Posts Tagged ‘Literature’

Constantine Cavafy

Posted: October 16, 2016 by vequinox in Aligizakis Manolis, C P Cavafy, Literature
Tags: , , ,

cavafy-copy

ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ

 

Μαζεύτηκαν οι Αλεξανδρινοί

νά δούν της Κλεοπάτρας τά παιδιά

τόν Καισαρίωνα καί τά μικρά του αδέρφια

Αλέξανδρο τόν Πτολεμαίο, πού πρώτη

φορά τά βγάζαν έξω στό Γυμνάσιο

εκεί νά τά κηρύξουν βασιλείς

μές στή λαμπρή πατάταξι τών στρατιωτών

 

Ο Αλέξανδρος—τόν είπαν βασιλέα

τής Αρμενίας, τής Μηδίας, καί τών Πάρθων.

Ο Πτολεμαίος—τόν είπαν βασιλέα

τής Κιλικίας, τής Συρίας, καί τής Φοινίκης.

Ο Καισαρίων στέκονταν πιό εμπροστά

ντυμένος σέ μετάξι τριανταφυλλί

στό στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους

η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων

δεμένα τά ποδήματα του μ’ άσπρες

κορδέλλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.

Αυτόν τόν είπαν πιότερο από τούς μικρούς

αυτόν τόν είπαν Βασιλέα τών Βασιλέων.

 

Οι Αλεξανδρινοί ένοιωθαν βέβαια

πού ήσαν λόγια αυτά καί θεατρικά.

 

Αλλά η μέρα ήτανε ζεστή καί ποιητική

ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό,

τό Αλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα

θριαμβικό κατόρθωμα τής τέχνης

τών αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη

ο Καισαρίων όλο χάρις κ’ εμορφιά

(τής Κλεοπάτρας υιός, αίμα τών Λαγιδών)

κ’ οι Αλεξανδρινοί έτρεχαν πιά στήν εορτή

κ’ ενθουσιάζονταν, κ’ επευφημούσαν

ελληνικά, κ’ αιγυπτιακά, καί ποιοί εβραίϊκα

γοητευμένοι μέ τ’ ωραίο θέαμα—

μ’ όλο πού βέβαια ήξευραν τί άξιζαν αυτά

τί κούφια λόγια ήσανε αυτές η βασιλείες.

 

 

ALEXANDRIAN KINGS

 

The Alexandrians gathered

to see Cleopatra’s children,

Caesarion and his little brothers

Alexander and Ptolemy, who they

took for the first time to the Gymnasium

to proclaim them kings,

in front of the brilliant array of the soldiers.

 

They proclaimed Alexander king

of Armenia, Media, and of Parthia.

Ptolemy—they proclaimed king

of Cilicia, Syria, and Phoenicia.

Caesarion was standing more to the front,

dressed in a rose colored silk,

on his breast a bouquet of hyacinths,

his belt with a double row of sapphires and amethysts,

his shoes tied with white ribbons

embroidered with dawn pink pearls.

Him they proclaimed higher than the younger ones,

they called him King of Kings.

 

The Alexandrians knew perfectly well

that these were just theatrical words.

 

But the day was warm and poetic,

the sky was a vast light blue,

the Alexandrian Gymnasium a

triumphant artistic achievement,

the splendor of the courtiers superb,

Caesarion all grace and beauty

(son of Cleopatra, blood of the Lagidae);

and so the Alexandrians ran to the feast,

and they got enthusiastic and they cheered,

in Greek, and in Egyptian, and some in Hebrew,

captivated by the nice show—

knowing very well what all this meant,

what empty words these kingships were.

 

 

 

CONSTANTINE CAVAFY — SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2011

 

www.manolisaligizakis.com

Advertisements

merging dimensions cover

ΠΡΩΤΗ ΕΠΑΦΗ

 

Χείλη μες στην αρμύρα ποτισμένα

κλειδώσεις σκουριασμένες

απ’ του νοτιά το ανελέητο πείσμα

 

κι εικόνες που τρέχανε

σαν τρομαγμένα έλατα

στην κορυφογραμμή

 

στο κάτασπρο το μεσημέρι

του κενοταφίου ίσκιοι

μες στην παράδοση αφοσιωμένοι

στου τόπου τούτου την πίκρα

 

απλώνοντας τα χέρια

με καλωσόριζαν με της πατρίδας

το γλυκό μουρμούρισμα

 

που ονειρευόμουν τις νύχτες

μοναξιάς και τ’ ανυπόμονά μου

πρωινά. Μα μιας στιγμής σιωπή

 

θα σταθώ να `ρθει ο Ερμής άγγελος

να μ’ οδηγήσει σε γνώριμα

σοκάκια κι’ απαλά φιλιά

 

 

FIRST TOUCH

 

Lips immersed in salinity

rusted joins by the south

wind’s merciless intensity

 

images running

on  the mountain ridge

like scared cypresses

 

whitewashed high noon

shadows of the cenotaph

devoted to tradition

and the grief of this land

 

welcomed me with arms extended

with the motherland’s

sweet whisper

 

that I dreamed  during

the lonely nights and

during my impatient dawns. Yet

 

a moment of silence I’ll observe

till Hermes, my angel arrives

to guide me to familiar sidestreets

and soft kisses

 

THE SECOND ADVENT OF ZEUS, Ekstasis Editions, 2016

 

www.manolisaligizakis.com

 

cover

Η ΚΡΙΣΙΜΗ ΩΡΑ

 

Όλα στο σπίτι ήταν ήσυχα: ο πρωϊνός καφές, η θλίψη του

απογέματος, ο ύπνος, χρονολογίες και λόγια, αντιδικίες και όνει-

ρα, ακόμα και πένθη, τακτοποιημένα απ’ το χρόνο ή τη μνήμη —

αλλά καθώς ανέμιζε η κουρτίνα ή έπεφτε μια πετσέτα δίχως

ήχο στο πάτωμα, ανατριχιάζαμε όλοι

σαν να `γινε, άξαφνα, εκείνο που χρόνια είχαμε φοβηθεί.

 

 

 

CRITICAL HOUR    

 

Everything was calm in the house: the morning coffee,

the afternoon sorrow, sleep, dates and words, dreams and

controversy; even mourning was set in time or memory —

though as the curtain sometimes ruffled or a napkin fell

on the floor without any noise we all shivered

as if suddenly what we had for years feared occurred.

 

 

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca

www.manolisaligizakis.com

gibran_lioness1

 

Χαλίλ Γκιμπράν – Χαρά και Λύπη

Μετά μια γυναίκα είπε, Μίλησέ μας για τη χαρά και τη λύπη.

Κι εκείνος απάντησε:

Η χαρά σας είναι η λύπη σας χωρίς μάσκα.

Και το ίδιο το πηγάδι από όπου ανεβαίνει το γέλιο σας πολλές φορές γεμίζει με τα δάκρυά σας.

Και πως αλλιώς μπορεί να είναι:

Όσο πιο βαθιά σκάβει στο είναι σας η λύπη, τόση περισσότερη χαρά μπορείτε να δεχθείτε.

Μήπως η κούπα που δέχεται το κρασί σας δεν είναι η ίδια εκείνη κούπα που κάηκε στο φούρνο του αγγειοπλάστη;

Και η φλογέρα που ησυχάζει το πνεύμα σας δεν είναι το ίδιο εκείνο ξύλο που τρυπήθηκε με μαχαίρια;

Όταν είσαι χαρούμενος, κοίταξε βαθιά μέσα στην καρδιά σου και θα δεις ότι μονάχα εκείνο που σου έχει δώσει λύπη είναι εκείνο που σου δίνει χαρά

Όταν είσαι λυπημένος, κοίταξε ξανά μέσα στην καρδιά σου , και θα δεις ότι πραγματικά κλαις για εκείνο που υπήρξε η χαρά σου.

Μερικοί από εσάς λέγουν, “Η χαρά είναι ανώτερη από τη λύπη” κι άλλοι λένε , “Όχι η λύπη είναι ανώτερη”.

Αλλά εγώ σας λέω , τα δύο αυτά είναι αχώριστα.

Έρχονται πάντα μαζί, κι όταν το ένα κάθεται μόνο του δίπλα σου στο τραπέζι, θυμήσου ότι το άλλο κοιμάται στο κρεββάτι σου.

Πραγματικά , ταλαντεύεστε σαν τους δίσκους της ζυγαριάς ανάμεσα στη λύπη σας και στη χαρά σας .

Και μόνο όταν είστε άδειοι από κάθε φορτίο , είστε ήρεμοι και ισορροπημένοι.

Αλλά όταν ο θησαυροφύλακας σας χρησιμοποιεί για να ζυγίσει το χρυσάφι και τ’ασήμι του, αναγκαστικά θ’ ανέβει ή θα κατέβει η χαρά σας ή η λύπη σας.

 

kahlil-gibran 

KAHLILL GIBRAN, JOY AND SORROW

 

Then a woman said, speak to us of Joy and Sorrow.

And he answered:

Your joy is your sorrow masked.

And the selfsame well from which your laughter rises was oftentimes filled with your tears.

And how else can it be?

The deeper that sorrow carves into your being, the more joy you can contain.

Is not the cup that holds your wine the very cup that was burned in the potter’s oven?

And is not the lute that soothes your spirit, the very wood that was hollowed with knives?

When you are joyous, look deep into your heart and you shall find it is only that which has given you sorrows that is giving you joy.

When you are sorrowful look again in your heart and you shall see that in truth you are weeping for that which has been your delight.

Some of you say “Joy is greater than sorrow” and others say “Nay, sorrow is the greater.”

But I say unto you, they are inseparable.

Together they come, and one sits alone with you at your board, remember that the other is asleep upon your bed.

Verily you are suspended like scales between your sorrow and your joy.

Only when you are empty are you at standstill and balanced.

When the treasure keeper lifts you to weigh his gold and his silver, needs must your joy or your sorrow rise or fall.

 

cover

ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ νύχτα ήταν ακόμα φτωχός, “Κύριε” του λέω

φυσικά δεν είχα άλλους συγγενείς κι έπρεπε να τον φροντίσω

“είμαι ο νέος συγκάτοικος” είπε, για να μη δείξει πως ξέρει,

σήκωσα τότε με ταπεινοφροσύνη την πέτρα και την ακούμπησα

απαλά, μη μας το πάρει ο αέρας, «σε περιμένει η Μαρία» του λέω

μα εκείνη στεκόταν λυπημένη πίσω του, γιατί δε θα γνώριζε ποτέ

το Θεό, αφού τον έφερνε κιόλας μέσα της κι όταν φάνηκαν οι τρεις

γυναίκες τους έδειξα τον τάφο, απ’ όπου έβρισκε πάντα τον τρόπο

να βγαίνει, είχαν αρχίσει, μάλιστα, να μυρίζουν τα ροδόδεντρα

και στη στροφή του δρόμου, πάνω απ’ τη σπασμένη στάμνα,

η μικρή υπηρέτρια δεν έκλαιγε πια.

Αυτό ήταν το πρώτο θαύμα.

 

 

 

THE FIRST night he was still poor “Sir” I told him since

of course I had no other relatives I had to take care of him “I am

the new roommate” he said just to conceal that he knew; then

with humility I raised the rock and I placed it down softly that

the air wouldn’t blow it away “Maria is waiting for you” I said

to him but she sorrowfully stood behind him because she would

never get to know God since she already carried Him inside her

and when the three women appeared I showed them the tomb from

where he always knew how to escape in fact the rhododendrons

had bloomed and at the turn of the road over the broken pitcher

the young servant girl wasn’t crying anymore.

This was the first miracle.

 

 

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca

www.manolisaligizakis.com

!cid_73928743-773D-47E5-B066-8F82C0F99FC6@local.jpg

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ

Έχασε την παληά του ορμή, το θάρρος του.

Του κουρασμένου σώματός του, του άρρωστου

σχεδόν, θάχει κυρίως την φροντίδα. Κι’ ο επίλοιπος

βίος του θα διέλθει αμέριμνος. Αυτά ο Φίλιππος

τουλάχιστον διατείνεται. Απόψι κύβους παίζει

έχει όρεξι να διασκεδάσει. Στο τραπέζι

βάλτε πολλά τριαντάφυλλα. Τί άν στην Μαγνησία

ο Αντίοχος κατεστράφηκε. Λένε πανωλεθρία

έπεσ’ επάνω στου λαμπρού στρατεύματος τα πλήθια.

Μπορεί να τα μεγαλώσαν  όλα δεν θάναι αλήθεια.

 

Είθε. Γιατί αγκαλά κ’ εχθρός, ήσανε μια φυλή.

Όμως ένα «είθε» είν’ αρκετό. Ίσως κιόλας πολύ.

Ο Φίλιππος την εορτή βέβαια δεν θ’ αναβάλει.

Όσο κι άν στάθηκε του βίου του η κόπωσις μεγάλη

ένα καλό διατήρησεν, η μνήμη διόλου δεν του λείπει.

Θυμάται πόσο στην Συρία θρήνησαν  τί είδος λύπη

είχαν, σαν έγινε σκουπίδι η μάνα των Μακεδονία.—

Ν’ αρχίσει το τραπέζι. Δούλοι  τους αυλούς, τη φωταψία.

 

THE BATTLE OF MAGNESIA

He’s lost his old ardor, his courage.

His body, nearly ill with fatigue,

will be his only concern now. And the rest

of his life will go by without any worry. This

at least is what Philip contends. Tonight he plays

at dice to amuse himself, loads the table

with roses. What if Antiochos was destroyed

at Magnesia? They say complete carnage

crushed the ranks of his brilliant army. Perhaps

those claims were stretched a bit. Perhaps they are not all true.

 

Let us hope. Because, although enemies, they belong to our race.

However, one “perhaps” is enough. Maybe too much.

But of course Philip will not postpone the feast.

No matter how great the weariness of his life,

one good thing remains: his memory has not left him.

He remembers how much they mourned in Syria, that charade

of sorrow, when their Mother Macedonia fell to dust.—

Let the feast begin. Servants: the flutes, the lights!

 

CONSTANTINE CAVAFY — SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions., Victoria, BC, 2014

http://www.manolisaligizakis.com

 

cloe-and-alexandra_cover_aug265

ΛΑΤΙΝΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Στροβιλίστηκαν και πύρωσαν στον έρωτα.

Ναρκωμένη ακόμη απ’ τα φιλιά του

νόμισε πως έβρεχε έξω, αλλά εκείνος την πρόλαβε:

«Δεν είναι βροχή παρά οι κρότοι απ’ τα ξερόκλαδα

που καίει ο κηπουρός στον κήπο».

Ντύθηκαν, και αφού της έβαλε κάτι να πιεί,

άνοιξε και της διάβασε ποίηση του Οράτιου

απ’ το πρωτότυπο.

Της διάβασε γαμήλιους ύμνους.

Ιδιόρρυθμοι λαρυγγισμοί και φθόγγοι

και χυμώδεις λέξεις των λατινικών.

Μετά τον έρωτα τελείωσαν με στίχους.

 

 

POEMS in LATIN

 

They rolled around conflagrated by passion.

Still in seventh heaven by his kisses,

she thought it was raining but he corrected her:

‘It isn’t rain but the crackling of the dry wood

the gardener is burning outside’

They got dressed and after he offered her a drink,

he opened a book and read Horatio’s poetry

from the original version.

He red some erotic hymns

with his accent trills and sounds

and the juicy words in Latin.

After their lovemaking they finished with verse.

 

Cloe and Alexandra, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2013

www.manolisaligizakis.com

 

cloe-and-alexandra_cover_aug265

ΙΕΡΗ ΠΕΤΡΑ ΙΙ

 

Περπατάμε μαζί στην αμμουδιά.

Ψάχνω με αγωνία την ξύλινη εξέδρα.

Δεν βλέπω τον ναυαγοσώστη με το ριγέ μαγιο.

Που όμως τελικά ποτέ του δεν υπήρξε.

Γι αυτό κανείς δεν μας έσωσε από τον πνιγμό.

«Έχω ένα ραντεβού στο εργαστήριο» λες

«θα κάνω λοβοτομή σε βάτραχο για να ξεχάσει».

Τα μάτια σου δεν είναι πια μικρά παγώνια

ούτε κολυμπούν στο μέλι.

Τότε ακούγεται το τσαγερό να βράζει

το τρένο αίφνης ξεκινά

φορώ ένα λευκό ταγέρ

από το τελευταίο βαγόνι σου κουνώ το χέρι.

 

Ακόμα και ο ύπνος μου σ’ αποχαιρετά.

 

 

HOLY ROCK II

 

Together we walk on the seashore.

I desperately search for the wooden platform.

I miss the lifeguard with his striped bathing suit

who, at the end, never existed.

For this we never got saved from drowning.

‘I have a commitment at the plant’ you say

‘I’ll perform a lobotomy on the frog so it can forget.’

Your eyes aren’t small peacocks anymore

nor do they swim in honey.

Then the tea pot is heard boiling

suddenly the train starts departing

I wear a white ensemble

and from the last car I wave to you.

 

Even my sleep says goodbye to you.

Cloe and Alexandra, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2013

www.manolisaligizakis.com

manolis-cover-for-print

ΦΥΛΛΟΡΡΟΕΣ-FYLLORROES, ΕΝΕΚΕΝ, 2013

 

Ο Ελληνοκαναδός Μανώλης Αλυγιζάκης έχει γράψει τρία μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές, καθώς και άρθρα, διηγήματα και μελέτες στα αγγλικά και στα ελληνικά. Η πρόσφατη ποιητική συλλογή του ‘Φυλλορροές’ απαρτίζεται από υπαρξιακά, ερωτικά και κοινωνικοπολιτικά θέματα, με στενή αναφορά στην καθημερινότητα αλλά και σε σπουδαία ιστορικά γεγονότα. Το συναίσθημα ρέει πλούσια σε όλη τη συλλογή. Εκφράζεται μέσα από θέματα όπως η αγάπη, ο έρωτας, η απιστία, η απώλεια και το αίσθημα του ανεκπλήρωτου, η αναζήτηση της ουσίας της ζωής, τα υψηλά ιδανικά, και η έλλειψη ελευθερίας. Το χαρακτηριστικό ύφος ενισχύεται από τον ήχο και τον ρυθμό, που δένουν αρμονικά με το περιεχόμενο. Μια μελαγχολική διάθεση διατρέχει το σύνολο των ποιημάτων, δίνοντας τον τόνο στην πάλη μεταξύ αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας: «…κι είπε -/ θέλω να σπείρω/ τούτο το χώμα απ’ την αρχή/ με μια σοδειά νέων ιδεολόγων…» («Νωχελικό απόγευμα»).

Η γραφή, αν και κάποιες φορές στα όρια του πεζού λόγου, διανθίζεται από ιδιαίτερα ποιητικά στοιχεία. Τεχνικές όπως η επανάληψη και ο διασκελισμός τονίζουν το νοηματικό περιεχόμενο δίνοντας ζωντάνια στη συλλογή. Παρόμοιο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται από τις λεπτομερείς περιγραφές, τις πλούσιες εικόνες και τη μουσικότητα του λόγου. Το θέμα της ύπαρξης αναφέρεται στον θάνατο, στο βάρος της ζωής και στο νόημά της, στο γήρας, στο αναπόφευκτο και τη μοίρα, στην παρακμή. Τα ερωτικά ποιήματα εκθέτουν μια γκάμα συναισθημάτων όπως ο πόθος, η χαρά, η θλίψη, η διάψευση, η προδοσία, η παρακμή, η απομάκρυνση του ζευγαριού και η συμβατικότητα της συνύπαρξης. Παρά τον πόνο και την απογοήτευση που συνδέονται με τον έρωτα, ο ποιητής τον θεωρεί το πιο ουσιαστικό συστατικό της ζωής: «…κι αφήνω στη στιγμή την έρευνά μου/ για κάτι ασύλληπτο ή ιδεατό/ και δίχως λέξη βιαστικά γυρνώ/ στο αισθησιακό σου φίλημα.» («Ανακάλυψη»).

Οι κοινωνικοπολιτικές ανησυχίες εκφράζονται μέσα από θέματα όπως ο πολιτικός αγώνας, η αυτοθυσία των συντρόφων και η ήττα, η ιστορία και το σήμερα, η σχέση της Εκκλησίας με τον πόλεμο, προβληματισμοί και προβλέψεις για το μέλλον, η Ελλάδα, η αθλιότητα της ζωής στην πόλη, η καταστροφή, η σωτηρία, η απόδοση δικαιοσύνης, ο ποιητής/η ποιήτρια μπροστά στην πολιτική πραγματικότητα. Στο τέλος κάποιων ποιημάτων ο Μανώλης Αλυγιζάκης θέτει δυνατά ερωτηματικά, ερωτηματικά που μοιάζουν να αποτελούν από μόνα τους τις απαντήσεις: «…Κι αναρωτιέσαι/ κάνουμε άραγε κάτι σωστό/ ή όλα βαδίζουν ίσια προς την κόλαση;» («Ρουτίνα»). Άλλες φορές το κλείσιμο των ποιημάτων παραπέμπει σε σημαντικά ερωτήματα: «…Κι ένας μικρός σπουργίτης/ καθισμένος στο κλαδί/ συνθέτει το πρωινό του ποίημα και/ τα φτερά του ψαλιδίζοντας γράφει,/ αυτά δεν μου χρειάζονται πια» («Σπουργίτες»). Η ποιητική συλλογή διακρίνεται από ευαισθησία για τις ανθρώπινες καταστάσεις και από έντονο κοινωνικό προβληματισμό, στηρίγματα πολύτιμα μέσα στη γενική συναισθηματική νέκρωση και την ακραία βαρβαρότητα που βιώνουμε.

 

Greek Canadian author Manolis Aligizakis has written three novels, numerous collections of poetry, articles and short stories in both Greek and English. His latest poetry book “Filloroes” consists of existential, erotic and sociopolitical themed poems with clear relation to everyday as well as to historical events. Emotions flow freely throughout the book. They are expressed via images of love, lust, unfaithfulness, loss and the feeling of the unaccomplished, search for the meaning of life, high ideals and the lack of freedom. The poet’s style and idiom are accentuated by his rhythm that is tied harmoniously with the content. Certain melancholy runs through the majority of the poems and underscores the battle between optimism and pessimism: “I want to plough/this ground all over/with a crop of new idealists…” (Saunter).

The style of the book, sometimes resembling prose, is accented by poetic conventions such as repetition, and the striding of verse that bring the poems to life. Similar result is shown by detail descriptions, rich imagery and musicality of the verse. The existential poems deal with death, weight of life and its meaning, old age, the inescapable end, fate, decadence. The erotic poems display a mixture of emotions such as desire, joy, sadness, denial, betrayal, loneliness and the convention of relationships. Although pain and disappointment are imbued in Eros the poet still considers it the most important variant of life: “and I leave my search/for something inconceivable/ or imaginary/and with no other word/I return/to your sensual loving.”(Discovery).

Social-political issues such as political struggle, sacrifice of comrades, defeat, history up to today, relation of the church to war, wondering and vision of a future Greece, the misery of city life, destruction, salvation, justice, the poet/poetess before today’s reality, are subjects of these poems. Sometimes at the end of some poems Manolis poses questions that are themselves the answers to such questions: “And you wonder/are we truly making progress/or careening brakeless of-ramps to Hell?” (Routine). Other times the poems lead to serious questioning: “and the young sparrow/sits on the branch and/clipping his wing feathers writes/no need for these anymore” (Sparrows). The collection is imbued by sensitivity toward the everyday human situations and is filled by serious questioning about the emotional death of today’s social landscape and the brutality we live in.

 

Αφροδίτη Γιαννάκη, ΕΝΕΚΕΝ, 2013/Aphroditi Giannakis, ENEKEN, 2013

elyths220px-Giorgos_Seferis_1963

Reviving Greek Poetry: Giorgios Seferis and Odysseas Elytis

Modern Greek literature is constrained by the greatness of its forebears, as the classical works of Antiquity constitute the pinnacle of canonical greatness. However, as Helena Cuss explains, two twentieth century writers, Giorgios Seferis and Odysseas Elytis, managed to bring new life to Greek poetry, for which they were both awarded the Nobel Prize.
Most readers of classic literature would claim to be well-versed in the great works of Greek literature: The Odyssey and The Illiad from Homer, works of the great philosophers Socrates, Aristotle and Plato and the tragedies of Aeschylus, Sophocles , and Euripides. These men all belong to a hazy golden age in our imaginations commonly thought of as ‘antiquity’. However, since then, Greek literature has ceased to be a conspicuous presence in the canon of Western literature with which we are all so familiar. The past 500 years or so have seen a flowering of English, American, French, German and Italian literature which have become the great ‘classics’. During the twentieth century burst of Modernism these nations in particular produced the most famed avant-garde thinkers, writers and artists, who shaped the culture we live and breathe today. What may be less well known to most is that in this whirling milieu of radicalism, under the pressure of political turbulence and European instability, two Greek poets were bringing the ancient traditions of the Hellenic past into the modern age, a feat for which they would both receive the Nobel Prize for Literature.

Unknown/WikiCommons
Giorgos Seferis and Odysseas Elytis both originated from outside of Greece (Elytis from Crete, and Seferis from Smyrna, in modern-day Turkey) but both moved with their families to Athens where they received their education. It is not difficult to see how they were both influenced by Greece’s rich cultural heritage, although they identified with different strands. Smyrna was taken by the Turks in 1922, and Seferis, having left in 1914, did not return until 1950. This sense of being an exile from his home deeply affected him, and so it is unsurprising that he identified with the ancient story of Odysseus, told by the great epic poet Homer, in which a hero of the long Trojan War is forced to wander the seas for ten years whilst he attempts to find his way home. It is possible to describe Seferis as something of a wanderer himself, as he had a long and successful diplomatic career, travelling to many different countries as the Greek Ambassador. The wanderer found a sense of closure on his visit to Cyprus in 1953, an island with which he felt an instant affinity, and which inspired him to end a seven year literary dry spell with the release of his book of poems Imerologio Katastromatos III, which celebrated his sense of homecoming.
Seferis’ particular brand of Hellenism, the main reason for his Nobel Prize for Literature in 1963, was concentrated on highlighting a unifying strand of humanism which endures in Greek culture and literature. This desire to find continuity between the cultures of ancient and modern Greece through his own personal interest in humanism is nowhere better demonstrated than in his acceptance speech of his Nobel Prize, in which he adapted a famous Greek myth: ‘When on his way to Thebes Oedipus encountered the Sphinx, his answer to its riddle was: ‘Man’. That simple word destroyed the monster. We have many monsters to destroy. Let us think of the answer of Oedipus.’ His place in Greek culture was demonstrated by the inclusion of a very famous stanza from his Mythistorema in the 2004 Athens Opening Ceremony. Moreover, his place in the hearts of the Greek people had been confirmed some years earlier upon his death: he became an important symbol of resistance against the repressive right-wing regime which terrorised Greece between 1967 and 1974, and at his funeral in 1971 huge crowds followed his coffin singing the words of his poem Denial, which was then banned. The poem itself conjures a wild and romantic vision of a Greek beach setting, but, as is characteristic of his work, with a human story at its heart. Mythistorema’s similarly watery setting is clearly taken from The Odyssey, of which it is in some ways a revised version; however, in the dreamy darkness of the narrative and the fragmentary form, and its rather loose allusions to the original story, it is easy to see the influence of T.S. Eliot’s Wasteland, which Seferis translated into Greek in 1936.

Jorge-11/WikiCommons
Where Seferis pointed the way, Elytis, with his friend’s encouragement, followed, and is today credited with the modernisation of Greek literature. Living in Paris in self-exile between 1948 and 1952, he was known and appreciated by some of the most important pioneers of the avant-garde, including artists Pablo Picasso, Henri Matisse, Marc Chagall and Alberto Giacometti. Similarly interested by the modern Hellenistic culture as his friend and mentor Seferis, we can also detect elements of Ancient Greece and Byzantine culture in his work. He received the Nobel Prize for Literature in 1979, perhaps chiefly because of his intensely personal style of writing; it is poetry that resonates with an absolute sincerity, even when speaking of the most rarefied of subject matter. A recurring theme is the metaphysics of the sun, or rather, the mystery of life, for he was a self-confessed ‘sun-worshipper’ or ‘idolator’. As Seferis’ poem Denial had been, his landmark work Worthy It Is became a great rallying anthem for all Greeks who resisted injustice, especially when set to music by Mikis Theodorakis. With an epic Biblical structure, it represents a fevered call to modern man for self-liberation and a hymn to the beauty of nature. Seferis’ works can be found translated into English in his Complete Poems, whilst Elytis’ Worthy It Is is published under its original name, The Axion Esti. It is perhaps time for us to recognise the importance of the role both of these writers brought to modern literature, in bringing the culture of Europe’s most ancient civilisation into the twentieth century, and fighting the epic battle against oppression and tyranny.
By Helena Cuss
http://www.theculturetrip.com