Posts Tagged ‘walls’

cover

ΚΑΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

 

Ήμουν πολύ κουρασμένος, σακατεμένος σ’ ένα μυστηριώδη

δυστύχημα που έγινε ή που θα γινόταν κάποτε (οι χρονολογίες συ-

νήθως εξαπατούν), έτρεχα, λοιπόν, να σώσω την ανθρωπότητα και

ποδοπατούσα τους διπλανούς μου, έγραψα τ’ όνομά μου στους τοί-

χους μήπως με θυμηθούν κι ύστερα γύρισα και το `σβησα για να

μην έχω πουθενά ν’ ακουμπήσω ή έριξα τις δεκάρες μου στους φτω-

χούς, η ελεημοσύνη κάνει καλό, γυμνάζει το χέρι — κι αλήθεια

όταν θυμάμαι εκείνη την περίοδο της ζωής μου προτιμώ να κοιμά-

μαι, αλλά πώς; που έρχεται ο διάβολος και ζητάει τα καθυστερη-

μένα νοίκια, πάω τότε στο νοσοκομείο, αλλά γνωρίζω πολλά και

με διώχνουν, έτσι μπαίνω κι εγώ σ’ ένα παλιόσπιτο και μ’ ένα

μικρό αντίτιμο ξαπλώνω στο κρεβάτι και περιμένω ειδήσεις απ’ τη

Βαβυλώνα.

 

 

 

GOOD NEWS

 

I was very tired, injured in a mysterious accident that was about

to happen or happened some time ago (dates usually deceive) I was

running, you see, to save the world and I trampled on people next

to me; I wrote my name on walls perhaps they may remember me

then I turned and erased it that I wouldn’t have anything to rely on

or I threw my coins to the poor: charity is good, it exercises the arm —

and truly when I recall that part of my life I prefer to sleep but how?

The devil comes and asks for the delayed rents; then I go to the hospital

but I know so much they ask me to leave so I enter one of those houses

and for a small payment I lay down on the bed and wait for the news

from Babylon.

 

 

TASOS LIVADITIS—SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

 

Advertisements

Image

 

ΦΩΝΕΣ

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες

εκείνων πού πεθάναν, ή εκείνων πού είναι

γιά μάς χαμένοι σάν τούς πεθαμένους.

Κάποτε μές στά όνειρά μας ομιλούνε,

κάποτε μές στήν σκέψι τές ακούει τό μυαλό.

Καί μέ τόν ήχο των γιά μιά στιγμή επιστρέφουν

ήχοι από τήν πρώτη ποίησι τής ζωής μας—

σά μουσική, τήν νύχτα, μακρινή, πού σβύνει.

VOICES

Ideal and beloved voices

of the dead or those who

for us are lost like the dead.

At times they talk in our dreams;

at times our minds hear them when in thought.

And with their sound, for a moment, echoes

return from the first poetry of our lives—

like distant music, at night, that slowly fades away.

ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ

Τιμή σ’ εκείνους όπου στήν ζωή των

ώρισαν καί φυλάγουν Θερμοπύλες.

Ποτέ από τό χρέος μή κινούντες,

δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τές πράξεις,

αλλά μέ λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία,

γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν

είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,

πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε,

πάντοτε τήν αλήθεια ομιλούντες,

πλήν χωρίς μίσος γιά τούς ψευδομένους.

Καί περισσότερο τιμή τούς πρέπει

όταν προβλέπουν (καί πολλοί προβλέπουν)

πώς ο Εφιάλτης θά φανεί στό τέλος,

κ’ οι Μήδοι επί τέλους θά διαβούνε.

 

 

 

 

 

 

THERMOPYLAE

Honor to those who in their lives

are committed to guard Thermopylae.

Never swerving from duty;

just and exact in all their actions,

but tolerant too, and compassionate;

gallant when rich, and when

they are poor, again a little gallant,

again assisting as much as they can;

Always speaking the truth,

but without hatred for those who lie.

And more honor is due to them

when they foresee (and many do foresee)

that Ephialtes will appear in the end

and the Medes will break through at last.

ΤΕΙΧΗ

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ

μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Καί κάθομαι καί απελπίζομαι τώρα εδώ.

Άλλο δέν σκέπτομαι: τόν νούν μου τρώγει αυτή η τύχη

διότι πράγματα πολλά έξω νά κάμω είχον.

Ά όταν έκτιζαν τά τείχη πώς νά μήν προσέξω.

Αλλά δέν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.

Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τόν κόσμον έξω.

WALLS

Without much thought, without pity, without shame

they’ve built high, thick walls around me.

And now I sit here in despair.

I think of nothing else: this fate consumes my mind;

because I had so many things to do outside.

Ah, why didn’t I notice when they built the walls?

But I never heard the builders, or any sound at all.

Imperceptibly, they shut me off from the world.

~Constantine P. Cavafy/Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

~Translation by Manolis Aligizakis/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca

www.ekstasiseditions.com

~Γιώργος Σεφέρης

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΣΙΝΗΣ

Ασίνην τε…

~Ιλιάδα

Κοιτάξαμε όλο τό πρωί γύρω-γύρω τό κάστρο

αρχίζοντας από τό μέρος τού ίσκιου εκεί πού η θάλασσα

πράσινη καί χωρίς αναλαμπή, τό στήθος σκοτωμένου

παγονιού

μάς δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.

Οι φλέβες τού βράχου κατέβαιναν από ψηλά

στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας

στ’ άγγιγμα τού νερού, καθώς τό μάτι ακολουθώντας τις

πάλευε νά ξεφύγει τό κουραστικό λίκνισμα

χάνοντας δύναμη ολοένα.

Από τό μέρος τού ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος

ααί τό φώς τρίβοντας διαμαντικά στά μεγάλα τείχη.

Κανένα πλάσμα ζωντανό τ’ αγριοπερίστερα φευγάτα

κι ο βασιλιάς τής Ασίνης πού τόν γυρεύαμε δυό χρόνια

τώρα

άγνωστος λησμονημένος απ’ όλους κι από τόν όμηρο

μόνο μιά λέξη στήν ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη

ριγμένη εδώ σάν τήν εντάφια χρυσή προσωπίδα.

Τήν άγγιξες, θυμάσαι τόν ήχο της; κούφιο μέσα στό φώς

σάν τό στεγνό πιθάρι στό σκαμμένο χώμα,

κι ο ίδιος ήχος μές στή θάλασσα μέ τά κουπιά μας.

Ο βασιλιάς τής Ασίνης ένα κενό κάτω απ’ τήν προσωπίδα

παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα¨

‘Ασίνην τε…Ασίνην τε…’

καί τά παιδιά του αγάλματα

κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας

στά διαστήματα τών στοχασμών καί τά καράβια του

αραγμένα σ’ άφαντο λιμάνι,

κάτω απ’ τήν προσωπίδα ένα κενό.

Πίσω από τά μεγάλα μάτια τά καμπύλα χείλια τούς

βοστρύχους

ανάγλυφα στό μαλαματένιο σκέπασμα τής ύπαρξής μας

ένα σημείο σκοτεινό πού ταξιδεύει σάν τό ψάρι

μέσα στήν αυγινή γαλήνη τού πελάγου καί τό βλέπεις-

ένα κενό παντού μαζί μας.

Καί τό πολυί πού πέταξε τόν άλλο χειμώνα

μέ σπασμένη τή φτερούγα

σκήνωμα ζωής,

κι η γυναίκα πού έφυγε νά παίξει

μέ τά σκυλόδοντα τού καλακαιριού

κι η ψυχή πού γύρεψε τσιρίζοντας τόν κάτω κόσμο

κι ο τόπος σάν τό μεγάλο πλατανόφυλλο πού παρασέρνει

ο χείμαρος τού ήλιου

μέ τ’ αρχαία μνημεία καί τή σύγχρονη θλίψη.

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τίς πέτρες κι ανα-

ρωτιέται

υπάρχουν άραγε

ανάμεσα στίς χαλασμένες τούτες γραμμές τίς ακμές τίς

αιχμές τά κοίλα καί τίς καμπύλες

υπάρχουν άραγε

εδώ πού συναντιέται τό πέταγμα τής βροχής τού αγέρα

καί τής φθοράς

υπάρχουν, η κίνηση τού προσώπου τόσ χήμα τής στοργής

εκείνων πού λιγόστεψαν τόσο παράξενα μές στή ζωή μας

αυτών πού απόμειναν σκιές κυμάτων καί στοχασμοί με

τήν απεραντοσύνη τού πελάγου

ή μλήπως όχι δέν απομένει τίποτε παρά μόνο τό βάρος

η νοσταλγία τού βάρους μιάς ύπαρξης ζωντανής

εκεί πού μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας

σάν τάκλωνάρια τής φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στή

διάρκεια τής απελπισίας

ενώ τό ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα

μές στό βούρκο

εικόνα μορφής πού μαρμάρωσε μέ τήν απόφαση μιάς

πίκρας παντοτινής.

Ο ποιητής ένα κενό.

Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας

κι από τό βάθος τής σπηλιάς μιά νυχτερίδα τρομαγμένη

χτύπησε πάνω στό φώς σάν τή σαϊτα πάνω στό σκουτάρι.

‘Ασίνην τε   Ασίνην τε…’. Νά ‘ταν αυτή ο βασιλιάς τής

Ασίνης

πού τόν γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σέ τούτη τήν

ακρόπολη

γγίζοντας κάποτε μέ τά δάχτυλά μας τήν αφή του

πάνω στίς πέτρες.

Ασίνη, καλοκαίρι `38-Αθήνα, Γεν. `40

~Γιώργος Σεφέρης

George Seferis/Translation Manolis Aligizakis

THE KING OF ASINI

Ασίνην τε…ILIAD

We looked all around the citadel for the whole morning

starting from the shaded side there where the sea

green and without reflection, breast of the slaughtered

peacock,

welcomed us like time without any chasm in it.

The veins of the rock descended from high up

twisted vines, naked, multi-branched turning alive

at the touch of water, as the eye following them

struggled to escape the tedious rocking

of sea growing slowly-slowly weaker.

On the sunny side a long deserted beach

and the light rubbing diamonds on the great walls.

Not any living being, the wild doves gone

and the king of Asini, whom we’ve looked for

the last two years

unknown, forgotten by all and also by Homer

only one word in Iliad and even that uncertain

thrown here like a burial golden mask.

You touched it, do you remember its sound? Hollow

in the light like the dry jar in the dug soil;

and the same sound in the sea made by our oars.

The king of Asini emptiness under the mask

everywhere with us, everywhere with us, under one name:

‘Aσίνην τεΑσίνην τε…’

and his children statues

and his desires fluttering of birds and the wind

among interstices of his thoughts and his ships

moored in an invisible post

under the mask a void.

Behind the big eyes, the contoured lips, the curls

glyphs on the gold cover of our existence

a dark point traveling like a fish

in the dawn serenity of pelagos and you see it:

a void everywhere with us.

And the bird that flew away the last winter

with a broken wing

relic of life,

and the young woman who left to play

with the dog-teeth of summer

and the soul that reached the underworld shrieking

and the landscape like a large plane tree leaf swept by

the sun’s torrent

with the ancient temples and contemporary sorrow.

And the lingering poet, looks at the stones and

wonders

do they really exist

between these erased lines, the edges, the hollows

the contours

do they really exist

here where the rain’s passing meets with the wind

and ravage

they do exist, the movement of life, the shape of tenderness

of those who faded out so strangely in our lives

of those who remained as shadows of waves and thoughts

in the endlessness of pelagos

or perhaps no, nothing remains but the weight

the nostalgia of the weight of an alive existence

there where we remain unsubstantial bending

like branches of the terrible willow tree piled in

the continued despair

while the yellow current slowly carries down rushes

uprooted in the mud

image of a form turned into stone by the sentence

of an everlasting bitterness.

The poet a void.

The sun carrying a shield rose fighting

and from depths of the cave a startled bat

pierced the light like an arrow pierces a shield:

Ασίνην τε  Ασίνην τε…’ As though it was her

the king of Asini

who we have so carefully searched for on this

acropolis

sometimes touching with our fingers his touch

on the stones.

Asini, summer ’38—Athens Jan ‘40     

~Geoprge Seferis

~Translation Manolis Aligizakis