Posts Tagged ‘poems’

Odysseus Elytis

Posted: October 8, 2016 by vequinox in Aligizakis Manolis, Elytis, Literature
Tags: , , ,

odysseus-alepoudelis-elytis

ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ

 

Ι

 

Δεν ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου

Στο μυχό της ψυχής μου αράζει στόλος άστρων.

Έσπερε φρουρέ για να λάμπεις πλάι στο ουρανί

Αεράκι ενός νησιού που με ονειρεύεται

Ν’ αναγγέλω την αυγή από τα ψηλά του βράχια

Τα δυο μάτια μου αγκαλιά σε πλέουνε με το άστρο

Της σωστής μου καρδιάς. Δεν ξέρω πια τη νλυχτα.

 

Δεν ξέρω πια τα ονόματα ενός κόσμου που μ’ αρνιέται

Καθαρά διαβάζω τα όστρακα τα φύλλα τ’ άστρα

Η έχθρα μου είναι περιττή στους δρόμους τ’ ουρανού

Εξόν κι αν είναι τ’ όνειρο που με ξανακοιτάζει

Με δάξρυα να διαβαλινω της αθανασίας τη θάλασσα

Έσπερε κάτω απ’ την καμπύλη της χρυσής φωτιάς σου

Τη νύχτα που είναι μόνο νύχτα δεν τη ξέρω πια.

 

 

SUN THE FIRST

 

I

 

I no more know the night horrible anonymity of death

in the inlet of my soul a fleet of stars moors

that you, guarding Hesperus, would shine next to the sky

light breeze of an island dreaming of me

pronouncing the dawn from its high rocks

my two eyes sail you along with the star

of my true heart: I no more know the night.

 

I no more know the names of a world that denies me

clearly I read the ostracons, the leaves, the stars

hatred is superfluous to me in the roads of the sky

unless it’s the dream looking at me again

in tears that I pass through the sea of immortality

oh Hesperus, under the contour of your golden fire

the night which is only night I no more know.

 

 

Translated by Manolis Aligizakis

 

www.manolisaligizakis.com

Advertisements

ritsos_front-large

Η ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΜΟΝΤΕΛΛΟ

 

Μιά λάμψη η θάλασσα, ελαφρά σιδερωμένη απ’ τό χέρι

νεαρής σελήνης. Κι ήταν μιά ωραία αντίθεση μέ τά χέρια

τά τριχωτά καί τεράστια τού παίκτη πού κινούσε τίς κούκλες

στό υπαίθριο θέατρο.

Μοσκοβολούσε η νύχτα

κοριτσίστικο ιδρώτα κι αχινιό. Στή μεγάλη ταράτσα

μάς πρόσφεραν τηγανιτές μελιτζάνες καί μπύρα. Ένας στίχος τού Ντάντε

έλαμψε μιά στιγμή μονάχα, κρατημένος απ’ τούς κρότους

δύο φιλικών ποτηριών πού τσούγκρισαν στόν αέρα.

Τήν ίδια νύχτα

είδαμε στή σφουγγαρισμένη σφαλιστή Ψαραγορά, κάτω απ’ τό φανοστάτη,

τό χαρτονένιο κιβώτιο γεμάτο άδεια μπουκάλια. Δέν τό μαρτυρήσαμε.

Ωστόσο

η μουσική πού `βγαινε απ’ τά παράθυρα τού διανυκτερεύοντος εστιατορίου

τό διαλαλούσε κιόλας μπρός στίς μπαλκονόπορτες τών κοιμισμένων

νεονύμφων.

 

 

FIRST NIGHT IN MODELLO

 

The sea was like a flash, lightly ironed by the hand

of the new moon. And it was a nice antithesis to the hairy

huge arms of the player who moved the puppets

of the outdoor theater.

The night’s fragrance was

of girly sweat and urchin. They offered us fried

eggplant and beer on the large balcony. A verse by Dante

shined for just one moment held by the sound of two

friendly glasses clinking in the air.

The same night

in the mopped, closed fish market under the lamppost we saw

a carton crate filled with empty bottles. We didn’t disclose it.

However

the music coming from the windows of the all-night restaurant

already declared it in front of the balcony doors of the sleeping

newlyweds.

 

 

YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

www.manolisaligizakis.com

ritsos_front-large

ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΑ

 

Η τελετή είχε αρχίσει. Η πομπή ανηφόριζε το λόφο.

Στα χέρια τους κρατούσαν πεπλοφόρα ξύλινα αγάλματα. Κόρες

με διάφανους χιτώνες ρίχναν κιόλας το ακόντιο. Κάτω απ’ τις λεύκες

οι εννιά ληστές παίζαν τα ζάρια. Πιο κάτω, πλάι στο ποτάμι,

οι αυστηροί ελεγκτές με αδιάβλητη ακρίβεια μετρούσαν

τα όργανα των εφήβων. Ο Εύμολπος, φυγόπονος πάντα,

έτρωγε μια κονσέρβα κάτω απ’ την αψίδα. Τότε, ο Τυφλός,

με άσπρη ταινία στο μέτωπο κι ένα κανίσκι σταφύλια,

πέρασε μπρός μου και μου άφησε στα γόνατα τη λύρα.

 

 

RITUAL

 

The ritual had started. The procession was going up the hill.

In their hands they held wooden statues in peplos. Korae

in diaphanous chitons threw their spears. Under the poplars

the nine thieves rolled the dice. Farther down, by the river,

the strict supervisors counted the phalluses of the ephebes

most accurately. Eumolpos, always lazy,

under the arch, was eating out of a can. Then, the Blind One,

with a white band on his forehead and a basket of grapes,

passed in front of me and placed the lyre on my knees.

 

 

YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

www.manolisaligizakis.com

 

cloe-and-alexandra_cover_aug265

ΛΑΤΙΝΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Στροβιλίστηκαν και πύρωσαν στον έρωτα.

Ναρκωμένη ακόμη απ’ τα φιλιά του

νόμισε πως έβρεχε έξω, αλλά εκείνος την πρόλαβε:

«Δεν είναι βροχή παρά οι κρότοι απ’ τα ξερόκλαδα

που καίει ο κηπουρός στον κήπο».

Ντύθηκαν, και αφού της έβαλε κάτι να πιεί,

άνοιξε και της διάβασε ποίηση του Οράτιου

απ’ το πρωτότυπο.

Της διάβασε γαμήλιους ύμνους.

Ιδιόρρυθμοι λαρυγγισμοί και φθόγγοι

και χυμώδεις λέξεις των λατινικών.

Μετά τον έρωτα τελείωσαν με στίχους.

 

 

POEMS in LATIN

 

They rolled around conflagrated by passion.

Still in seventh heaven by his kisses,

she thought it was raining but he corrected her:

‘It isn’t rain but the crackling of the dry wood

the gardener is burning outside’

They got dressed and after he offered her a drink,

he opened a book and read Horatio’s poetry

from the original version.

He red some erotic hymns

with his accent trills and sounds

and the juicy words in Latin.

After their lovemaking they finished with verse.

 

Cloe and Alexandra, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2013

www.manolisaligizakis.com

 

elyths

SEVEN NOCTURNAL HΕPTASTICHS

VI

Unfathomable night bitterness with no end
sleepless eyelid
pain is burnt before sobbing
loss bends before is weighed

moribund ambush
when the syllogism of its futile meander
is shattered on the apron of its destiny

ΕΠΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΕΠΤΑΣΤΙΧΑ

VI

Ανεξιχνίαστη νύχτα πίκρα δίχως άκρη
βλέφαρο ανύσταχτο
πριν βρει αναφιλητό καίγεται ο πόνος
πριν ζυγιαστεί γέρνει ο χαμός

καρτέρι μελλοθάνατο
σαν ο συλλογισμός από τον μάταιο μαίανδρο
στην ποδιά της μοίρας του συντρίβεται

~ ORIENTATIONS, Odysseus Elytis, translated by Manolis Aligizakis
~ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Οδυσσέα Ελύτη, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

nostos and algos cover_300

ΕΠΙΜΟΝΗ

Μια μάνα μοιρολογά για το τέλος
που ακάθεκτο επιτίθεται
και συ γράφεις ποιηματάκια
για τα πουλιά και τα δεντρά
έστω κι αν δεν πρόκειται κανείς
ποτέ τα διαβάσει εχτός
κι αν ο αγέρας σταματήσει να φυσά
με περιέργεια και πλησιάσει να τα δει
και σαν τον κλέφτη
να τα πάρει στην αντιπέρα όχθη
εκεί που μέχρι κι οι νεκροί
ποιήματα διαβάζουν φωναχτά

κι είπες—

ξανά θα δοκιμάσω τη φωνή
του τριζονιού να μετατρέψω
σε ανατρίχιασμα

INSISTENCE

A mother laments for the end
that attacks impetuously
and you write your little poems
about the little trees and the chickadees
even if no one ever reads them
unless the wind stops blowing
and curiously comes near them
to take them to the opposite side
where even the dead orate poems

and you said—

again I shall try to transform
the cricket’s song
into a shiver
~ΝΟΣΤΟΣ και ΑΛΓΟΣ, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2012

elyths
And forever the world the small the Great!

~ Le temps est si clair que
je tremble qu’il ne finisse…

~ André Breton

For Andreas Embeirikos

7

The sky rests in ignorance
Man rests on the gunwale of sleep
A lucky captive of a flame is exonerated
writing its initials in the dark
Spread in another privileged world of shut eyelids

Lust applies its images nearer the lock
Of the great unsuspected secret that moves toward
its deliverance: life existing in another life
Blood flowing from my eyes, to the actions of
its heroes (discreet star)
And the fear of my hands trembles, rises to the
colors of the oblivion’s escutcheon
I see the laughter that wrote its destiny
I see the hand that gave its shiver
And I am wrapped in clouds that a shovelful of clear sky
easily deciphers.

Trusted light refills my green park, ready I am
to your calling
We are two, and farther down the seashore again
with most well-known cries of the gulls
Wherever I sail here I moor, darkness owes my body
to light
Earth to the sea, rough seas to calmness
Hanging from the fringes of a dawn which purified
nocturnal pasts
I taste the new sounds, achievements of the dew
that believed in trees
A fresh presence proceeds to its roots and
earns the day
Like a heart that finally finds its place
Like a woman who finally feels her youth
And gifts unending lust opening her eyes to the worlds

Blonde day, reward of the sun and Eros.

~ Orientations, Odysseus Elytis, 1940, (Ikaros 2002)

~ http://www.thepoetsiloved.wordpress.com
Αιέν ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας!

Οι κλεψύδρες του αγνώστου, ζ’ (Οδυσσέας Ελύτης)

Le temps est si clair que
je tremble qu’il ne finisse…

~André Breton
Στον Ανδρέα Εμπειρίκο
ζ’
Στην άγνοια ξεκουράζεται ο ουρανός
Στην κουπαστή του ύπνου ο άνθρωπος
Τυχερός αιχμάλωτος μιας φλόγας που αθωώνεται γράφοντας τ’ αρχικά της στο σκοτάδι
Απλωμένο σ’ άλλον κόσμο των κλειστών βλεφάρων προνομιούχο
Πιο κοντά στην κλειδαριά
Μεγάλου μυστικού που ανύποπτο σαλεύει προς τη λύτρωση
Εφαρμόζει ο πόθος τις εικόνες του, ζωή που υπάρχει σ’ άλλη ζωή
Αίμα που τρέχει από τα μάτια μου, στις πράξεις των ηρώων του (άστρο εχέμυθο)
Και τρέμει ο μόχθος των χεριών μου, υψώνεται ως τα χρώματα του θυρεού της λήθης
Βλέπω το γέλιο που έγραψε τη μοίρα του
Βλέπω το χέρι που έδωσε το ρίγος του
Και τυλίγομαι σύννεφα που εύκολα ξεδιαλύνει μια φτυαριά ουρανού καθάριου.
Έμπιστο φως ξαναγεμίζεις το άλσος μου, έτοιμος είμαι στο προσκάλεσμά σου
Είμαστε δυο, και παρακάτω η ακροθαλασσιά πάλι με τις πιο γνώριμες κραξιές των γλάρων
Όπου κι αν βάλω πλώρη εδώ αράζω, το σκοτάδι με χρωστάει στο φως
Η γη στη θάλασσα, η φουρτούνα στη γαλήνη
Κρεμασμένος απ’ τα κρόσσια μιας αυγής που εξάγνισε τα νύχτια παρελθόντα
Γεύομαι τους καινούριους ήχους, άθλους της δροσιάς που επίστεψαν στα δέντρα
Μια χλωρή παρουσία προχωράει στις ρίζες της κι αποκτάει τη μέρα
Σαν καρδιά που μπαίνει πια στη θέση της
Σαν γυναίκα που νιώθει πια τα νιάτα της
Και χαρίζει ανοίγοντας τους κόσμους των ματιών της ηδονή ανεξάντλητη
Μέρα ξανθή, του ήλιου ανταμοιβή και του Έρωτα.
~ Από τη συλλογή Προσανατολισμοί (1940) του Οδυσσέα Ελύτη (εκδ. Ίκαρος 2002)

!cid_FF0E7BB686D041B4A974EAF98AEB630F@userHP

SUBTERRANEAN ECHO

Deeply rooted in
its chthonian base
this Salish Sea succumbs to
the whim of winds, imbibers of logic
the Great Spirit’s indocile children
free in their roughness, calm
in their sleep and this sea, glaucous
as it has been, radiant as it has glowed
suffers not in its attachment to earthly
depths, crevasses of the mind and
insists to adorn the tip of the painter’s
brush with its brilliance

ΥΠΟΧΘΟΝΙΟΣ ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ

Βαθειά ριζωμένη στη γήϊνή της
βάση, αυτή η θάλασσα
υποκλείνεται στα τερτίπια
των αγέρηδων, μίμων της λογικής
του Μεγάλου Πνεύματος
ατίθασα παιδιά, λεύτερα μέσα
στη τραχύτητά τους, ήρεμα
στον ύπνο τους κι η θάλασσα τούτη
γλαυκή καθώς έχει υπάρξει
αντανακλούσα καθώς έχει γενεί
απροσκόλλητη σε γήϊνο βάθος
ή τις πτυχές του νου, επιμένει
με τη λάμψη της να διακοσμεί
του ζωγράφου το πινέλλο

~ΧΘΟΝΙΑ ΚΟΡΜΙΑ Κορμιά, συλλογή δημιουργούμενη.Πίνακες του Ken Kirkby, ποιήματα Μανώλη Αλυγιζάκη
~CHTHONIAN BODIES, collection in the process. Paintings by Ken Kirkby, poems by Manolis Aligizakis

 

Image

POEM

A poem I shall become—

said the solitaire rock—

the tree’s mysticism to idolize

its stamina in thrusting

its seed on my barren feet

quotient soil, my resilient company

turning into an exclamation point

sigh on the lips of visitors from

city where poems are hardly found and

rocks with trees such as mine

are impossible to be versed

 

ΠΟΙΗΜΑ

Το ποίημα θα γίνω—

είπε ο έρημος βράχος—

του δέντρου το μυστικισμό να προσκυνήσω

το σθένος του να σπέρνει στ’ άγονα πόδια μου

και στο λιγοστό χώμα το σπόρο του

ακαταμάχητη ευκαμψία που γίνεται

θαυμαστικό στα χείλη επισκεπτών

απ’ την πόλη που ποιήματα δύσκολα γράφονται

και βράχοι με δέντρα σαν και το δικό μου

είναι αδύνατο να γίνουν στίχοι

DEVOTION

Let my arms become a shelter where

the vulnerable will seek refuge—said

the red cedar—the tree of life, call me

in my shade let the birds sing even when

the axe nears my back and falling the mighty

canoe I shall become to travel river-bends

peaceful, tranquil and sοngs of tenderness

I want to hear from moist lips of people in love

ΑΦΟΣΙΩΣΗ

Αφήσετε τα χέρια μου να γίνουν καταφύγιο

να βρουν και θαλπωρή οι αδύναμοι του κόσμου—

ο κοκκινωπός κέδρος ανακοίνωσε—

δέντρο ζωής ας με καλέσουν που επιτρέπω

στα πουλιά να τραγουδούν στον ίσκιο μου

ακόμα κι όταν το τσεκούρι πλησιάζει

στη ράχη μου κι αν πέσω ένα κανώ θα γίνω

για να ταξιδέψω καμπύλες ποταμού και

ειρηνικούς ψαλμούς στοργής ν’ ακούσω

από υγρά χείλη ανθρώπων που αγαπούν

~ManolisAligizakis/Μανώλης Αλυγιζάκης

Βραβείο και Αναγνώρηση

Η International Arts Academy ανακοινώνει ότι ημετάφραση του Μανώλη Αλυγιζάκη ποιημάτων του νομπελίστα μας ποιητή Γιώργου Σεφέρη, “George Seferis-Collected Poems”, Libros Libertad 2012, απέσπασε το πρώτο διεθνές βραβείο ποίησης.

Επίσης η International Arts Academy απονέμει στο Μανώλη Αλυγιζάκη το τιμητικό  βραβείο “Master of the Arts in Literature.”

Award and recognition

The International Academy for the Arts is pleased to announce that Manolis Aligizakis’ translation book “George Seferis-Collected Poems”, Libros Libertad – 2012, has been awarded the 1st International Poetry Prize.

The Academy has also awarded Manolis Aligizakis with an honorary “Masters in Literature.”

www.artsociety.gr/artacademy