Archive for May, 2014

Ritsos_front large

Νυχτερινό Επεισόδιο

Κάρφωσε το καρφί στον τοίχο. Δεν είχε
τι να κρεμάσει. Το κοιτούσε καθισμένος
άντικρυ στην παλιά καρέκλα. Δεν μπορούσε
τίποτα να σκεφτεί, να θυμηθεί. Σηκώθηκε,
σκέπασε το καρφί με το μαντίλι του. Κι άξαφνα
είδε το χέρι του μελανιασμένο, βαμμένο
απ’ το φεγγάρι που στεκόταν στο παράθυρο. Ο φονιάς
είχε πλαγιάσει στο κρεββάτι του. Τα πόδια του,
γυμνά, ισχυρά, μ’ άψογα νύχια, μ’ έναν κάλο
στο μικρό δάχτυλο, ξεπρόβαιναν απ’ την κουβέρτα
κι οι τρίχες καμπύλωναν ερωτικά. Έτσι πάντα
τ’ αγάλματα κοιμούνται με τα μάτια ανοιχτά
κι ούτε είναι να φοβάσαι όποιο όνειρο, όποιο λόγο—
τον πιστό μάρτυρα που σου χρειάζονταν τον έχεις,
τον ακριβόλογο κ’ εχέμυθο, γιατί, το ξέρεις,
τ’ αγάλματα δεν προδίνουν ποτέ, μονάχα αποκαλύπτουν.

Nightly Event

He hammered the nail on the wall. He didn’t
have anything to hang. He stared at it sitting
on the old chair opposite it. He couldn’t
think or remember anything. He got up
covered the nail with his kerchief. And suddenly
he noticed his bruised arm, painted by
the moon coming through the window. The killer
in his bed had gone to sleep. His legs
uncovered, strong with perfect toenails, with a callus on
the small toe visible under the blanket
and his hairs were curling erotically. The statues
always sleep like that with open eyes and
you don’t have to fear a dream or a word –
the true witness you needed, you have him,
the precise and trustworthy; because, you know,
statues never betray, they only reveal.

 

~Γιάννη Ρίτσου, “Θυρωρείο”, Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos, “Caretaker’s Desk”, Translation Manolis Aligizakis

Tasos Livaditis_Vanilla

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Ήταν τη νύχτα που δώσαμε το μεγάλο δείπνο, οι καλεσμένοι
κάθισαν στο τραπέζι σιωπηλοί, όλοι κάτι περίμεναν, κανείς δεν
ήξερε τί, “ίσως μας λυπηθεί ο Θεός” είπε ο οικοδεσπότης βαριά,
κι ήταν αλήθεια, απίστευτο που πέρασε η νύχτα χωρίς να συμβεί
τίποτα.
Όταν όμως καθώς ξημέρωνε σήκωσαν το τελευταίο ποτήρι, τα
χέρια τους είχαν τις βαριές κινήσεις εκείνων που χωρίς να το
ξέρουν διασταυρώθηκαν στο δρόμο τους με το φριχτό.

ENCOUNTERS

It was the night we offered the big dinner the guests sat around the table
silently they all expected something, nobody knew what, “perhaps God
will have mercy on us” the host said heavily and truly it was unbelievable
that the night passed and nothing happened.
However at dawn when they all raised their last glass their hands had
the tired movement of those who unknowingly on their way had
encountered the abominable.

~Τάσου Λειβαδίτη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca

Manolis-Übermensch-web

Einschlag

Und da die neue Wirklichkeit gekommen
ist, akzeptierten wir es: unser Gott war tot. Wir
begruben ihn gestern Nachmittag ohne Lieder,
ohne Lobeshymnen, noch ein Wehklagen
und wir fühlten uns viel leichter. Nichts war je
so reizvoll wie die Stimmung des düsteren Tages,
obwohl ich sagen würde, es war Angst tief
in unseren Herzen verborgen. Trauer herrschte
im schwarzen Bestattungsinstitut, während etwas
außerhalb Bettler ihre Hände ausstreckten,
um dafür zu bitten, was wir ihnen nicht ersparen
konnten, Anstand der neuen Schlange; sie
erschien, ohne Zähne, fieberhaft streute sie lila
blühende Magnolien über unsere Ehebetten; in
einem Adlerhorst füllten wir unsere Kelche mit
Mut und wir sendeten ihn in die vier Ecken des
Universums und versprachen, nie wieder in der
Idiotie eines Systems gefangen zu sein.

Den Andenkondor erklärten wir zum Erben
des Fleisches.
Dem Wind und dem Regen verkündeten wir
unsere Katharsis.

Evoe, oh, freie Elemente, Evoe.

Vermehret euch und erobert die Erde, sagte
jemand. Und es war gut.

Impact

And since the new reality was upon us truly we
accepted it: our God was dead. Buried him yesterday
afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations
and we felt a lot lighter. Nothing was as ticklish as
the mood of the somber day while fear, I would say,
was hidden deep in our hearts. Sorrow reigned in the black
funeral home while outside beggars stretched
their hands asking for what we couldn’t spare: decency
of the new serpent who appeared without fangs,
feverish magnolia bloomed its purple flowers over
our nuptial bed and in an eyrie we filled our chalice
with courage and we mailed it to the four corners of
the universe and promised never to be trapped again
in the idiocy of a system.

The Andian condor we declared heir of the flesh.
The wind and the rain we proclaimed our catharsis.

Evoe, oh, free elements, evoe.

‘Multiply and conquer the earth’ someone said. And
it was good.

Επίπτωση

Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε
ο Θεός μας. Τον θάψαμε χθές το απόγευμα χωρίς
τραγούδια ή παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια
κι ανάλαφροι ενιώσαμε τίποτα πιο πολύ δεν μας
γαργάλαγε παρά το ύφος της μουντής μέρας ενώ ο φόβος,
θάλεγα, βαθειά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.
Στην σκοτεινή αίθουσα του γραφείου κηδειών κουμάντο
έκανε η θλίψη κι έξω απ’ την πόρτα οι ζητιάνοι απλώνανε
το χέρι και ζητούσαν αυτό που δεν θα τους δίναμε, ευπρέπεια
του φιδιού που δίχως δόντια εμφανίστηκε, η μαγνόλια
που άνθισε μενεξελιά μπουμπούκια πάνω στο νυφικό
κρεβάτι κι εμείς μες τη φωλιά του αετού γεμίσαμε κουράγιο
το δισκοπότηρό μας και το ταχυδρομήσαμε στα τέσσερα
της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ συστήματος
θύματα να μην πέσουμε.

Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.
Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.

Ευοί, ώ, λεύτερα στοιχεία, ευοί.

‘Πολλαπλασιαστείτε και κατακτήσετε τη γη’
κάποιος εφώναξε. Κι ήταν σωστό.

Από το βιβλίο “ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ” το ποίημα ‘Επίπτωση’ στα Γερμανικά από την έκδοση του εκδοτικού οίκου WINDROSE στην Αυστρία. Παρουσιάζω το ποίημα και στα ελληνικά και στα αγγλικά. Μετάφραση στα Γερμανικά από την Εniko Csekei.
From my book “UBERMENSCH” the poem “Impact” in German from the WINDROSE” edition of the book released in Austria. I also present the poem in Greek as well as in English. Translation into German by Eniko Csekei.

 

Manolis-w

Insistenţă

O mamă se plânge de sfârşitul
care o atacă impetuos
iar tu scrii poezioare
despre copaci şi păsărele
chiar dacă nimeni nu le citeşte
numai când vântul se opreşte din suflat
şi din curiozitate se apropie de ele
să le ducă dincolo
unde până şi morţii
sunt oratori de poezii

iar tu ai rostit –

va trebui să-ncerc din nou
să transform cântecul greierelui
într-un tremurat

Επιμονή

Μια μάνα μοιρολογά για το τέλος
που ακάθεκτο επιτίθεται
και συ γράφεις τα ποιηματάκια
για τα πουλιά και τα δεντρά
έστω κι αν δεν πρόκειται κανείς
τα διαβάσει εχτός πια
κι αν ο αγέρας σταματήσει να φυσά
και περίεργα τα πλησιάσει
να τα δει και σαν τον κλέφτη
να τα πάρει στην αντιπέρα όχθη
εκεί που μέχρι κι οι νεκροί
ποιήματα διαβάζουν φωναχτά

κι είπες—

ξανά θα δοκιμάσω τη φωνή
του τριζονιού να μετατρέψω
σε ανατρίχιασμα

Insistence

A mother laments for the end
that attacks impetuously
and you write your little poems
about the little trees and the chickadees
even if no one ever reads them
unless the wind stops blowing
and curiously comes near them
to take them to the opposite side
where even the dead orate poems

and you said—

again I shall try to transform
the cricket’s song
into a shiver

Translated into Romanian by Lucia Gorea/Μετάφραση στη Ρουμανική της Lucia Gorea
Εκδοτικός Οίκος DELLART/Cluj-Napoca 2013, Romania

 

Manolis-Übermensch-web

 

Erinnernd

Richtig, wir lebten einmal in den kleinen weißen
Häusern mit den weißen Zäunen. Der Schatten der Weinrebe
in der Nähe des Seegesangs, als wir von draußen
zurückkehrten fanden wir im Inneren des Hauses nichts,
außer die Unschuld unserer Kindheit und in der Diele den
Spiegel mit unbehaglichen Gesichtern, die herausspringen
und wie wilde Tiere auf die Straße laufen wollten.
Wir kannten keines dieser Gesichter, doch dann hinter
dieser Tür, wurde uns das Geheimnis, dass wir teilten
diskret signalisiert, als wären sie Zeugen all unserer
verborgen Botschaften. Unsere dunkelsten Gedanken,
Unsicherheit und Schüchternheit der Jugend. Zwecklos,
würde ich sagen, und dennoch, wussten wir seither, dass
der Weg, dem wir später folgten, uns hierher zurückführen
würde, voran unser mächtiger Engel.

~Ich mag die, die Geist der Tugend geworden sind,
denn nur so werden sie in der Lage sein, so leicht wie
eine Feder über die Brücke zu gehen.

ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Ναι, ζήσαμε κάποτε στα μικρά κάτασπρα σπιτάκια
με την ασβεστωμένη μάντρα και της κληματαριάς
τον ίσκιο δίπλα στης λίμνης το τραγούδι, που όταν γυρίζαμε
απ’ έξω δεν βρίσκαμε μέσα στο σπίτι παρά των παιδικών μας
χρόνων την αγνότητα και στο διάδρομο ο καθρέφτης
με πρόσωπα που κοίταζαν αμήχανα σαν να `θελαν να βγούν
έξω απ’ τους τοίχους και να τρέξουν στο δρόμο.
Αυτά τα πρόσωπα δεν τα γνωρίζαμε καθόλου κι όμως
πίσω απ’ την πόρτα το μυστικό που μοιραστήκαμε μας έγνεφε
διακριτικά, λες κι ήτανε αυτό ο μάρτυρας όλων μας των κρυφών
νοημάτων, των σκοτεινότερων σκέψεων που κολυμπούσαν
στο μυαλό μας: αβεβαιότητα και ατολμία νειότης, άσκοπη
θά `λεγα κι όμως το ξέραμε το μονοπάτι που αργότερα θα
παίρναμε και που θα μας έφερνε εδώ μπροστά στον ισχυρό
άγγελό μας.

~Μου αρέσουν εκείνοι που γίνονται ολόκληροι πνεύμα
της αρετής γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουν να περάσουν
ανάλαφρα τη γέφυρα.

REMINISCENT

Yes, we lived, once, in the little white houses with
the whitewashed fence, the shade of the grapevine near
the lake’s song, though when we returned from outside
we found inside the house nothing but our childhood
innocence and in the hallway the mirror with
awkward faces that wanted to jump out of it and like
wild animals to run to the streets.
We knew none of these faces yet just behind the door
the secret we shared signaled to us discreetly, as though
it was the witness of all our concealed messages, our
darkest thoughts, uncertainty and timidity of youth,
purposeless, I would say and yet, since then we knew
the path we would later follow would lead us here before
our mighty angel.

~ I like those who become pneuma of virtue because only
thus they will be able to go as light as a feather over
the bridge.

 

George Seferis_cover

ΙΔ

Τώρα,
με το λιωμένο μολύβι του κλήδονα
το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου,
η γύμνια ολόκλρης της ζωής
και το πέρασμα και το σταμάτημα και το πλάγιασμα
και το τίναγμα
τα χείλια το χαϊδεμένο δέρας,
όλα γυρευουν να καούν.

Όπως το πεύκο καταμεσήμερα
κυριεμένο απ’ το ρετσίνι
βιάζεται να γεννήσει φλόγα
και δε βαστά πια την παιδωμή —

φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
και να τη σπείρουν.
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.

Κι εκείνα ακόμη που δεν πέρασαν
πρέπει να καούν
τούτο το μεσημέρι που καρφώθηκε ο ήλιος
στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου.

14
Now,
with the melted led of St John’s festivity
with the brilliance of summer pelagos,
all the nakedness of life,
and the going beyond and the staying put
the leaning down
and the upsurge
the lips, the caressed skin
they all long to be burned.

Like the pine at high noon
overcome by resin
in haste to produce flame
and can’t endure the struggle anymore —

call the children to gather the ash
and spread it.
What has passed has passed as it was fit.

And even what hasn’t passed yet
must burn
this high noon when the sun is nailed
in the heart of the one hundred-petalled rose.

ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ “ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ”
Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
GEORGE SEFERIS “SUMMER SOLSTICE”
Translation by Manolis Aligizakis

Tasos Livaditis_Vanilla

ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ

Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.

Σαν ήμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε και με ρωτούσε. Τί έχεις αγόρι;
Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινοέφερνα το παιδικό κοντύλι
είτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής είταν που αργούσες
ακόμα
όταν τη νλύχτα κοίταζα τ’ αστέρια είταν γιατί μου ελίπανε τα
μάτια σου
κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα
δεν είτανε κανείς. Κάπου όμς μες στον κόσμο είταν η
καρδιά σου που χτυπούσε.

Έτσι έζησα. Πάντοτε.
Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά — θυμάσαι ; — μου
άπλωσες τα χέρια σου τόσο τρυφερά
σαν να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια
με γνώριζες. Γιατί πριν μπείς ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου
αγαπημένη μου.

THIS STAR IS FOR ALL OF US

When I was a child and my mother would see me sad
she would lean down and ask. What is it my boy?
I wouldn’t talk. I would only look behind her shoulder
at a world without you.
And as I would go back and forth with the pencil
it was as if I learned to write songs for you.
When I would touch the wet glass of the window it was
because you were late
when at night I would gaze the stars it was
because I missed your eyes
and when my doorbell rang and I opened
no one was there. However somewhere in the world
your heart was beating.

I’ve lived this way. Always.
And when we first met—you remember?—you
opened your arms ever so tenderly
as though you had known me for years. But of course
you knew me. Because before you came to my life
you had lived in my dreams
my beloved.

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/ Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

cavafy copy

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ

—Τί περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

—Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τί κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τί νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχτεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

—Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα
καί τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.

—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα
Κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

—Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κι η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τί σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

 

WAITING FOR THE BARBARIANS

—What are we waiting for, gathered in the agora?

The barbarians are to arrive today.
—Why such inactivity in the Senate?
Why do the senators sit and pass no laws?

Because the barbarians will arrive today.
What laws should the senators pass?
When the barbarians come they will pass laws.

—Why did our emperor wake up so early
and sits by the city’s main gate
on the throne, officially, wearing his crown?

Because the barbarians will arrive today.
And the emperor is waiting to receive
their leader. In fact, he’s prepared
a declaration for him. In it he wrote
a lot of titles and honorable names.

—Why have our praetors and two consuls come out
today in their red, embroidered togas?
Why do they wear bracelets with so many amethysts
and rings with richly glittering emeralds;
why they carry expensive canes today
superbly decorated in silver and gold?

Because the barbarians will arrive today;
and such things dazzle the barbarians.

—Why don’t the famous orators come as usual
to make their speeches and have their say?

Because the barbarians will arrive today;
and they are bored by eloquent oratory.

—Why have this sudden anxiety and confusion?
(The faces, how solemn they have become.)
Why do the streets and the plazas empty so quickly
why is everyone returning home deep in thought?

Because night has arrived and the barbarians haven’t come.
A few travelers, just in from the borders,
say the barbarians no longer exist.

And what will become of us without them?
Those people were a kind of solution.

Κωνσταντίνου Καβάφη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Constantine Cavafy/Translated by Manolis Aligizakis