Posts Tagged ‘windows’

35774-tl

ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ

Νύχτωνε γρήγορα.
Ο αγέρας ερχόταν από μακριά μυρίζοντας βροχή
καί πόλεμο.
Τά τραίνα γεμάτα φαντάρους περνούσαν βιαστικά
μόλις προφταίναμε πίσω απ’ τά τζάμια νά τούς δούμε.
Μεγάλα σιδερένια κράνη κλείναν τόν ορίζοντα.
Γυάλιζε η άσφαλτος βρεγμένη. Πίσω απ’ τά παράθυρα
καθαρίζοντας λίγα ξερά κουκιά σωπαίναν οι γυναίκες.
Καί τό βήμα τής περίπολος
Έπαιρνε τή σιωπή απ’ τό δρόμο κι απ’ τόν κόσμο τή ζεστασιά.

Γύρισε λοιπόν τά μάτια σου νά κοιτάξω τόν ουρανό
δός μου τά χέρια σου νά κρατήσω τή ζωή μου.
Πόσο χλωμή είσαι, αγαπημένη μου!

THIS STAR IS FOR ALL OF US

Night would fall early.
The wind would come from afar and smelled of rain
and war.
The trains would pass by hurriedly filled with soldiers
who we managed to discern through the windows.
Huge metal helmets choked the horizon.
The asphalt gleamed after the rain. Behind the windows
women silently dressed dry lima beans.
And the footsteps of the patrol
took away the silence of the street and the warmth of the world.

Come now, turn my way that I gaze the sky in your eyes
give me your hands to get hold of my life.
How pale you are, my beloved!

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Advertisements

ritsos front cover

Συμπαράσταση

Ο άνεμος κουβεντιάζει μπροστά στά παράθυρα

όπως εκείνοι πού πρόκειται νά χωρίσουν.

Τά έπιπλα γίνονται σάν τά φτωχά κορίτσια πού μαζεύουν

τίς πεσμένες ελιές. Η βραδιά περπατάει κάτω απ’ τά λιόδεντρα

ολομόναχη, κι ο κάμπος μέ τά θερισμένα στάχυα

είναι μιά άρνηση. Τό παλιό δέρμα τού τζίτζικα

μοιάζει μ’ ένα μικρό καμπαναριό γκρεμισμένο στά ξερά χόρτα.

Έρχεται αργότερα η ψιχάλα—κυνηγάει τά σπουργίτια,

αργά τό φεγγάρι πλαγιάζει κάτου απ’ τά κυπαρίσσια

σάν τό παρατημένο αλέτρι. Ο ζευγολάτης

κοιμάται κάτου απ’ τό χώμα—

η γυναίκα του μονάχη μέ τό σκυλί καί τό λιγνό βόδι.

Τά χέρια τής σιωπής είναι παγωμένα

έτσι πού δένει κάτου απ’ τό πηγούνι της τό μαύρο τσεμπέρι της.

Όμως στό ξύλο τού αλετριού μένει τό χνάρι τού χεριού του πιό

        δυνατό απ’ τό χέρι του

κι η ράχη τής καρέκλας κρατάει ζεστό τό φάρδος τής πλάτης του.

Γιά τούτα τ’ ασήμαντα πράματα—δέν ξέρω—

θέλω νά γράψω ένα μικρό τραγούδι πού νά δείχνει πώς δέν ξέρω

τίποτα γιά όλ’ αυτά, μόνο πώς είναι αυτά όπως είναι

μονάχα, καταμόναχα κι ούτε ζητάνε καμιά μεσολάβηση

ανάμεσα σ’ εκείνα καί σέ κάποιον άλλον.

Solidarity

The wind converses with the windows

like those who are going to separate.

The furniture becomes like the poor girls who gather

fallen olives. The evening walks under the olive trees

all alone and the field with harvested wheat

is a denial. The shed husk of the cicada

resembles a small bell-tower fallen on dry grass.

Later, the drizzle comes – it hunts the sparrows,

slowly the moon lies down under the cypresses

like the abandoned plow. The plowman

sleeps beneath the soil –

his wife alone with the dog and the thin ox.

The hands of silence are frozen

as she ties her black headscarf under her chin.

But the trace of his hand stays on the wood of the plow

          more strong than his hand

and the chair’s back retains the warmth of his broad shoulder blades.

About these insignificant things – I don’t know –

I want to write a small song that will show I don’t know

anything about them, only that they are as they are

alone, completely alone and they don’t ask for any mediation

between themselves and someone else.

Γιάννης Ρίτσος “Εκλεγμένα Ποιήματα”/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos “Selected Poems”/Translation by Manolis

www.ekstasiseditions.com

Ritsos_front large

Τώρα τά διπλώνω στά τέσσερα, στά οχτώ, στά δεκάξη

ν’ απασχολώ τά δάχτυλά μου. Καί τώρα θυμήθημα

πώς έτσι μετρούσα τή μουσική σάν πήγαινα στό Ωδείο

μέ μπλέ ποδιά κι άσπρο γιακά, μέ δυό ξανθές πλεξούδες

— 8, 16, 32, 64, —

κρατημένη απ’ τό χέρι μιάς μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φώς

καί ρόζ λουλούδια,

(συχώρεσέ μου αυτά τά λόγια — κακή συνήθεια ) — 32, 64, — κ’ οι

δικοί μου στήριζαν

μεγάλες ελπίδες στό μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σούλεγα γιά

τήν πολυθρόνα —

ξεκοιλιασμένη — φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τά άχερα —

έλεγα νά τήν πάω δίπλα στό επιπλοποιείο,

μά πού καιρός καί λεφτά καί διάθεση — τί νά πρωτοδιορθώσεις; —

έλεγα νά ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, — φοβήθηκα

τ’ άσπρο σεντόνι σέ τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθησαν

άνθρωποι πού ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κ’ εσύ κι όπως

κ’ εγώ άλλωστε,

καί τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ τό χώμα δίχως νά ενοχλούνται απ’ τήν

βροχή ή τό φεγγάρι.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

Θα σταθούμε λιγάκι στήν κορφή τής μαρμάρινης σκάλας τού Άη – Νι

κόλα,

ύστερα εσύ θά κατηφορίσεις κ’ εγώ θά γυρίσω πίσω

έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τή ζέστα απ’ τό τυχαίο άγγιγμα τού

σακκακιoύ σου

κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα

κι αυτή τήν πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι πούναι σάν μια μεγάλη συνο-

δεία ασημένιων κύκνων —

καί δέ φοβάμαι αυτή τήν έκφραση, γιατί εγώ

πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε μέ τό Θεό πού μού

εμφανίστηκε

ντυμένος τήν αχλύ καί τή δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,

καί πολλούς νέους, πιό ωραίους κι από σένα ακόμη, τού εθυσίασα,

έτσι λευκή κι απρόσιτη ν’ ατμίζομαι μές στή λευκή μου φλόγα, στή λευ-

κότητα τού σεληνόφωτος,

πυρπολημένα απ’ τ’ αδηφάγα μάτια των αντρών κι απ’ τή δισταχτικήν

έκσταση των εφήβων,

πολιορκημένα από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,

άλκιμα μέλη γυμνασμένα στό κολύμπι, στό κουπί, στό στίβο, στό ποδό-

σφαιρο ( πού έκανα πώς δέν τάβλεπα )

μέτωπα, χείλη καί λαιμοί, δάχτυλα καί μάτια,

στέρνα καί μπράτσα καί μηροί ( κι αλήθεια δέν τάβλεπα )

—ξέρεις, καμμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς, ό,τι θαυμάζεις, σού φτάνει

ο θαυμασμός σου, —

θέ μου, τί μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν σέ μιάν αποθέωση αρνημέ-

ων άστρων

γιατί, έτσι πολιοκρημένη απ’ έξω κι από μέσα,

άλλος δρόμος δέ μούμενε παρά μονάχα πρός τά πάνω ή πρός τά κάτω.

—    Όχι, δέ φτάνει.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

Now I fold them in four in eight in sixteen

to keep my fingers busy And now I remember

that’s how I kept the beat in music long ago at

Music School with a blue uniform and white collar with

two blond braids – eight sixteen thirty-two sixty-four

held by the hand of a small peach tree a friend of mine

full of light and rosy flowers

(forgive me for these words – bad habit) – 32 – 64 – and

my family had

so many hopes for my music talent So I was saying to you

about the armchair –

disemboweled – the rusted springs are visible the straw –

I thought of taking it to the furniture shop next door

but who has the time the money and desire – what can you

fix first? – I thought of throwing a sheet on it – but I was afraid

of the white sheet in this moonlight Here sat

people who dreamed great dreams like you and like me

and now they rest under the earth without being disturbed by

rain or moon

Let me come with you

We shall stop for a while at the top of the marble stairs

of Saint Nicolas

then you will go down the road and I’ll return

having on my left side the warmth from touching your coat

by chance

and even some square lights from the small neighborhood

windows

and this snow white vapor from the moon that resembles a big

procession of silver swans –

and I don’t fear this expression because during

many spring nights I talked to God who appeared to me

dressed in the haze and glory of moonlight such as this

and I sacrificed to Him many young men even more handsome

than you

thus white and unreachable I became vapor in my white flame

in the whiteness of moonlight

conflagrated by the insatiable eyes of men and by the hesitant

ecstasy of ephebes

besieged by graceful sunburned bodies

vigorous limbs trained in swimming in oaring in gymnastics

and football (though I pretended I didn’t notice)

foreheads lips and necks knees fingers and eyes

chests and arms and thighs (and truly I didn’t notice them)

– you know sometimes in admiring you forget what you

admire your admiration is enough –

my god what eyes filled with stars and I rose in an apotheosis

of denied stars

because besieged as I was from outside and from within

I had no other path but only upward or downward

– no it’s not enough

Let me come with you.