Posts Tagged ‘woman’




Μια ακαθόριστη μεγάλη υπόσχεση, όπως συμβαίνει πάντα στις

παλιές κάμαρες

ή μια χειρονομία απαλή, όπως καρφιτσώνεις ένα ρόδο στο στήθος

μιας γυναίκας

που ποτέ δεν υπήρξε.





An undefined great promise as it always happens in old


or a relaxed gesture as though you attach a rose on the

lapel of a woman

who never existed.



Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis




We are captives of the inexplicable and of the forever lost
and remorse is the only way to return to the innocence
of youth —
oh, my old departed friend, I know I’ll meet you again in
a dream or suddenly in the street when all is lost
women who we loved while outside the windows the rain
then holding hands we passed the bridge, your wet hair
shone in the sundown —
who could believe it, really, that it was a time when we would
even give our lives
with that unstoppable fever like the sick children who
when the get well they don’t fit in their childhood cloths
and they are mocked in school — and they fill their
notebooks with poems
so that they won’t be lost. And then adulthood comes like
a shipwreck.

Oh, twilight, hour of justice, you pay attention to the most
humble things before nightfall.

Είμαστε αιχμάλωτοι του ανεξήγητου και του αιώνια χαμένου
κι η τύψη είναι ο μόνος τρόπος να ξαναγυρίσουμε στην παιδική
αγνότητα —
ώ παλιέ φίλε που έφυγες, ξέρω ότι θα σε συναντήσω σε κάποιο
όνειρο ή άξαφνα στο δρόμο όταν όλα θα ` χουν χαθεί,
γυναίκες που αγαπήσαμε ενώ έξω απ’ τα παράθυρα δυνάμωνε
η βροχή
κι ύστερα πιασμένοι απ’ το χέρι περάσαμε τη γέφυρα, με τα μαλ-
λιά σας βρεγμένα να λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα —
ποιος θα το πίστευε αλήθεια πως υπήρξε ένας καιρός που δίναμε
τη ζωή μας
μ’ εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό σαν τ’ άρρωστα παιδιά που όταν
αναρρώσουν δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα
και στο σχολειό τα κοροιδεύουν — και γεμίζουν τα τετράδιά τους
με ποιήματα
για να μη χαθούν. Κι ύστερα έρχεται η ενηλικίωση σαν ένα ναυά-

Ώ λυκόφως, δίκαιη ώρα, που και στα πιο ταπεινά πράγματα
δίνεις μια σημασία πριν έρθει η νύχτα.

~Tasos Livaditis-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros, 2014



With the sorrowful events that recently take place in Kos, Greece, the Facebook team “We say no to the Golden Dawn” posted the above photograph of a dead migrant woman raised from a boat that sank on October 2013 in the open sea outside the Italian island of Lambedousa.
The Facebook post writes the following:
“She was found floating on the waves as she is in this picture with her mobile phone, her wallet with a few small bills and pictures of her loved ones back home clenched onto her chest. She wouldn’t let the waves take away her only possessions, her beloved persons back home she didn’t want to feel alone the moment she felt the cold and death approaching.
There are many dead people on the shore. Many have no name. The news people talk of numbers, hundreds and hundreds of dead. No one knows their names. Who they’ve left behind? From whom they run away? What were their dreams? And when one says “the boats sink” this woman, this mother holds her dreams tight onto her breast.

“Let us remain…HUMAN”

~Translated from the Greek by Manolis Aligizakis

Με αφορμή τα θλιβερά περιστατικά που σημειώνονται τις τελευταίες ημέρες στην Κω, η ομάδα στο Facebook «Λέμε Όχι στη Χρυσή Αυγή» ανάρτησε μια φωτογραφία που ανήκει σε νεκρή πρόσφυγα που ανασύρθηκε από ναυάγιο που σημειώθηκε τον Οκτώβριο του 2013 στ’ ανοικτά της νήσου Λαμπεντούζα, στις ακτές της Ιταλίας.
Η σχετική ανάρτηση της ομάδας στο Facebook γράφει χαρακτηριστικά:
«Την βρήκαν στα κύματα έτσι, με το κινητό και το πορτοφόλι με τα λίγα λεφτά και τις φωτογραφίες των αγαπημένων της προσώπων στο στήθος. Δεν ήθελε να αφήσει στα κύματα της θάλασσας τα αγαπημένα της υπάρχοντα, δεν ήθελε να νιώσει μόνη τη στιγμή που αισθάνθηκε το κρύο και τον θανάτο να πλησιάζουν.
Υπάρχουν πολλά πτώματα στην παραλία. Πολλοί από αυτούς δεν έχουν ούτε ένα όνομα. Τα tg μιλάνε για αριθμούς, εκατοντάδες και εκατοντάδες νεκροί. Κανείς δεν ξέρει ποιοι είναι,ποιους άφησαν σπίτι, από τι τρέχουν, ποια ήταν τα όνειρά τους. Και όταν κάποιος λέει «βουλιάζουμε τα ποταμόπλοια» αυτή η γυναίκα, η μητέρα, , πιέζει ακόμα πιο δυνατά στο στήθος τα όνειρά της.
Ας παραμείνουμε ‘ΑΝΘΡΩΠΟΙ’…».

ritsos front cover

Τελική συμφωνία

Όταν η βροχή χτύπησε τό τζάμι μέ τόνα της δάχτυλο,

τό παράθυρο άνοιξε πρός τά μέσα. Στό βάθος

ένα άγνωστο πρόσωπο, ένας ήχος—η δική σου φωνή;

Η φωνή σου δυσπιστούσε στ’ αυτί σου. Τήν άλλη μέρα

ο ήλιος κατηφόριζε στά χωράφια, σά μιά κάθοδος

αγροτών μέ δρεπάνια καί δικράνια. Βγήκες κ’ εσύ στό δρόμο

φωνάζοντας, χωρίς νά ξέρεις τί φωνάζεις,

σταματώντας μιά στιγμή μ’ ένα χαμόγελο κάτω απ’ τή φωνή σου

σάν κάτω απ’ τή ρόδινη, ολόφωτη ομπρέλα μιάς γυναίκας

πού σεργιάνιζε μπρός στό κικλίδωμα τού πάρκου.

Εκεί αναγνώρισες απρόοπτα πώς αυτή είταν η σωστή σου φωνή

σύμφωνη μ’ όλες τίς ανύποπτες φωνές πού γέμιζαν τόν αέρα.

Final Agreement

When the rain struck the window with one of its fingers

the window opened inward. Deep inside

an unknown person, a sound – your voice?

Your voice distrusted your ear. The next day

the sun went down the fields, like a descent of farmers

with scythes and pitchforks. You too went out to the street

yelling not knowing about what you were yelling,

stopping for a moment with a smile under your voice

as if under the rosy, fully illuminated umbrella of a woman

sauntering along the railing of the park.

There suddenly you recognized that this was your true voice

in agreement with all the unsuspecting voices filling the air.

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Σέ μιά γυναίκα

Θυμάσαι τίς νύχτες; Γιά νά σέ κάνω νά γελάσεις περπατούσα πάνω

          στο γυαλί τής λάμπας.

“Πώς γίνεται;” ρωτούσες. Μά ήταν τόσο απλό

αφού μ’ αγαπούσες.


For a Woman


Do you remember the nights? To make you laugh I’d walk

          over the glass of the night lamp.

“How was it possible?” You asked.


But it was so simple:

since you loved me


Απλά Λόγια

Βράδυ όμοιο σχεδόν μέ τ’ άλλα: η πλήξη, λιγοστό φώς,

          οι χαμένοι δρόμοι

κι άξαφνα κάποιος πού σού λέει “είμαι φτωχός”, σάν νά

         σού δίνει μιά μεγάλη υπόσχεση.



Simple Words

The night almost same as all others: tediousness,

          the faint light, lost paths

and suddenly someone says “I’m poor”, as though giving you

          a great promise.



Ο Ηττημένος


     Γονάτισε κι ακούμπησε τό μέτωπό του στό πάτωμα. Ήταν

η δύσκολη ώρα. Κι όταν σηκώθηκε, το ντροπιασμένο πρόσωπό του,

πού όλοι ξέραμε, είχε μείνει εκεί, πάνω στίς σανίδες, σάν ένα

αναποδογυρισμένο άχρηστο κράνος.

     Ο ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο—σάν τό Θεό.




The Defeated


     He kneeled and laid his forehead on the floor. It was

the difficult time. When he got up, his embarrassed face,

that we all knew, had stayed there, on the planks, like

a useless upside helmet.

    The same man returned home, without face—like God.





     Είχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δέ σκότωναν, σ’ έδειχναν μόνο μέ

τό δάχτυλο, κι αυτό αρκούσε. Ύστερα, κάνοντας έναν κύκλο πού

όλο στένευε, σέ πλησίαζαν σιγά σιγά, εσύ υποχωρούσες, στριμω-

χνόσουνα στόν τοίχο, ώσπου, απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μιά

τρύπα νά χωθείς.

    Κι όταν ο κύκλος διαλυόταν, στή θέση του στεκόταν ένας άλλος,

καθ’ όλα αξιαγάπητος κύριος.





    Things had changed, these days they don’t kill, they only

point at you with the finger, it’s enough. Then, they make

a circle that always becomes smaller, they slowly get closer,

you retreat, back against the wall, until in desperation, you,

alone, open a hole to hide into.

     When the circle is cleared, in its place stands the other,

in every respect lovable man.



Η Έκτη Ημέρα


     Ήταν η έκτη μέρα τής δημιουργίας, η μητέρα είχε ντυθεί στά

μαύρα, φορούσε καί τό καλό καπέλο της μέ τό βέλο, “δέν έπρεπε νά

μάς τό κάνει αυτό ο Θεός” είπε, στό βάθος χλωμοί άντρες στήναν

τή μεγάλη σκηνή τού τσίρκου,

     “γύρισε σπίτι είναι αργά”, “ποιό σπίτι», είπα κι αγκάλιασα το

φανάρι τού δρόμου,

      η μικρή ξαδέλφη όπου νά `ναι θά πέθαινε, τήν έσπρωξα πίσω απ’

τήν ντουλάπα, “σ’ αγαπάω” έλεγε, μά εγώ τήν έγδυνα κιόλας σάν

πόρνη—κι όταν τή θάψαμε, εγώ έμεινα γιά πάντα εκεί, πίσω απ’

τήν ντουλάπα, μισοφαγωμένος απ’ τά ποντίκια,

     κι ήταν η έκτη μέρα τής δημιουργίας,

     οι τροχαλίες γλύριζαν καθώς ανέβαζαν τό πρώτο ρολόι στή στέ-

γη τού σταθμού,

     κάθισα στήν άκρη τού δρόμου, τόσο θλιμμένος, πού οι τυφλοίμ’




The Sixth Day


     It was the sixth day of creation; mother was dressed in black,

she wore her good hat with the veil, “God shouldn’t had done this

to us” she said, at the far end pale workers put together the big

stage of the circus,

    “come back home, it’s late”, “which home?” I asked and hugged

the lamp-post of the street,

     my young cousin was almost dead, I pushed her behind the closet,

“I love you” she’d say, but I had already undressed her—like a whore—

when we buried her, I stayed there forever, behind the closet, half

eaten by the mice

     and it was the sixth day of creation,

     pulleys grunted as they lifted up the roof of the station

the first clock,

     I sat by the side of the street, so sorry, that even the blind

could see me.