Posts Tagged ‘village’

ubermensch_cover

Potter

At the edge of the village we arrived at the half lit
house with the small yard and the bloomed jasmine.
The air smelled of love undone, as though all evil was
forgiven. Before we entered we heard the potter’s wheel
singing circular notes and messages joyous that with
intensity reflected on our wild youth.
Methodically the wheel transcended mud into exquisite
vessels. Palms pressed, fingers morphed birds and
miracles; suddenly the world gained its meaning like
the sun in the thought of a cloudy day.
An amphora, a cylix, and Ubermensch closed
the curtains that creation wouldn’t escape. His movement
as easy as the potter’s. Two Ubermenschen and a hovel
full of miracles.

Αγγειοπλάστης

Στην άκρη του χωριού φτάσαμε στο μισοφωτισμένο
σπίτι με τη μικρή αυλή κι ένα μοναχικό ανθισμένο γιασεμί.
Αγέρας μύριζε ατημέλητη αγάπη σαν να `χε όλο το κακό
συγχωρεθεί. Πριν μπούμε ακούστηκε του αγγειοπλάστη
ο τροχός που τραγουδούσε στρογγυλές νότες, μηνύματα
χαρούμενα που πυρπολούσαν την ασυμβίβαση νιότη μας.
Μεθοδικά ο τροχός μετάλλαζε το χώμα σε υπέροχα δοχεία,
οι παλάμες πίεζαν, τα δάχτυλα ζωγράφιζαν πουλιά και
θαύματα. Ξαφνικά ο κόσμος έπαιρνε σημασία όπως κι ο ήλιος
στη σκέψη της συννεφιασμένης μέρας.
Ένας αμφορέας, ένας κύλικας κι ο Υπεράνθρωπος
έκλεισε τις κουρτίνες η δημιουργία να μη δραπετεύσει,
η κίνησή Του εύκολη σαν του αγγειοπλάστη: Δυο
Υπεράνθρωποι, ένα χαμόσπιτο γιομάτο θαύματα.

UBERMENSCH—ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013
http://www.ekstasiseditions.com

Advertisements

ubermensch_cover

POTTER

At the edge of the village we arrived at the half-lit
house with the small yard and the bloomed jasmine.
The air smelled of love undone, as though all evil was
forgiven. Before we entered we heard the potter’s wheel
singing circular notes and joyous messages that with
intensity reflected on our wild youth.
Methodically the wheel transcended mud into exquisite
vessels. Palms pressed, fingers morphed birds and
miracles; suddenly the world gained its meaning like
the sun in the thought of a cloudy day.
An amphora, a cylix, and Ubermensch closed
the curtains that creation wouldn’t escape His movement
as easy as the potter’s. Two Ubermenschen and a hovel
full of beautiful words.

ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΗΣ

Στην άκρη του χωριού φτάσαμε στο μισοφωτισμένο
σπίτι με τη μικρή αυλή κι ένα μοναχικό ανθισμένο γιασεμί.
Αγέρας μύριζε ατημέλητη αγάπη σαν να `χε όλο το κακό
συγχωρεθεί. Πριν μπούμε ακούστηκε του αγγειοπλάστη
ο τροχός που τραγουδούσε στρογγυλές νότες, μηνύματα
χαρούμενα που πυρπολούσαν την ασυμβίβαση νιότη μας.
Μεθοδικά ο τροχός μετάλλαζε το χώμα σε υπέροχα
δοχεία οι παλάμες πίεζαν, τα δάχτυλα ζωγράφιζαν πουλιά
και θαύματα, ξαφνικά ο κόσμος έπαιρνε σημασία όπως
κι ο ήλιος στη σκέψη της συννεφιασμένης μέρας.
Ένας αμφορέας, ένας κύλικας κι ο Υπεράνθρωπος
έκλεισε τις κουρτίνες η δημιουργία να μη δραπετεύσει,
η κίνησή του εύκολη σαν του αγγειοπλάστη: Δυο
Υπεράνθρωποι κι ένα χαμόσπιτο γιομάτο ωραίες λέξεις.
~Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

 

Image

Μετεωρισμός

Τά δέντρα, μέ τά πρώτα κρύα, φεύγουν σκυφτά στόν άνεμο.

Τό βράδι, ο ουρανός γίνεται μιά μεγάλη κλεισμένη τζαμόπορτα.

Κεί μέσα, συναγμένοι πολλοί, κουβεντιάζουν σιγανά καί καπνίζουν,

γιατί βλέπουμε, πίσω απ’ τά χνωτισμένα τζάμια,

ν’ αναβοσβήνουν κάτι ασήμαντες λάμψεις.

Πότε – πότε, κάποιος πετούσε από κεί πάνου τό τσιγάρο του

κ’ εμείς μαζεύαμε τά δάχτυλά μας μήν καούμε.

Κανένας μας δέν είχε πιά λίγο χώμα δικό του,

ένα στρέμμα χωράφι ή έναν τάφο.

Floating in Air

With the first cold spells, the trees leave stooping in the wind.

In the evening, the sky becomes a large closed glass door.

In there, many have gathered talking in low tones and smoking,

because we see, behind the steamed glass

some insignificant flashes flickering.

From time to time, someone threw his cigarette from above

and we kept our fingers in check not to be burned.

None of us had a small piece of ground anymore,

an acre of land or a grave.

Χειμωνιάζει

Μέ κάθε χτύπο τού ρολογιού πέφτει ένα κίτρινο φύλλο.

Είχες ένα ψάθινο καπέλο μέ λιλά λουλούδια.

Τώρα κεί μέσα γεννάνε οι κόττες

κ’ ένα σαλιγκάρι ανηφορίζει στό πόδι τής καρέκλας.

Τό χιόνι θάναι κρύο, κρύο, κρύο

σάν τό ψηλό κολλάρο τού πατέρα

πού βρίσκεται από χρόνια στό σεντούκι.

Μύρισαν κιόλας τά δέντρα ναφθαλίνη.

Winter Approaches

With each tick of the clock a yellow leaf falls.

You had a straw hat with lilac flowers.

Now in there, chickens lay eggs

and a snail climbs on the leg of the chair.

The snow will be cold, cold, cold

like the high collar of our father

hidden in the chest for years.

The trees already smell of mothballs.

Μύθος

Τή νύχτα ανάψαμε τά λαδοφάναρα

καί πήραμε τούς δρόμους ρωτώντας τούς διαβάτες.

Φορούσε, λέγαμε, ένα φόρεμα

στό χρώμα κάθε ονείρου. Δέν τήν είδατε;

Φορούσε δυό γαλάζια σκουλαρίκια.

Κανένας δέν τήν είχε δεί. Μόνο στήν ακρινή καλύβα

η μάνα η γριά τού ξυλοκόπου τέντωσε τό δάχτυλο

κ’ έδειξε πίσω από τά δέντρα τό ποτάμι.

Κεί κάτου αναβοσβήναν δυό γαλάζια αστέρια.

Myth

At night we lighted the oil lamps

and took the roads asking the passersby.

She wore a dress, we said,

in the color of every dream. Didn’t you see her?

She wore two light-blue earrings.

No one had seen her. Only in the cabin at the end of the village

the old woman, the lumberjack’s mother, pointed her finger

and showed us the river behind the trees.

Down to where two light-blue stars flickered.

Translated by Manolis

ubermensch cover

Potter

     At the edge of the village we arrived at the half lit

house with the small yard and the bloomed jasmine.

The air smelled of love undone, as though all evil was

forgiven. Before we entered we heard the potter’s wheel

sang circular notes and messages joyous that with

intensity reflected our wild youth.

 

     Methodically the wheel transcended soil into exquisite

vessels. Palms pressed, fingers morphed birds and

miracles; suddenly the world gained its meaning like

the sun in the thought of the cloudy day.

 

     An amphora, a cylix, and the Ubermensch closed

the curtains that creation wouldn’t escape. His movement

as easy as the potter’s. Two Ubermenschen and a hovel

full of beautiful words.

 

Αγγειοπλάστης

 

     Στην άκρη του χωριού φτάσαμε στο μισοφωτισμένο

σπίτι με τη μικρή αυλή κι ένα μοναχικό ανθισμένο γιασεμί.

Αγέρας μύριζε ατημέλητη αγάπη σαν να `χε όλο το κακό

συγχωρεθεί. Πριν μπούμε ακούστηκε του αγγειοπλάστη

ο τροχός που τραγουδούσε στρογγυλές νότες, μηνύματα

χαρούμενα που πυρπολούσαν την ασυμβίβαση νιότη μας.

 

      Μεθοδικά ο τροχός μετάλλαζε το χώμα σε υπέροχα δοχεία,

οι παλάμες πίεζαν, τα δάχτυλα ζωγράφιζαν πουλιά και

θαύματα, ξαφνικά ο κόσμος έπαιρνε σημασία όπως κι ο ήλιος

στη σκέψη της συννεφιασμένης μέρας.

 

      Ένας αμφορέας, ένας κύλικας κι ο Υπεράνθρωπος

έκλεισε τις κουρτίνες η δημιουργία να μη δραπετεύσει,

η κίνησή του εύκολη σαν του αγγειοπλάστη: Δυο

Υπεράνθρωποι, ένα χαμόσπιτο γιομάτο ωραίες λέξεις.