Posts Tagged ‘naked’

Cloe and Alexandra_cover_aug265
ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΠΟΙΗΜΑ

Έρχομαι σε σένα με το σώμα μου γυμνό.
Πρώτα παχουλό και ασχημάτιστο
με δίπλες στα χέρια και στα πόδια
ύστερα έφηβο στο μωβ του κοχυλιού
χωρίς την εισβολή του μολυβιού
που θα αλλάξει την άγνοια της γραφής
τέλος γυναικείο,
με εγγεγραμμένη
την κοιλάδα της απώλειας
φουσκωμένο με την υγρή βεβαιότητα της γέννας
με λέξεις καμπύλες
για να κρύβουν και να έλκουν
με τα κενά ανάμεσα στους στίχους
για να σιωπούν
και να χωρούν το σχήμα των δαχτύλων σου.
Έρχομαι σε σένα
κάθε βράδυ,
ποίημα γυμνό και μόνο
γεμάτο ψίθυρους και αρχαία μυστικά.
Για να με διαβάσεις.

 

THE NAKED POEM

I come to you naked.
At first chubby and unshaped
with folds of skin under my arms and legs
then a teenager in a conch’s purple
without the pen’s interference
to change the ignorance of writing
a woman’s purpose
with an incised
valley of loss
swollen by the moist certainty of childbirth
with contour words
to hide and attract
with gaps between the verses
that they may stay silent
and contain the shape of your fingers.
I come to you
every night,
a naked and lonely poem
full of whispers and ancient secrets.
That you may read me.

~CLOE and ALEXANDRA, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2013
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.vequinox.wordpress.com

Ritsos_front large
Στό στρατώνα

Τό φεγγάρι μπήκε στό στρατώνα.
Ψαχούλεψε τίς κουβέρτες τών φαντάρων.
Έπιασε ένα γυμνό χέρι. Κοιμήσου.
Κάποιος παραμιλάει. Κάποιος ροχαλίζει.
Μιά σκιά χειρονομεί στό μακρύ τοίχο.
Πέρασε τό τελευταίο τράμ. Ησυχία.

Μπορεί όλοι αυτοί νάναι αύριο πεθαμένοι;
Μπορεί από τώρα κιόλας νάναι πεθαμένοι;

Ένας φαντάρος ξύπνησε.
Κοιτάζει γύρω μέ γυάλινα μάτια.
Μιά κλωστή αίμα κρέμεται απ’ τά χείλη τού φεγγαριού.
In the Barracks

The moon entered the barracks.
It rummaged in the soldiers’ blankets.
Touched an undressed arm. Go to sleep.
Someone talks in his sleep. Someone snores.
A shadow gestures on the long wall.
The last trolley bus went by. Quietness.

Can all these be dead tomorrow?
Can they be dead from right now?

A soldier woke up.
He looks around with glassy eyes.
A thread of blood hangs from the moon’s lips.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

Image

 

ΥΣΤΕΡ’ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΛΗΜΜΥΡΑ

Κείνες τις μέρες έβρεχε ασταμάτητα. Κατέβαζε πολύ νερό.
Το ποτάμι πλημμύρισε. Δε φαινόταν η γέφυρα.
Κόσμος καθόταν στις όχτες. Περίμεναν. Η βροχή δε σταμάταγε.
Κάποιοι πετούσαν τα βρακιά τους, τα παπούτσια τους, για να
περάσουν το ποτάμι.
Ύστερα μέναν έτσι. Δέν περνούσαν. Κάθονταν στη βροχή γυμνοί
ώσπου νύχτωνε και δεν ξέραμε πια: έμειναν τάχα εκεί; περάσαν
το ποτάμι; πνίγηκαν;

Την άλλη μέρα είχε λιακάδα. Το ποτάμι χαμήλωνε.
Ο έρωτας περνοδιάβαινε στο γεφύρι παίζοντας με τα φύλλα
και πια κανένας δε θυμόταν τα κατορθώματα κείνων που πά-
λεψαν με το νερό
ούτε τα κλάματα κείνων που τους χώρισε το ποτάμι
ούτε κείνους που πνίγηκαν στη νύχτα.

Ένα παπούτσι αρμένιζε ήσυχα μες στο ποτάμι
σα βάρκα ενός πουλιού μες στα παιχνίδια τού νερού και του ήλιου.

 

AFTER THE FLOOD

Those days it rained unceasingly. Torrential rain.
The river flooded. You couldn’t see the bridge.
People stood by the banks. They waited. The rain wouldn’t stop.
Some did away with their underpants and shoes so they
could cross the river.
Then they stayed like that. They didn’t cross. They stayed in the rain
naked until night came and we didn’t know further: did they stay
there? Did they cross? Did they drown?

The next day it was sunny. The river had receded.
Eros went back and forth on the bridge playing with the leaves
and no one remembered anymore the deeds of the ones who fought
the water
neither the cries of those who the river separated
nor those who drowned during the night.

One shoe sailed calmly on the river
like a boat of a bird amid the games of the water and the sun.

 

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

vortex_cover

DISCOVERY

I touch the mirror
searching for

the feeling
of my motionless idol

opposite every move you make
naked on our bed

and smiling at me
you call me in your embrace

and I stop my search
for the unknown and imaginary

and hurriedly return
to your lustful kiss

ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ

Αγγίζω τον καθρέφτη
και για κάποιο ψάχνω

του γυαλιού συναίσθημα
το ακίνητο μου είδωλο

αντίθετα στο κάθε λύγισμά σου
επάνω στο κρεβάτι μας γυμνή

να μου χαμογελάς
να με καλείς στην αγκαλιά σου

κι αφήνω στη στιγμή την έρευνά μου
για κάτι ασύλληπτο ή ιδεατό

και δίχως λέξη βιαστικά γυρνώ
στο αισθησιακό σου φίλημα
~ VORTEX, Libros Libertad, Vancouver, BC, Canada, 2011

GIANNIS STRATIS “PARADISE” MANOLIS ALIGIZAKIS “VORTEX” HD

Hermes_Wallpaper_by_hameat

HERMES

First morning and he helped me find why

I was different
from the statue, tasty that
I was like the abalone.
Individuation
incarnation and
shiny pebbles
by the shore
naked Korae with
the sweetness of fresh grapes
during the summer eve
purple colored sighs and
the lone martyr I became as
I felt indisposed to uphold
blasphemies of the pious
thus I deleted their advise
and turned inward to my roots
the depth of this path to pass

to reach my catharsis
that the north wind
claimed my carcass
but not before
I defended the holy ground
my armor
the exquisite aroma of gardenia

gills of fishes full of bubbles
and small sponges
I pulled from
the bottom of the sea
another way
to cleanse the impurities
of my soul

ΕΡΜΗΣ

Πρώτο πρωί και με βοήθησε να καταλάβω

γιατί ξεχώριζα απ’ το άγαλμα
νόστιμος
που ήμουν σαν τη πεταλίδα.
Εξατομίκευση
ενσαρκωμένη
και στιλπνά βότσαλα
στην ακροθαλασσιά
γυμνές κόρες
με τη γλύκα του σταφυλιού
απόβραδο καλοκαιριού
μενεξελί στεναγμοί

ο μόνος μάρτυρας εγώ
απρόθυμος που ήμουν να κηρύττω
βλαστήμιες των θεοσεβών
κι έτσι διέγραψα τις συμβουλές τους
και στράφηκα στις ρίζες μου
του βάθους το μονοπάτι να διανύσω

για να φτάσω στη κάθαρση
που ο βοριάς
αξίωσε το πτώμα μου
μα όχι πριν
ν’ αμυνθώ το άγιο χώμα
μ’ όπλο
το υπέροχο άρωμα της γαρδένιας

σπάργανα ψαριών γιομάτα φυσαλίδες
και μικρά σφουγγάρια που έσυρα
απ’ το βυθό της θάλασσας
ήταν κι αυτό ένας τρόπος
να εξαγνίσω την ψυχή μου
απ’ όλες τις ατέλειες

~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress.

Ritsos_front large

ΠΡΟΣ ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ

Αργά τη νύχτα, που αραιώνει η κίνηση των δρόμων
κ’ οι τροχονόμοι εγκαταλείπουν τις θέσεις τους, αυτός
δεν ξέρει πια τι να κάνει, κοιτάει απ’ το παράθυρο κάτω
την τζαμαρία του μεγάλου καφενείου, χνωτισμένη
απ’ τους ατμούς της αυπνίας, κοιτάει τα γκαρσόνια
φασματικά, διαθλασμένα, ν’ αλλάζουν πίσω απ’ το ταμείο,
κοιτάει τον ουρανό με τις φαρδειές λευκές οπές, απ’ όπου
διακρίνονται οι τροχοί του τελευταίου λεωφορείου. Κ’ ύστερα
αυτό το “τίποτ’ άλλο, τίποτ’ άλλο”. Μπαίνει μέσα
στην ολόγυμνη κάμαρα, ακουμπάει το μέτωπό του
στον ώμο του δικού του αγάλματος (ψηλότερο απ’ το φυσικό)
νιώθοντας τη δροσιά του πρωινού πάνω στο μάρμαρο, ενώ,
κάτω στο προαύλιο με τις σπασμένες πλάκες, οι φύλακες
μαζεύουν τους κομμένους σπάγγους απ’ τα δέματα των εξορίστων.

TOWARD DAWN

Late at night when the traffic slows down
and the traffic wardens leave their posts he
doesn’t know what to do anymore; from his window
he looks down at the big glass of the cafe front steamed up
by the breathing of sleeplessness; he looks at the
spectral, refracted waiters changing clothes behind the cash;
he looks at the sky with its wide white holes
discerning in them the wheels of the last bus. And then
that: “nothing else, nothing else.” He enters
the totally empty room; he leans his forehead
on the shoulder of a statue resembling him (unnaturally taller)
feeling the freshness of morning on the marble while
down in the courtyard with the broken flagstones the guards
gather and cut strings of the packages of the exiled.

~Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Selected Poems/translated by Manolis Aligizakis

 

 

 

!cid_178308138DCA4B20A98C2CCBFAB16FA0@userHP

ΑΣΠΙΣ

Καθώς τό σκουτάρι τοῦ ἥλιου
γκρεμίστηκε στούς πολεμικούς ταρσανάδες της δύσης
λυώνει τῆς μέρας τό πρόσωπο
μιά μούμια πεταμένη στό φῶς.
Τά δέντρα ’κεῖ πού θάψαν τό μπόι τους
στήνουν στά πετεινά παγίδες.
Ἕνα καράβι βουλιάζει στήν στεριά
καί τοῦ δρυμοῦ τά ζουλάπια
ξεστρατίσαν στοῦ πέλαου τίς ὀρεινές
γιδοπατιές.
Βγαίνουν στή φόρα οἱ μαστρωπεῖες τῶν ἄστρων
καί τῆς ρεματιᾶς τό αἷμα
βουίζει γυμνό
σπάζοντας τῶν νερῶν τήν ἐπιδερμίδα.
Ἡ σάρκα τῶν πραγμάτων
δέν ἀγγειάζεται οὔτε μέ τόν βασιλικό.
Τό κορμί μου τοῦ Λινοῦ γδαρμένο κρέμεται
στό κατάρτι τοῦ μεσονυχτιοῦ.

SHIELD

When the shield of the sun
descended to the careenage of the west
the face of day melted
a mummy thrown into the light.
Trees set traps for the birds there
where they buried their heights.
A ship sank into the soil
beasts of the forest
went astray into the mountain
goat paths.
The stars’ procurement is revealed
blood of the ravine
buzzes naked
slashing the skin of the water.
In basil the flesh of things
cannot find refuge
Linos’ skinned body hangs
over the mast of midnight.

 

Cloe and Alexandra_cover_aug265

Στον κινηματογράφο (Χλόης Κουτσουμπέλη)

 

Θα φορώ το καινούργιο κόκκινο παλτό.

Θα φοράς γαλάζιο πουκάμισο και τζην.

Θα παίζει μία από τις αγαπημένες μας ταινίες

τον εραστή ή την Καζαμπλάνκα

ή το Χιροσίμα αγάπη μου.

Εγώ θα κλαίω όπως πάντα.

Εσύ θα μου φιλάς το μέσα ηφαίστειο της παλάμης.

Θα μου χαιδεύεις τα μαλλιά

πολύ απαλά για να μην σπάσουν

επειδή μία μνήμη θροίζει στο μυαλό σου

πως το έχουμε ζήσει όλο αυτό

και πριν, παλιά,

στην Βιέννη αρχές του αιώνα

στην Κων/πολη σε έναν τεκέ

ή ακόμα πιο πίσω σε έναν κήπο.

Το χέρι σου δεν θα αγγίζει το κορμί μου

θα είναι απλώς κομμάτι του

όπως ο ομφαλός

ή μία μοίρα.

Κι έτσι καθισμένοι

ο ένας δίπλα στον άλλο

μέσα στο απόλυτο σκοτάδι

μέσα στο απόλυτο πλήθος

μέσα στο απόλυτο τώρα

θα κολυμπήσουμε μαζί

ο ένας μες στον άλλο.

Και όταν η μαύρη φάλαινα τελικά μας καταπιεί

κοίτα θα πούμε

εκείνη την ημέρα πήγαμε κινηματογράφο.

 

At the Movie Theater (Cloe Koutsoubelis)

I’ll wear the new red overcoat.

You will wear your blue shirt and jeans.

One of our favored films will be shown

the ‘Lover’ or “Casablanka’

or “Hiroshima my Love”.

I shall cry as always.

You’ll kiss the volcano of my palm.

You’ll caress my hair

softly that it won’t break because

a memory fluttering in your mind

that we’ve lived these events

in the past, back then

in Vienna, beginning of the century

in a teke in Konstantinoupoli

or even behind a garden.

Your hand won’t touch my body

it’ll simply be part of it

like the phallus

or one of the Fates

and that way sitting

next to each other

in complete darkness

among all these people

precisely in the now

we’ll swim together

inside each other.

And finally when the black whale swallows us,

look, we shall say,

that day we went to the movie.

 

ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΖΕΥΓΑΡΙ (Αλεξάνδρας Μπακονίκα)

Χάθηκε στην πυκνή βλάστηση
να βρει δρομάκι για τη θάλασσα.
Εμείς σταθήκαμε ψηλά και περιμέναμε.
Ανέβηκε λαχανιασμένος:
«Πάμε παρακάτω, η πλαγιά
είναι απότομη
αλλά ήταν φίνοι, ήταν ωραίοι,
ακάλυπτοι ανάμεσα στα δένδρα
ένα σώμα οι δυο τους,
ενωμένοι.
Σαν πολύτιμο τρόπαιο
της πιο αθώας εξερεύνησης,
μας έδειξε αργότερα το ζευγάρι,
όταν κατέβηκε κι αυτό στην αμμουδιά.

 

THE NAKED COUPLE (Alexandra Bakonika)

He got lost in the lush verdure
trying to find a path to the sea.
We stood somewhere higher and waited.
He climbed back up huffing:
‘Let’ s go further, the slope here
is steep.’
but they were fine, beautiful,
uncovered among the trees
one body the two of them,
joined together.

Like a valued trophy
of the most innocent exploration
he pointed to us the couple later on
when they as well descended to the beach.

~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Translation Manolis Aligizakis

Panoramic view

through your eastern window

towards the plaza where

the naked statue of Eros

gleams in the sunlight

and you feel the urge

to run and cover it with

a white bed-sheet

unstained from last night’s

orgasmic song

shame that young, innocent

children see him

with his wide open eyes

and his discernible erection

Η θέα είναι απερίγραπτη από
το ανατολικό σου παράθυρο

πρός την πλατεία που
το ολόγυμνο άγαλμα του Έρωτα

λαμποκοπά στήν αντηλιά
κι αισθάνεσαι τήν ορμή να

τρέξεις και να τόν καλύψεις
μ’ ενα σεντόνι άσπρο

κι αλέκιαστο απ’ τη
χθεσινοβραδινή συνουσίαση

ντροπή που τ’ άγνωρα παιδιά
έτσι τον βλέπουν

μ’ ολάνοιχτα τα μάτια του
και την ανεπαίσθητή του στύση