Yannis Ritsos’ ISMENE//translated by Manolis Aligizakis

Posted: 19/02/2020 by vequinox in Literature

Yannis Ritsos_cover4

Αυτή η αργή αυστηρότητα πολλαπλασιάζει την απόσταση
από μένα σε μένα, απ’ τη μια κίνηση στην άλλη,
απ’ τη μια θύμηση στην άλλη. Ένας ολόκληρος μήνας θα χρειαστεί
να περάσεις απ’ το ’να δωμάτιο στ’ άλλο. Μια αόριστη ομίχλη
στέκεται ανάμεσα στα πάντα. Πολλές φορές, τα χειμωνιάτικα πρωινά,
κάθομαι εδώ, πίσω απ’ τα τζάμια και κοιτάω φιλικά την απόσταση· στο βάθος
τυχαίνει κάποιος να περνάει καμιά φορά, ατμισμένος,
μια απρόσωπη, άσαρκη κηλίδα — κι ούτε επιχειρείς να την προσδιορίσεις
ούτε σε νοιάζει πού θα πάει —εδώ ή εκεί— το ίδιο κάνει.

Τα δέντρα
άυλα κι αυτά. Κείνες τις ώρες, αν κάποιος ξυλοκόπος
δοκίμαζε με το πελέκι του να κόψει μιαν ιτιά, ένα κυπαρίσσι,
ούτε ήχος ούτε ξύλο ούτε πελέκι.
Αυτή η ωραία αοριστία
είναι η μοναδική πραγματικότητα — φτιάχνει από μένανε μια ξένη
μακρινή κι άτρωτη σχεδόν, όπως εκείνη η κηλίδα στην ομίχλη,
και χαίρομαι αυτή την ελαφρότητα, μόλο που τη φοβούμαι κάπως.

Αν βγάλω τούτα τα βραχιόλια, αν λύσω τη νύχτα τα μαλλιά μου,
αν λύσω τα κορδόνια απ’ τα σαντάλια μου, προπάντων αν βγάλω
ετούτα τα βαριά περιδέραια, που μου κρατούν το λαιμό σα χαλκάδες,
θαρρώ πως θα φύγω προς τα πάνω, θα εξαερωθώ. Δε θα το ’θελα.
Ίσως γι’ αυτό τα φορώ. Με στερεώνουν κατά κάποιο τρόπο,
παρότι μ’ ενοχλούν συχνά· — τα φορώ και στον ύπνο μου, σα να ’μαι
ένα σκυλί που εγώ η ίδια το ’χω δέσει μπρος σε μια πεσμένη πόρτα.


This slow austerity extends the distance

between me and myself, between one movement and another

from one memory to another. It takes a whole month

to go from one room to the other. A vague fog always

covers everything. Often, during the winter mornings,

I sit here and gaze the distance with a friendly eye; a person

might go by at the far end, among the fog, a faceless,

fleshless dot — you don’t even try to confirm the direction

towards which he’s headed, you don’t care — here or there

it’s the same.


The trees, also intangible. During those hours, if a lumberjack

decides to cut an oak or a cypress with his axe

there would be no sound, no wood, no axe.

That beautiful vagueness

is the only reality that it creates, out of me, a distant

and almost invincible stranger, like that dot in the fog

and I enjoy this lightness although I’m a little afraid of it.


If I take off these bracelets, if I loosen my hair during the night,

if I undo the straps of my sandals, especially if I take off

these heavy necklaces, that wrap my neck like hooks,

I believe I’ll rise up in the air, I’ll become air. I wouldn’t

like that. Perhaps for this reason I wear them. They steady me

to some extent although they tire me. I have them on while

I sleep, as if I am a dog tied in front of a fallen door.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s