρεχε.
Ἔτσι στὴν παρούσα ἔκδοση, κάτω ἀπὸ τὸν συμβατικὸ ἐποχικὸ κύκλο Ἄνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο – Χειμώνας, ἐπιχειρεῖται νὰ ἀποτυπωθοῦν οἱ τέσσερις στιγμὲς τοῦ γήινου ἐρωτικοῦ πάθους: ἡ γέννηση, ἡ κορύφωση, ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Ἐπειδὴ τὰ τρίστιχα οἰκειοποιοῦνται τὸν τριμερῆ δεκαεπτασύλλαβο ποδισμὸ τῶν χάικου, τὰ ὀνόμασα «Σὰν-Χά¬ϊ-Κου» – μιᾶς καὶ οἱ στίχοι αὐτοὶ πιθανότατα νὰ μὴν ἀνταποκρίνονται στὸ πνεῦμα του, ἐὰν ὑπάρχει κάτι τέτοιο ἐφάπαξ ὁρισμένο.
Διαβάζοντας, ὡστόσο, λίγα χρόνια μετά, στὴν μετάφραση τοῦ Παναγιώτη Εὐαγγελίδη, τὸ βιβλίο Σιγανὴ βροχή (1918) τοῦ Ναγάι Καφού (1879-1959), γραμμένο ἐδῶ καὶ ἕναν αἰώνα, μιὰ στοχαστικὴ ὅσο καὶ συγκινητικὴ ἐλεγεία τῆς ἀπερχόμενης παραδοσιακῆς Ἰαπωνίας, μὲ σταμάτησε τὸ παρακάτω χωρίο, ποὺ σὰν βολικὸ ἄλλοθι τοῦ ἐγχειρήματος μου τὸ προέταξα ὡς ἐπιγραφὴ τοῦ τόμου: Ἂν ἡ σημερινὴ γκέισα παίζει ἀκόμη σαμισὲν εἶναι ἀπὸ παμπάλαιη συνήθεια τοῦ ἐπαγγελματός της. Καὶ τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς ποιητὲς τῆς νέας σχολῆς χάικου, ποὺ ἀπὸ κεῖνο τὸ ποιητικὸ εἶδος δὲν ἔχουν κρατήσει παρὰ μόνο τὸ ὄνομα.
Ἕνα ὄνομα-δάνειο καὶ γιὰ κάποιο ἄλλο βλέμμα ποὺ τὸ νιώθω νὰ συγγενεύει περισσότερο μὲ τὸν οἰκειότερο σὲ μένα κόσμο τῆς ἀρχαιοελληνικῆς ἐρωτικῆς ἀγγειογραφίας ἢ τῶν ἐρωτικῶν μικρογραφιῶν τῆς παλατινῆς ἀνθολογίας ἀποσταγμένο σ’ ἕνα φιαλίδιο δεκαεπτὰ ὅλων κι ὅλων συλλαβῶν.
http://www.tokoskino.wordpress.com