Posts Tagged ‘void’

images

ΕΞΑΕΡΙΣΜΟΣ

Ανθρακωρύχοι πάνε κι έρχονται
αλλάζουν βάρδιες βήματα

και παραγωγή στο τούνελ μέσα
που συνεφιάζει από καρβουνόσκονη
τροφή για τα πνευμόνια τους

κι ο εξαερισμός να βρίσκεται
στην άκρη της στοάς
σα να τους λέει ο κόσμος

εκεί έξω σας περιμένει
με φώτα που πεθυμάτε
ενώ πολεμάτε τ’ άσκοπο κενό

ίχνη νερού στα τοιχώματα κυλούν
τραγουδώντας μακάβριο σκοπό
περιφεριακή άνεση μερικών

που προδοκούν κάποια στιγμή
τον ίδιο σκοπό ν’ ακούσουν
κάτω απ’ του ήλιου την ευλογία
AIR HOLE

Colliers come and go
shifting steps and products
inside the shaft

clouded by coal dust
airy lung nourishment

apparently the air-hole situated
at the edge of the tunnel

as if to tell them the world
waits for you out there
with lights they miss and

you chase the purposeless void

signs of water on walls trickle

singing its macabre song
peripheral comfort for the few

who hope some day
to hear same song

under the auspices of the sun
~Remorses and Regrets, collection in progress//Μεταμέλειες και Τύψεις, συλλογή εν εξελίξει.

Advertisements

nostos and algos cover

ΚΛΑΔΙΑ

Σπασμένα κλαδια δέντρου
μπλεγμένα σαν τα όνειρα
που κάποτε είχες στου αγέρα
το καλόβολο φύσημα και πώς
να ξεμπερδέψεις με την άγκυρα
που έδεσες στα πόδια σου
και σαν σπασμένο κλαδί κρέμεσαι
απ’ το κενό κι άδοξα
να περιμένεις κάποια λύση
που ξεφεύγει λογικού
και μια παράξενη στατικότητα σε κυβερνά
σαν θάνατος πρίν απ’ το θάνατο

κι είπες—

πιλότος θα γίνω στην επόμενη ζωή
για να πετώ ψηλά στα σύννεφα.
BRANCHES

Broken branches of the tree
entwined like the dreams
you once had
free in the wind’s temper and
how you managed to tie
an anchor on your ankle and now
you hang from a tree branch
as though by a thread
over the void waiting for
a solution to your problem
strange stagnation governing
your thoughts like death
before death

and you said—

in the next life I’ll become a pilot
to fly high in the clouds

10620711_334529050045187_4859070671039708913_n
PHONE CALL

Your abrupt voice
echoed on the other side
of the telephone line
rekindled our last conversation

I remember we had met
in autumn
brown leaves over
the lone grave site and
I was disturbed with
the red carnation of my lapel

I didn’t expect your call
obviously hesitant
your voice and your laughter
roared through the dead line
cold sweat over my body

strange, I didn’t expect you
to call so soon: it was just the day
before yesterday when we buried you

ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ

Απότομη η φωνή σου
στο τηλέφωνο
ηχώ στ’ αυτιά κι ανάμνηση
της τελευταία μας κουβέντας

θυμάμαι είχαμε συναντηθεί
φθινόπωρο που
φύλλα καφετιά στόλιζαν
το μοναχικό τάφο
κι εγώ ανάστατος
με το γαρύφαλλο στο πέτο

δεν περίμενα να τηλεφωνήσεις
ολοφάνερα δισταχτική
η φωνή σου και το γέλιο σου
αντιβούησε στην άψυχη γραμμή
κρύος ιδρώτας στο κορμί μου

παράξενο, δεν το περίμενα
σήμερα να τηλεφωνήσεις
μόλις προχθές σε θάψαμε

~Εικόνες Απουσίας-Σαιξπηρικόν, άνοιξη 2015
~Images of Absence-Ekstasis Editions, spring 2015
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

Cloe and Alexandra_cover_aug265

ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Θα ξαναβρεθούμε κάποτε.
Θα φοράς το πρόσωπό σου
και την γκρίζα καμπαρντίνα,
θα φυσάει ανάλαφρα
όπως σ’ εκείνη μας την βόλτα
ασφόδελοι θα πετούν ανάμεσά μας
τα αρχαία ερείπια
θα γεμίσουν γύρη
μια πάχνη θα σκεπάσει το φιλί μας.
Τα χείλη σου ζεστά.
Ύστερα εσύ δεν- θα τελειώσει αυτό
Κι εγώ δεν- θα φύγει αυτό
στην Ανταρκτική λιώνει ένας σβώλος χιόνι
κι αλλού μία ήπειρος βουλιάζει στο κενό.
Στην αρχαία αγορά ένας άντρας, μια γυναίκα
περπατούν χαρούμενοι
ανυποψίαστοι για ό, τι θα συμβεί.

OPTIMISM

One day we’ll meet again
You’ll wear your face and
the gray raincoat
it’ll be a bit windy
as when we had that stroll
asphodels will fly between us
the ancient ruins
will get filled by pollen
haze will cover our kiss
Your lips will be warm
Then you: this will never end
And I: this will end
in Antarctica a ball of snow melts and
somewhere else a continent sinks in the void
In the ancient agora a man, a woman
joyously saunter
unsuspecting of what comes next

~CLOE and ALEXANDRA-Libros Libertad, 2013
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Τούτο τό σπίτι στοίχειωσε, μέ διώχνει—

θέλω νά πώ έχει παλιώσει πολύ, τά καρφιά ξεκολλάνε,

τά κάδρα ρίχνονται σά νά βουτάνε στό κενό,

οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα

όπως πέφτει τό καπέλο τού πεθαμένου απ’τήν κρεμάστρα

στό σκοτεινό διάδρομο

όπως πέφτει τό μάλλινο τριμένο γάντι τής σιωπής απ’ τά γόνατά της

ή όπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στήν παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, — όχι η φωτογραφία πού κοιτάς με

τόση δυσπιστία—

λέω γιά τήν πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες

νά κάθεσαι

καί μέ κλεισμένα μάτια νά ονειρεύεσαι ό,τι τύχει

—μιάν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,

πιό στιλβωμένη απ’ τά παλιά λουστρίνια μου πού κάθε μήνα τα δίνω

στό στιλβωτήριο τής γωνιάς,

ή ένα πανί ψαρόβαρκας πού χάνεται στό βάθος λικνισμένο απ’ τήν

ίδια του ανάσα,

τριγωνικό πανί σά μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στά δυό

σά νά μήν είχε τίποτα να κλείσει ή νά κρατήσει

ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σέ αποχαιρετισμό. Πάντα μου είχα μανία

μέ τά μαντίλια,

όχι γιά νά κρατήσω τίποτα δεμένο,

τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στούς αγρούς

μέ τό λιόγερμα

ή νά δέσω τέσσερις κόμπους σάν τό σκουφί πού φοράνε οι εργάτες

στ’ αντικρυνό γιαπί

ή νά σκουπίσω τά μάτια μου, — διατήρησα καλή τήν όρασή μου

ποτέ μου δέ φόρεσα γυαλιά. Μιά απλή ιδιοτροπία τά μαντίλια.

~Γιάνης Ρίτσος 

 

MOONLIGHT SONATA (Second Piece)

 

This house is haunted it pushes me away –

I mean it has aged so much the nails fall off

the pictures fall as if diving to the void

the stucco bits drop silently

like the hat of the dead man off its hanger

in the dark hallway

like the worn-out wool glove of silence falls off her knees

or a band of moonlight falls on the old worn-out armchair

 

Once even that was new – not the picture you

stare at with such disbelief –

I mean the armchair so comfortable you could

sit for hours

and with closed eyes dream of anything

– a smooth sandy beach wet and polished by the moon

more polished than my old leather shoes that every month I polish

at the corner shoe store

or a fishing boat’s sail that vanishes in the horizon rocked

by its own breath

triangular sail like a handkerchief folded on an angle only twice

as though it didn’t have anything to cover or to keep

or to wave unfurled like saying goodbye I always had a fixation

with handkerchiefs

not for keeping anything tied in them

like some flower seed or chamomile gathered in the fields

at sundown

or to tie it in four knots like the cap workers wear

in the opposite construction site

or to wipe my eyes – I maintained my vision properly

I never wore glasses. Just a simple fixation with handkerchiefs.

 

~Yannis Ritsos