Posts Tagged ‘viscera’

elyths

ODYSSEUS ELYTIS’ AXION ESTI — The Passion

II

They gave me the language of the Hellenes;
a humble house on the shores of Homer.
My only care my language on the shores of Homer.
Two-branded breams there and perch
wind beaten verbs
green currents amid the azure
which I felt put my viscera on fire
sponges, medusae
with the first words of the Sirens
rosy shells with the first black shivers.
My only care my language with the first black shivers.
Pomegranates there, quinces
Gods with dark complexions, uncles and cousins
pouring olive oil in the huge storage jars
and fragrances from the ravine sweet smelling
of osier and bulrush
broom and ginger root
with the first chirpings of finches,
sweet psalmodies with the very first Glory to You.
My only care my language, with the very first Glory to You!
Laurels there and palms fronds
censer and incense burning
blessing the sabres and the muzzle-loaders.
On the ground spread with vine leaves
smells of burnt meat, eggs cracking
and Christ is Risen
with the first gunshots of the Hellenes.
Secret loves with the first words of the Hymn.
My only care my language, with the first words of the Hymn!

~ Translated by Manolis Aligizakis
ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ — Τα Πάθη

Β’

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου.
Εκεί σμπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν’ ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια
και πνοές από τη ρεματειά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο
σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων,
ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι.
Εκεί δάφνες και βάγια
θυμιατό και λιβάνισμα
τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια.
Στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντιλα
κνίσες, τσουγκρίσματα
και Χριστός Ανέστη
με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων.
Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.

~ Odysseus Elytis, Axion Esti, translated by Manolis Aligizakis

Advertisements

Chloe 2

SCISSORS

I cut my childhood with the scissors
two black and white little girls
that vaguely float and
break to pieces falling on the floor.
Have I ever had a twin sister
or was I the one who was never born?
A photograph shivers
shining and silvery in its jar
strange that every time
I remove the scales
the viscera, memories, fins
the head that I put in the oven and
then I carefully cut slices of veins
I remember better.

I cut the soft cauliflower of the brain with the scissors
the one that often fills with sea
my mother would say to me
don’t put your hand under your white dress
the key turns a door lock
a house goes in circles
hold the red shoes in your hands

Mon and dad smile
my brother behind me holds my hand
you betray me again and again
and I leave myself in a room

I cut this poem with the scissors
perhaps it is your body
perhaps it is the stranger’s
who vanish after you sleep with him

ΤΟ ΨΑΛΙΔΙ

Κόβω με ένα ψαλίδι την παιδική μου ηλικία,
δύο μαυρόασπρα κοριτσάκια
που επιπλέουν θολά
θρυμματίζονται στο πάτωμα.
Είχα ποτέ δίδυμη αδελφή
ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ;
Μία φωτογραφία σπαρταράει
ασημένια και στιλπνή μέσα στην γυάλα της.
Είναι παράξενο πως κάθε φορά
τα λέπια που αφαιρώ
τα εντόσθια τις μνήμες τα πτερύγια
όταν βάζω στο φούρνο το κεφάλι
και μετά κόβω προσεκτικά φέτες τις φλέβες
θυμάμαι πιο βαθιά.

Κόβω με ένα ψαλίδι το μαλακό κουνουπίδι του εγκεφάλου
αυτό που γεμίζει συνέχεια θάλασσα
Μη έλεγε η μαμά
Μη βάζεις το χέρι κάτω από το λευκό φουστάνι
το κλειδί γυρνάει μία πόρτα
ένα σπίτι περιστρέφεται
κράτα στο χέρι τα κόκκινα παπούτσια.

Η μαμά και ο μπαμπάς χαμογελούν
ο αδελφός από πίσω μου σφίγγει το χέρι
εσύ με προδίδεις ξανά και ξανά
κι εγώ σε ένα δωμάτιο με εγκαταλείπω πάλι.

Κόβω με ένα ψαλίδι αυτό το ποίημα.
Κορμί είναι μπορεί δικό σου,
μπορεί κάποιου ξένου
από αυτούς που κοιμάσαι και χάνονται.

~ Cloe Koutsoubelis, translated by Manolis Aligizakis

http://www.tokoskino.wordpress.com

93119261_134154321279

Seasons 2

III

Because you couldn’t decide to leave
because you didn’t feel guilty for any bitterness
because of some tears still fresh
for your old disease you don’t count on
stooped with no lamp over the night again
under the dead roofs of the city
longing for a dawn they had promised you
you’ve travelled for years yearning for a letter
-your viscera full of sins, the guilt-
a morbid extinguished date
no one met me like the past anymore
(nor anyone really longed for dawn)
the way I stayed too that night
foreign and forgotten by everybody
alone only with your company
-with you, being away for so long-
a real stranger in this old café
the way I was alone one night
in this old café
for the whole night in the sleepy café
for one night, in the dirty harbour of Pireus

~Manolis Anagnostakis, Seasons 2, 1948

Εποχές 2

III
Έτσι όπως πια δεν το αποφάσιζες να φύγεις
Για κάθε πίκρα σου μη νιώθοντας οδύνη
Για κάποια δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμα
Για μιαν αρρώστια σου παλιά μη λογαριάζεις
Σκυμμένος πάλι μες στη νύχτα χωρίς λάμπα
Κάτω απ’ τις στέγες τις νεκρές της πολιτείας
Προσμένοντας μια Αυγή που σου ’χαν τάξει
Χρόνια ταξίδεψες διψώντας κάποιο γράμμα
-Μέσα σου πλήθος τ’ αμαρτήματα, τις τύψεις-
Με μια σβησμένη νοσηρή χρονολογία
Κι ούτε κανείς πια δε μ’ αντάμωσε σαν πρώτα
(Ούτε κανείς, αλήθεια, πρόσμενε να φέξει)
Έτσι όπως έμεινα κι εγώ τότε μια νύχτα
Ξένος ολότελα κι απ’ όλους ξεχασμένος
Με τη δική σου μοναχά τη συντροφιά
-Με σένα τόσα χρόνια μακριά μου-
Ξένος πολύ μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Έτσι όπως έμεινα μονάχος κάποια νύχτα
Μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Στο νυσταγμένο καφενείο όλη τη νύχτα
Στου Πειραιά, νύχτα, το βρώμικο λιμάνι
~Manolis Anagnostakis, Seasons 2, 1948