Posts Tagged ‘women’

cloe-and-alexandra_cover_aug265

ΙΕΡΗ ΠΕΤΡΑ ΙΙ

 

Περπατάμε μαζί στην αμμουδιά.

Ψάχνω με αγωνία την ξύλινη εξέδρα.

Δεν βλέπω τον ναυαγοσώστη με το ριγέ μαγιο.

Που όμως τελικά ποτέ του δεν υπήρξε.

Γι αυτό κανείς δεν μας έσωσε από τον πνιγμό.

«Έχω ένα ραντεβού στο εργαστήριο» λες

«θα κάνω λοβοτομή σε βάτραχο για να ξεχάσει».

Τα μάτια σου δεν είναι πια μικρά παγώνια

ούτε κολυμπούν στο μέλι.

Τότε ακούγεται το τσαγερό να βράζει

το τρένο αίφνης ξεκινά

φορώ ένα λευκό ταγέρ

από το τελευταίο βαγόνι σου κουνώ το χέρι.

 

Ακόμα και ο ύπνος μου σ’ αποχαιρετά.

 

 

HOLY ROCK II

 

Together we walk on the seashore.

I desperately search for the wooden platform.

I miss the lifeguard with his striped bathing suit

who, at the end, never existed.

For this we never got saved from drowning.

‘I have a commitment at the plant’ you say

‘I’ll perform a lobotomy on the frog so it can forget.’

Your eyes aren’t small peacocks anymore

nor do they swim in honey.

Then the tea pot is heard boiling

suddenly the train starts departing

I wear a white ensemble

and from the last car I wave to you.

 

Even my sleep says goodbye to you.

Cloe and Alexandra, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2013

www.manolisaligizakis.com

Featured Image -- 6218
ΟΙ ΜΕΡΕΣ είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν, όταν ήρθαν αυτοί που
ξέρουν να περιμένουν
σαν την παρθενία, οι γυναίκες ταράχτηκαν κι έγειραν άξαφνα
όπως η υπομονή μες στον πολύν καιρό, εμείς ακουμπισμένοι στ’
αμόνια
κοιτάζαμε τήν πόλη ερημωμένη, κι ά, τί φριχτές σκηνές από πα-
νάρχαια γεγονότα,
κι όταν, στο γέρμα του ήλιου εκείνοι ξανάφυγαν και τα γαβγίσμα-
τα των σκυλιών
όλο και πιο πολύ μεγάλωναν την απόσταση, δεν έμεινε
παρά το μοναχικό άστρο κι η μυρουδιά που είχε το άχυρο
στην παιδική ηλικία.

THE DAYS had become longer when the ones who know how
to wait arrived
like virginity, women stirred and suddenly stooped
like patience in the infinity of time and we bowed over
the anvils and
we gazed the deserted city and yes the horrible images coming
from ancient events
and when at sundown those people left and the barking
of dogs
slowly made the distance longer only the lone star was left
and the odor of hay emitted from our childhood years.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

cover

Ο ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ πυρετός των δρόμων, οι μεγάλες απόπνοιες απ’
τις πυρκαγιές,
και πάλι παλιές διηγήσεις, ενώ το ήρεμο αδράχτι των γυναικών
οδηγούσε μυστικά τις ώρες. Κανείς δε μας αναγνώρισε όταν γυρί-
σαμε,
καθίσαμε κι εμείς μες στην ανωνυμία μας, σαν τον ξυλοκόπο
μες στη συγνώμη των δέντρων, ώσπου σιγα σιγά μας ξέχασαν,
δεν είχαμε ούτε όνομα, ούτε προσδοκία. Όπως τ’ αγάλματα είναι
αθάνατα,
συντηρώντας μια θνητή μας ώρα.
THE ENDLESS fever of the roads the strong smell emitted
by conflagrations
and again the old stories, while the women’s serene spindle
secretly guided the hours. Nobody recognized us when we
returned
so we dwelled in our anonymity like the lumberjack
in the forgiveness of the trees until slowly they forgot of us:
we had neither name nor expectation. Like the statues that are
immortal and
they preserve our mortal hour.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

George Seferis_cover

MYTHISTOREMA

VIII

But what are they after, our souls, traveling
on the decks of decayed ships
crowded with pallid women and crying babies
incapable of forgetting themselves neither with the flying fish
nor the stars pointed by the tips of the masts.
Rubbed by gramophone records
unwillingly dedicated to inexistent pilgrimages
murmuring broken thoughts from foreign languages.

But what are they after, our souls, traveling
on rotten ships
from harbour to harbour?

Shifting broken stones, breathing
the coolness of pine with greater difficulty each day
swimming in the waters of this sea
and that sea
without a sense of touch
without people
in a homeland that is no longer ours
nor yours.

We knew that the islands were beautiful
somewhere, perhaps around here where we grope
a bit lower or slightly higher
a very tiny space.

Η’

Μα τί γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

Μα τί γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλασσιά ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.

Το ξέρουμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.

~Γιώργου Σεφέρη-Ποιήματα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Βραχείες Λίστες Κρατικών
Βραβείων Λογοτεχνίας, 2012
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012
short-listed for the National Literary Awards, 2012

Ritsos_front large

Γυναίκες

 

Είναι πολύ μακρινές οι γυναίκες. Τά σεντόνια τους μυρίζουν κα-

ληνύχτα.

Ακουμπάνε τό ψωμί στό τραπέζι γιά νά μή νιώσουμε πώς λείπουν.

Τότε καταλαβαίνουμε πώς φταίξαμε. Σηκωνόμαστε απ’ τήν καρέ-

κλα καί λέμε:

“Κουράστηκες πολύ σήμερα” ή “άσε, θ’ ανάψω εγώ τή λάμπα”.

Όταν ανάβουμε τό σπίρτο, εκείνη στρέφει αργά πηγαίνοντας

μέ μιάν ανεξήγητη προσήλωση πρός τήν κουζίνα. Η πλάτη της

είναι ένα πικραμένο βουναλάκι φορτωμένο μέ πολλούς νεκρούς—

τούς νεκρούς τής φαμίλιας, τούς δικούς της νεκρούς καί τόν δικό σου.

Ακούς τό βήμα της νά τρίζει στά παλιά σανίδια

ακούς τά πιάτα νά κλαίνε στήν πιατοθήκη κ’ ύστερα ακούγεται

τό τραίνο πού παίρνει τούς φαντάρους γιά τό μέτωπο.

~Γιάννης Ρίτσος

Women

Women are very distant. Their bed sheets smell of goodnight

They place the bread on the table so that we won’t miss them.

Then we understand that we did something wrong. We get up

from the chair saying:

“You are very tired today” or “don’t worry, let me light the lamp”

When we light the match she turns slowly going to

the kitchen with an inexplicable concentration. Her back

is a sad little mountain loaded with many dead –

the family dead, her dead and your death.

You hear her footsteps creaking on the old floor planks

you hear the plates crying in the plate rack and then the train

is heard carrying soldiers to the front lines.

~Yannis Ritsos

Translation by Manolis Aligizakis