Posts Tagged ‘~Übermensch’

ΚΡΙΤΙΚΗ ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ,  Νικόλ Γεωργοπούλου Λιαντίνη, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2017

 

Επέλεξα να ομιλήσω και να εστιάσω στην ποιητική συλλογή του Μανώλη Αλυγιζάκη που τιτλοφορείται ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ο όρος Υπεράνθρωπος ανήκει στο Νίτσε και στο Ζαρατούστρα του. Και από τη νιτσεϊκή έννοια του υπερανθρώπου έχει εμπνευστεί ο ποιητής Αλυγιζάκης και με τον ευρηματικό αυτό τίτλο δικαιώνει την ποιητική και τη νοηματική απόδοση στον τρόπο που εκείνος κατανοεί τον υπεράνθρωπο.

Ας ομιλήσουμε σχετικά όμως λίγο για το νιτσεϊκό υπεράνθρωπο για να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε ερμηνευτικά την αφόρμηση αυτή του Αλυγιζάκη.

Ο όρος υπεράνθρωπος χαρακτηρίζει έναν τύπο υψηλής νοημοσύνης και ευτυχίας απέναντι στο μοντέρνο άνθρωπο, τον «καλό», το «χριστιανό» που στο στόμα του Ζαρατούστρα, του καταλύτη της τρέχουσας ηθικής, γίνεται μια λέξη δύσκολα νοητή. Ο νιτσεϊκός υπεράνθρωπος ως ιδεαλιστικός τύπος μιας υψηλής ποιότητας ανθρώπου είναι κάτι μεταξύ «αγίου» και «μεγαλοφυΐας».

Μέχρι σήμερα οι ερμηνευτές του Νίτσε δεν έχουν καταλήξει και ερίζουν για αυτή του τη σύλληψη του υπεράνθρωπου.

Είναι σαφές ότι ο Νίτσε δύο ρεύματα έχει επεξεργασθεί στον υπεράνθρωπό του. Μια τίμια φιλοσοφική παράδοση από την οποία και σήμερα διδασκόμαστε και ένα κοινωνιολογικό δαρβινικό και ευγονικό ρεύμα. Γεγονός είναι ότι ο Νίτσε χαρακτήρισε τον υπεράνθρωπο ως την υπέρβαση του μηδενισμού. Ο υπεράνθρωπός του διακρίνεται από το φυσιολογικό άνθρωπο όχι γιατί διαθέτει ιδιαίτερο εγκέφαλο ή πλήθος μυώνων ή σύστημα ανοσίας ιδιαίτερο, αλλά γιατί μπορεί να ζήσει τη ζωή με εντεταλμένο σκοπό, δηλαδή ηθική, και αντί να αμφιβάλει, να καταφάσκει αιώνια τη ζωή. Αυτή είναι για το Νίτσε η αποστολή του αληθούς, του έντιμου, του κυρίως μοντέρνου ανθρώπου.

Κατά τα λοιπά ο υπεράνθρωπος δεν είναι το αντίθετο κάποιου υπάνθρωπου, αλλά ο αντίκτυπος του κυρίως ανθρώπινου (allzu menschlichen), που σήμερα μπορούμε να τον ταυτίσουμε με τον υπερκαταναλωτικό άνθρωπο. (Ο υπεράνθρωπος βρήκε την ευτυχία και «αστράφτει κεραυνοβολώντας». Ένα όμως είναι σαφές. .Ότι ο υπεράνθρωπος του Νίτσε παραμένει απλά μια επιθυμητή εικόνα, φιγούρα, ή με το στόμα του Νίτσε «η προσευχή εκείνων που ζητούν τη χάρη να γίνουν οι τρελοί του θεού.».

 

Και τώρα στο Μανώλη Αλυγιζάκη.

Η αφόρμησή του είναι το νιτσεϊκό πνεύμα και το κήρυγμα του θανάτου του θεού που κηρύσσει ο «Παράφρονας» του Νίτσε (με τη σύντομη συγκεκριμένη διήγηση σε δική μου μετάφραση θα μου επιτρέψετε να κλείσω στο τέλος τη σημερινή μου παρουσίαση). Το θεό που πέθανε

Και τον «θάψαμε χθες το απόγευμα χωρίς τραγούδια και παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια», όπως χαρακτηριστικά ξεκινάει στο πρώτο του ποίημα ο ποιητής.

Ο νιτσεϊκός θάνατος του θεού και η έλευση του υπεράνθρωπου με ευάρμονα ποιητική έκφραση έχουν ως αφετηρία βιωματικά γεγονότα της ζωής ως ερέθισμα και ο ποιητικός τρόπος του Αλυγιζάκη κάνει παραστατική τη λειτουργία κάθε γεγονότος που υπονοείται πίσω από την έκφραση. Η επιδίωξή του είναι η διείσδυση του αναγνώστη στην ψυχική λειτουργία κάθε ιστορούμενου γεγονότος και κάθε σκηνικής αναπαράστασης, αφού όλα τα ποιήματα είναι γεμάτα με εκφραστικές εικόνες που ο αναγνώστης μπορεί να αναπλάσει τη στιγμή – βίωμα του ποιητή.

Με την ποιητική μορφή του Αλυγιζάκη ο αναγνώστης πορεύεται σε κόσμο συναισθηματικά φορτισμένο σε εκτύλιξη σκέψεων που γίνονται ορόσημα ζωής, είτε πρόκειται για τύψεις για το θάνατο του θεού που μας άφησε «ακόμα πιο φτωχούς» (ποίημα Προδοσία), είτε δίνεται ανάγλυφα ο ξεπεσμός του σύγχρονου ανθρώπου «άνοιξε του Αιόλου τον ασκό και εξαπόλυσε τις αμαρτίες, τη χαζομάρα, την προδοσία, τη χρεοκοπία των ηθών» (ποίημα Θαύμα), είτε προσφέρει την ελπίδα που ένοιωσε ο άνθρωπος ότι «είχε έρθει η ώρα για να φανερωθεί ο υπεράνθρωπος μ΄όλη τη δύναμή του, με την απλότητα των χρυσανθέμων και με του κατωφλιού την ταπεινοφροσύνη» (ποίημα Εμφάνισις), είτε με absurd τρόπο μας μιλάει για «άλογη λογική» στην αναζήτηση του «μυστικού της ανθρωπότητας» (ποίημα Ανακάλυψις), είτε προβάλλεται ο «ξεπεσμένος εγωισμός του ανθρώπου που ξεκίνησε από το ναρκισσισμό του» (ποίημα Χρέος) και τον οδήγησε να «τεμαχίσει το χρόνο με μέτρο δανεικό και έτσι να θανατώσει το θάνατο, ένα απλό της σκέψης δημιούργημα» (ποίημα Παιδεμός), είτε συνυπάρχουν μαζί ο φόβος και ο θαυμασμός για τον υπεράνθρωπο, τύραννο, όπως αποκαλείται (ποίημα Μουσική) που όμως η παντοδύναμη ματιά του αγκαλιάζει ολόκληρη τη γη, και εδώ ο ποιητής κάνει το βήμα κόντρα στην παράδοση, τις φοβίες, προλήψεις και δεισιδαιμονίες  (ποίημα Σκιάχτρο). Θα ισορροπήσει όμως και θα κηρύξει αισιοδοξία που ξεπετάγεται ως «συνωμοσία όλων των ανθρώπων» που στο σκοτάδι ξάφνου διακρίνουν πάνλαμπρο το δικό τους φως και στρέφονται και ευελπιστούν τον ουρανό ν’  αγγίξουν. Αυτή η αισιοδοξία θα εκφραστεί με προσμονή από την παιδική κιόλας ηλικία εκείνων που πιθυμούσαν τη γνώση και ένιωσαν από την πρώτη τους νιότη το ανάβρυσμα που φέρνει ο υπεράνθρωπος (ποίημα Πρώτος Πόνος).

Τα πρότυπα ανθρώπων του Αλυγιζάκη  είναι εκείνοι που ζουν μόνο και μόνο για να χαθούν, προκειμένου να φθάσουν την άλλη όχθη, όσοι περιφρονούν τα πάντα, γιατί λατρεύουν το πέρασμα στην άλλη όχθη. Έτσι εκφράζεται η αναζήτηση του κάτι άλλου, του πνευματικού.

Δεν θα παραλείψει ο Αλυγιζάκης, στο πνεύμα της Παρμενίδιας προσωκρατικής φιλοσοφίας (τα άκριτα φύλα του Παρμενίδη, ο ανυποψίαστος όχλος) να αναφερθεί και σε όσους «γεννήθηκαν και η ώρα να πεθάνουν έφθασε και δεν κατάλαβαν ποτέ ποιος ο σκοπός και ποιο το νόημα». Στον Αλυγιζάκη αρέσουν «όσοι βασανίζουν το θεό τους, επειδή τον αγαπούν» (εδώ κάνω σχετική ανάλυση με το δεδομένο ότι γνωρίζαμε μόνο ότι ο θεός παιδεύει εκείνους που αγαπάει) και τον ενδιαφέρει «του κεραυνού ο προάγγελος, η βαριά σταλαματιά από τα μαύρα σύννεφα που είναι ο υπεράνθρωπος». Και εδώ χρησιμοποιεί την περίφημη ποιητική εικόνα από τον Πρόλογο του Ζαρατούστρα «Αγαπώ όλους εκείνους που είναι όπως οι χοντρές σταγόνες, που πέφτουν μοναχικές από τo μαύρo σύννεφο, που κρέμεται πάνω από τον άνθρωπο: προφητεύουν ότι ο κεραυνός έρχεται και ως προφήτες αφανίζονται».

Προς το τέλος των ποιημάτων θα βρούμε πολλές ρήσεις και εικόνες του Νίτσε, όπως για την αιώνια επιστροφή ή την παρομοίωση ότι εμείς είμαστε το τεντωμένο σχοινί που πάνω μας θα περπατούσε ο υπεράνθρωπος: « Εμείς οι πρίγκιπες κι εμείς οι επαίτες, οι μισαλλόδοξοι κι οι αλτρουιστές, εμείς τα πρόβατα, εμείς και τα λιοντάρια, οι κοινωνικοί και οι ασκητές, εμείς οι μύστες και εμείς οι μυημένοι, εμείς οι σχοινοβάτες και εμείς οι Υπεράνθρωποι».

 

Η μορφή της ροής και της κατάταξης των ποιημάτων είναι αποτρεπτική κάθε στατικής ηρεμίας και οδηγεί σε κράτος εγρήγορσης. Με την καλλιεπή και κομψότεχνη γραφίδα του, με εύροια λόγου ανεκζήτητη και ενάργεια ύφους συναυξάνεται με το δικό του προσωπικό αφηγηματικό πλούτο γνώσης που διεισδύει στη λειτουργία της έκθεσης της σκέψης του για να την αναβιβάσει σε υψηλό επίπεδο.

Με ερέθισμα το βίωμα και όπλα το ποιητικό ύφος, την αναζήτηση των λέξεων και τον πλούτο γνώσης αναπαριστά τον προβληματισμό και αναστοχασμό του για υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου, εύληπτα. Γιατί ο λόγος του είναι δυνητικός υφολογικά με πλαστουργική δύναμη, μεταμορφώνεται με διεργασία εννοιών, διακλαδώνεται σε ατραπούς υπαρξιακής ερμηνευτικής, γνώρισμα του είναι η συναισθηματική αλλά και έλλογη υπαρξιακή ταραχή στη σύνολη ρότα των συσχετισμών και στον αγώνα για ποιητική έκφραση και εκδίπλωση.

 

Τα ποιήματα είναι γεμάτα με εικόνες με ιδιαίτερη περιγραφική έκφραση, που έχεις το αίσθημα ότι τις  βλέπεις μπροστά σου ολοζώντανες και συμμετέχεις στο δρώμενο, αναζητώντας να γνωρίσεις τι είναι αυτός ο υπεράνθρωπος. Η προοπτική της φιλοσοφικής προσέγγισης στο στοχασμό του ποιητή οδηγεί σε μορφή εποπτικής  θέασης του κόσμου με απορίες και αντιπαραθέσεις με τη θρησκευτική-κοινωνική πραγματικότητα και με αναγκαίο υπαρκτικό προσανατολισμό που υπαγορεύει η κοινωνική ευταξία. Κάτι που σίγουρα δεν είναι αποτέλεσμα και θήραμα ευκολίας, αλλά ενεργητική βούληση του δύσβατου. Επί πλέον οι ορφικοί συμβολισμοί που χρησιμοποιούνται αφυπνίζουν πνευματικά και είναι πρόκληση για περαιτέρω αναστοχασμό.

 

Τα ποιήματα του Αλυγιζάκη είναι γεμάτα λέξεις, λέξεις με ιδιαίτερο νόημα, βάθος και πρωτοτυπία, λέξεις ουσιαστικά , σπάνια χρησιμοποιεί επίθετα, λέξεις ρήματα που κάνουν τη γραφή δυναμική, για τη ματαιότητα, την αποκάλυψη, την ανακάλυψη, την περιπλάνηση, τη μουσική, την ανταμοιβή, την υπόσχεση, την ανεξαρτησία, την αρετή, το πνεύμα, την ανάμνηση, την περιπέτεια, τη δικαιοσύνη, την προσευχή, τη λήθη, την απληστία, λέξεις για το νεκροθάφτη, τον ιερέα, το δάσκαλο, το γιατρό, το φιλόσοφο, τέλος τον ποιητή.

Γραφή με υπαινιγμούς και συμβολισμούς, γραφή με πνεύμα αναζήτησης και ανησυχία για το ποιος είναι ο υπεράνθρωπος και πως θα τον απαντήσουμε και αυτό χωρίς αθώους συναισθηματισμούς. Κάθε ποίημα κρύβει πίσω του και μια ιστορία και στο τέλος κάθε ποιήματος στις δύο πρώτες ενότητες προστίθεται ένα επιμύθιο, όπου ο ποιητής καταγράφει σύντομα το ποιοι άνθρωποι του αρέσουν.

Οι στίχοι του ποιητή ξεχειλίζουν από πόνο, πρόκειται για τον πόνο του κόσμου, όπως λέγει ο Ρίλκε, τον πόνο ενός κόσμου μετέωρου που βρίσκεται σε σύγχυση και δεν έχει όραμα, γι’  αυτό και αδρανοποιείται. Και η φωνή του Αλυγιζάκη εδώ είναι φωνή κόντρα στην αδιαφορία. Η φωνή του ξεπηδάει από την πικρή συνειδητοποίηση της καταδυνάστευσης των αξιών.

 

Και θα μου επιτρέψετε, όπως είπα στην αρχή, να κλείσω με τον ΠΑΡΑΦΡΟΝΑ του Νίτσε που αναγγέλλει το θάνατο του Θεού σε δική μου μετάφραση από τα γερμανικά, δημοσιευμένη στο βιβλίο μου «Ηθική της οικολογικής συνείδησης».

 

~Νικόλ Γεωργοπούλου Λιαντίνη, καθηγήτρια φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα, Σεπτέμβριος, 2017

 

ÜBERMENSCH — A REVIEW, by Nicol Georgopoulos Liantinis, professor of philosophy, Kapodistrian University of Athens

 

I chose to focus in Manolis Aligizakis’ poetry book ÜBERMENSCH.

 

The term Übermensch belongs to Nietzsche and to his book Thus Spoke Zarathustra. Manolis Aligizakis has been inspired by Nietzsche’s view of the Übermensch and using his soul searching means he justifies his poetic presentation the way he understands the concept of Übermensch. Yet, let us first take a look at Nietzsche’s Übermensch in order to approach Manolis’ work better.

The term Übermensch characterizes a person of high intellect, a person happy in the world we live, opposite the average, modern man, the “good person” the “Christian”, who in the mouth of Zarathustra becomes a very difficult term to understand. Nietzsche’s man as an idealistic type of higher human quality than the everyday men turns out to be something between the “saint” and the “genius”.

To this day the researchers and interpreters of Nietzsche’s works haven’t yet concluded and still debate on the conceptual perception of the term Übermensch. It is clear though that Nietzsche has combined two different trends when it came to his Übermensch. One straight and honest philosophical tradition from which we still learn things today and a sociological Darwinian and eugenic trend; in fact Nietzsche named his Übermensch the man beyond nihilism with his Übermensch differing from the ordinary man not because he has a special brain nor because of his gigantic muscles nor because of his certain biological advantage that defends against all diseases and viruses, but because he can live a life with a delegated goal, and instead of doubting everything he agrees with all forms of life on earth. For Nietzsche all this is the true mission of man, of the honest man, and especially the modern man. Other than that Übermensch isn’t the opposite to the world but a true semblance of the essential man (allzu menschlichen) who we can categorize today with the over consumeristic man. Übermensch discovered happiness in striking like a lightning bolt and at the same time shining in his best. However one thing is clear: Übermensch simply remains a desired image, a shapely figure of man who, in the words of Nietzsche represents the prayer of those who ask for the favor to become the jokers of God.

Now let us look at Manolis’ Übermensch. Manolis’ spurting in Nietzsche’s mind and catechism with the death of God: and we buried him yesterday with no songs, no paeans, nor lamentations, as the poet characteristically starts in his first poem. The death of God, according to Nietzsche, and the appearance of the Übermensch with Manolis’ harmonious poetic expressions have as a base the poet’s own life experiences and as a result his poetic ways function as true expressions of each event of his life that lurks behind each image. Manolis’ goal at this point is to slowly push the reader into the his own psychic mode of each presented event and of each scenic representation since each poem is full of expressive images which the reader can re-experience as momentary life events.

With the poetic style of Manolis Aligizakis the reader is led in a world emotionally charged with the unfolding of ideas that become landmarks such as the regret for the death of god who left us we were still here and we were still poor in the poem TREASON or when the downfall of the modern man is presented as they opened the lid of Aeolus’ bag and let all hell loose: our sins scattered to the four corners of the galaxy, dumbness and treachery and moral bankruptcy in the poem MIRACLE, or when he offers hope to man who felt that deeply we sensed the time had come, that He would appear, Übermensch, with all His power in the chrysanthemums’ simplicity, and in the humility of the house flagstone, in the poem MANIFESTATION, or when in an absurd way he talks to us about illogical logic of one who could still discover the secret of humanity in a word in the poem DISCOVERY, or when it presents their defeated ego which started because of their devout narcissism, in the poem DUTY, which lead the poet to divide time with borrowed measurements and annulled death with his creative thoughts, in the poem ORDEAL, or when the concepts of fear and admiration for Übermensch co-exist as in the poem MUSIC and where His almighty glance encompassed the whole earth. Here the poet makes his move opposite traditions, fears, and superstitions in order to balance his cosmos and declare his optimism that springs up from conspiracy of the people who suddenly see their own bright light and they hope to reach the heavens. This optimism will be expressed in the anticipation of those who since their childhood yearned for knowledge and in their youth felt the renewal that Übermensch brings.

The prototypes of people Manolis creates are those who live only to be destroyed in order to reach the other shore, those who despise everything for they seek to pass over to the other side. This way the poet underscores the need in searching for something else, for something spiritual.

Manolis won’t refrain from underlining the pro-Socratic philosophy (Parmenides’ illogical leaves, the unsuspecting mass of people) and from referring to all those who were born and time comes for them to die and they never understood what was the goal and what the meaning. Aligizakis likes those who torture their god because they love him and he finds interest in the man who resembles a heavy raindrop from the dark cloud that is nothing other than Übermensch. And here the poet uses the poetic image from the prologue of the Thus Spoke Zarathustra I love those who resemble heavy drops of rain that slowly fall from the black clouds that cover men, the forerunners of thunderbolt who vanish like the thunderbolt.

Toward the end of the poems we find a few of Nietzsche’s sayings and images such as the Eternal Recurrence or the image of people being the stretched rope onto which Übermensch will walk and finally we find Manolis’ philosophical declaration at the end of the book in the poem EPODE where he promotes: we the princes and we the beggars, the bigots and the altruists, we the sheep and we the lions, the socialites and the hermits, we the initiates and we the initiated, the ropewalkers and the Übermenschen.

The style of the poet and the flow of his poems work against every static serenity and lead to raptures as the poet’s calligraphic style and rich evocative imagery in addition to the personal narrating style and wide knowledge lead the reader into the liturgical display of the poet’s mind that elevates the poems to unreachable heights.

Manolis uses his personal experiences as a tool that guides his personal writing style to the search for words that represent his wonder and contemplative mind gazing existential issues of today’s society. And this because his images are dynamic, of a certain, personal style and continuously evolve leading the poet to cross roads of explanations, faculty of seasoned poets who reach levels of intellect only some can reach. The poems are full of images with rich descriptive elements that the reader feels as if he sees them alive in front of him, full of expressiveness and dynamism that lead him to his search for Übermensch. The poet’s technique and philosophical approach guide the reader to a view of the world as if from above yet leave him full of questions and debates regarding the today’s sociological-religious reality and his place in society that demands of him a preapproved behaviour, something that undoubtedly leads the citizen to the corner forcing him to consider rebellion. The poet’s use of Orphic symbolism leave the reader with contemplative mood and dare him to further delve into such thoughts.

Manolis’ poems are filled with words, words with idiosyncratic meaning, depth and originality, substantive words, he rarely uses adjectives, words-verbs that turn his writing into a dynamic mix, words that refer to futility, revelation, discovery, wandering, music, reward, promise, independence, virtue, spirit, memory, adventure, justice, prayer, forgetfulness, greediness, words about the undertaker, the priest, the teacher, the doctor, the philosopher, and finally the poet.

Pain overflows in these verses and the pain we mention is none other than Rilke’s pain, the pain of a world that exists in its meteoric position, a world in flux and always confused, a world that lacks vision and henceforth it falls into the trap of indifference.

Manolis’ writing is full of symbolism and hints, it is the writing of the searching mind that wonders who the Übermensch may be and how we may be able to seek and reach Him and all this without any simpleminded sentimentalisms. Each poem hides a story inside it and at the end of each poem the poet adds the flatulence where he recounts who are his favored people.

Übermensch can be termed as an unusual poetry book yet a book with a clear vision and an optimistic point of view of the world and life in general.

 

~Nicol Georgopoulos Liantinis, professor of philosophy, Kapodistrian University of Athens.

Advertisements

ubermensch_cover

I extend my heartfelt thank you to Nota Chryssina for her beautiful presentation of my poetry in her blog Cantus Firmus.

Ευχαριστώ από καρδιάς την Νότα Χρυσσίνα για την υοπέροχη παρουσίαση ποίησής μου στον ιστότοπό της Cantus Firmus

 

http://l.facebook.com/l/iAQE1vt-tAQEnPLeWqW7sEN8LclmqgWnRUUL-SjcB1Mj5VA/cantfus.blogspot.gr/2014/12/blog-post_61.html

Übermensch

The first translation of Thus Spoke Zarathustra into English was by Alexander Tille published in 1896. Tille translated Übermensch as Beyond-Man. But in his translation, published in 1909, Thomas Common rendered Übermensch as “Superman”; Common was anticipated in this by George Bernard Shaw, who had done the same in his 1903 stage play Man and Superman. Walter Kaufmann lambasted this translation in the 1950s for two reasons: first, its near or total failure to capture the nuance of the German word über, (while the Latin prefix super- means above or beyond, the English use of the prefix or its use as an adjective has altered the meaning) and second, a rationale which Fredric Wertham railed against even more vehemently in Seduction of the Innocent, for promoting an eventual identification with the comic-book character Superman. His preference was to translate Übermensch as “overman.” Scholars continue to employ both terms, some simply opting to reproduce the German word.

The German prefix über can have connotations of superiority, transcendence, excessiveness, or intensity, depending on the words to which it is prepended. Mensch refers to a member of the human species, rather than to a male specifically. The adjective übermenschlich means super-human, in the sense of beyond human strength or out of proportion to humanity.

Nietzsche introduces the concept of the Übermensch in contrast to the other-worldliness of Christianity: Zarathustra proclaims the Übermensch to be the meaning of the earth and admonishes his audience to ignore those who promise other-worldly hopes in order to draw them away from the earth. The turn away from the earth is prompted, he says, by a dis-satisfaction with life, a dissatisfaction that causes one to create another world in which those who made one unhappy in this life are tormented. The Übermensch is not driven into other worlds away from this one.

Zarathustra declares that the Christian escape from this world also required the invention of an eternal soul which would be separate from the body and survive the body’s death. Part of other-worldliness, then, was the abnegation and mortification of the body, or asceticism. Zarathustra further links the Übermensch to the body and to interpreting the soul as simply an aspect of the body.

As the drama of Thus Spoke Zarathustra progresses, the turn to metaphysics in philosophy and Platonism in general come to light as manifestations of other-worldliness, as well. Truth and essence are inventions by means of which men escape from this world. The Übermensch is also free from these failings.

Zarathustra ties the Übermensch to the death of God. While this God was the ultimate expression of other-worldly values and the instincts that gave birth to those values, belief in that God nevertheless did give meaning to life for a time. ‘God is dead’ means that the idea of God can no longer provide values. With the sole source of values no longer capable of providing those values, there is a real chance of nihilism prevailing.

Zarathustra presents the Übermensch as the creator of new values. In this way, it appears as a solution to the problem of the death of God and nihilism. If the Übermensch acts to create new values within the moral vacuum of nihilism, there is nothing that this creative act would not justify. Alternatively, in the absence of this creation, there are no grounds upon which to criticize or justify any action, including the particular values created and the means by which they are promulgated.

In order to avoid a relapse into Platonic idealism or asceticism, the creation of these new values cannot be motivated by the same instincts that gave birth to those tables of values. Instead, they must be motivated by a love of this world and of life. Whereas Nietzsche diagnosed the Christian value system as a reaction against life and hence destructive in a sense, the new values which the Übermensch will be responsible for will be life-affirming and creative.

     Zarathustra first announces the Übermensch as the goal humanity can set for itself. All human life would be given meaning by how it advanced a new generation of human beings. The aspiration of a woman would be to give birth to an Übermensch, for example; her relationships with men would be judged by this standard.

Zarathustra contrasts the Übermensch with the last man of egalitarian modernity, an alternative goal which humanity might set for itself. The last man appears only in Thus Spoke Zarathustra, and is presented as a condition that would render the creation of the Übermensch impossible.

Some commentators associate the Übermensch with a program of eugenics. This is most pronounced when considered in the aspect of a goal that humanity sets for itself. The reduction of all psychology to physiology implies, to some, that human beings can be bred for cultural traits. This interpretation of Nietzsche’s doctrine focuses more on the future of humanity than on a single cataclysmic individual. There is no consensus regarding how this aspect of the Übermensch relates to the creation of new values.

(~Wikipedia)

Ο Υπεράνθρωπος του Νίτσε. ~Βικιπαιδεία

     Ο Φρειδερίκος Βίλχελμ Νίτσε (γερμ.FriedrichWilhelmNietzsche) (15 Οκτωβρίου184425 Αυγούστου1900) ήταν σημαντικός Γερμανόςφιλόσοφος, ποιητής, συνθέτης και φιλόλογος. Έγραψε κριτικά δοκίμια πάνω στην θρησκεία, την ηθική, τον πολιτισμό, την φιλοσοφία και τις επιστήμες, δείχνοντας ιδιαίτερη κλίση προς την χρήση μεταφορών, ειρωνείας και αφορισμών.

     Οι κεντρικές ιδέες της φιλοσοφίας του Νίτσε περιλαμβάνουν τον “θάνατο του Θεού“, την ύπαρξη του υπερανθρώπου, την ατέρμονη επιστροφή, τον προοπτικισμό καθώς και την θεωρία της ηθικής κυρίων – δούλων. Αναφέρεται συχνά ως ένας από τους πρώτους «υπαρξιστές» φιλοσόφους. Σπούδασε κλασική φιλολογία στη Βόννη και τη Λειψία. Καταγόταν από βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια και προοριζόταν για την επιστήμη της Θεολογίας. Ωστόσο, η πορεία του άλλαξε κατά τα μετεφηβικά του χρόνια με αποτέλεσμα να στραφεί στον χώρο της φιλοσοφίας. Μόλις στα 25 του χρόνια διορίστηκε καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας, στην Ελβετία και από τότε ξεκίνησε το πολύμορφο συγγραφικό του έργο. Ο Νίτσε υπήρξε δριμύτατος επικριτής των κατεστημένων σκέψεων και τάξεων, ιδιαίτερα του Χριστιανισμού. Πληθώρα συγγραμμάτων του γράφτηκαν με οξύ και επιθετικό ύφος, χρησιμοποιώντας ευρέως αφορισμούς. Το φιλοσοφικό του έργο εκτιμήθηκε ιδιαίτερα κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, περίοδο κατά την οποία εδραιώθηκε η θέση του και αναγνωρίστηκε ως ένας από τους μείζονες φιλοσόφους.

     Το πρότυπο της Αρείας φυλής βασίστηκε πάνω στον Υπεράνθρωπο (Τάδε έφη Ζαρατούστρα), το σημαντικότερο ίσως έργο του Νίτσε. Ο Νίτσε όμως, καθώς φαίνεται και μέσα από τα έργα του, υπήρξε δριμύτατος επικριτής τόσο των εθνικιστικών, όσο και κάθε αντισημιτικών τάσεων. Ο Ζαρατούστρας είναι η υπέρβαση του ανθρώπου προς το ανθρωπινότερο και όχι προς το απανθρωπότερο. Εξάλλου και ο ίδιος ο Νίτσε προέβλεψε ότι τα έργα του θα παρερμηνευτούν και ότι δύσκολα θα υπάρξει κάποιος που θα τα κατανοήσει σε βάθος. Ο ίδιος θα πει: «Αυτό που κάνουμε δεν το καταλαβαίνουν ποτέ, μα μονάχα το επαινούν ή το κατηγορούν».

     Το νιτσεϊκό έργο ήταν μια κραυγή μέσα στη βαθιά νύχτα των ανθρώπων. Ο ίδιος παρατηρούσε πως για να σε ακούσει κάποιος πρέπει να του σπάσεις τα αυτιά. Γι αυτό άλλωστε και πολλές φορές βρίσκουμε στα έργα του έκδηλη την περιφρόνηση για πρόσωπα και πράγματα. Δεν ήταν κακία ή μικρότητα, αλλά μια φωνή που ήθελε σφοδρά να ακουστεί στα αυτιά και τις συνειδήσεις όλων.

     Όταν πέθανε στα 1900 όμως, μόνος και τρελός, είχε την πεποίθηση ότι δεν πρόφτασε να ολοκληρώσει το φιλοσοφικό του έργο. Αυτά που είπε στους ανθρώπους τα παρομοίαζε με πρωτόγνωρα λόγια του ανέμου, με πρωτόγνωρα και γνήσια τραγούδια κάποιου βραχνού χωριάτη. Ήταν ριζωμένη βαθιά στη συνείδησή του η αδυναμία κατανόησης των «ασμάτων» του από τους άλλους: “Αυτά που θα ακούσετε, θα είναι τουλάχιστον καινούργια. Κι αν δεν το καταλαβαίνετε, αν δεν καταλαβαίνετε τον τραγουδιστή, τόσο το χειρότερο! Μη δεν είναι αυτός ο κλήρος του; Μη δεν είναι αυτό που ονομάσανε ‘Κατάρα του Τροβαδούρου’;”

     Δεν πρόφτασε να χτίσει εκείνη τη γέφυρα που πάντα επιθυμούσε, από τον άνθρωπο στον Υπεράνθρωπο. Οι προσδοκίες του όμως από το ανθρώπινο είδος δε σταμάτησαν ποτέ να είναι μεγάλες. Όταν ρωτήθηκε για το τι είναι αυτό που αγαπάει στους άλλους, απάντησε: «Τις ελπίδες μου».

~Βικιπαιδεία

ubermensch cover

Manolis’ Übermensch

     In his latest book of poems, Manolis celebrates the “imperfect perfection of the imperfect chaos,” energetic and lucid philosophic meditations on the mysteries of being human. Übermensch is derived from one of Nietzsche’s most challenging and frequentlymisunderstood concepts, the Superman or Overman.

     Nietzsche believed that we are capable of being better than we are, possessing more understanding, more compassion, greater wisdom and more awareness which allows humanism to fill the void left by the absence of God. As Virgil led Dante on his midlife journey, the Übermensch is our guide through modernity.

     Manolis has extended his range, celebrating the magnetic possibilities of the self in a narrative that takes us on an intellectual and spiritual journey. The poems possess a vitality of sensuous music in a sea of thought, kinetic and direct, imbued by rational compassion and mystic clarity, in poems that transcend the quotidian to enrapture us by the enigma of an unchained life.

     The voice in the poems awakens us to the next stage of consciousness and moves through impenetrable breath like a river that flows through the spiritual body, mouth to mouth, reviving language from the still bones of silence. Übermensch is a reverie in the best traditions of poetry, a poetic sacrament from which the taste of language rises like honey oozing in the ear.

     With Nietzche’s Zarathustra as an inspiration, every word a music more music than music and after the silence breaks, the voice goes on forever. In Übermensch, with the Greek en face, the taste and texture of the language transforms the empyreal whose accents linger long in the vocabulary of the imagination.

“Ο Υπεράνθρωπος” του Μανώλη Αλυγιζάκη

     Στο τελευταίο βιβλίο ποίησης του Μανώλη Αλυγιζάκη, ο ποιητής εξυμνεί “την ατελή τελειότητα του ατελούς χάους” με ενεργειακούς και διάφανους φιλοσοφικούς διαλογιασμούς περι του μυστηρίου που λέγεται άνθρωπος. O τίτλος βασίζεται στην ένοια του Υπερανθρώπου του Φρειδερίκου Νίτσε που είναι η πιο δύσκολη να εξηγηθεί και γι αυτό το λόγο έχει συχνά παρεξηγηθεί.

     Ο Νίτσε πίστευε ότι είμαστε καλύτεροι από όπως εμφανιζόμαστε, ότι έχουμε περισσότερη κατανόηση, αλτρουϊσμό, βαθύτερη γνώση κι επίγνωση που μας επιτρέπουν να συμπληρώσουμε το κενό που δημιουργεί ο θάνατος του Θεού. Όπως ο Βιργίλιος οδήγησε τον Ντάντε στο ταξίδι της μεσαίας ζωής του, ο Υπεράνθρωπος μπορεί  να γίνει οδηγός μας στο μοντέρνο κόσμο που ζούμε.

     Ο Μανώλης έχει επεκτείνει το πεδίο του εξυμνώντας τις μαγικές πιθανότητες του εαυτού σε μια αναζήτηση που μας παίρνει σ’ ένα πνευματικό και ψυχολογικό ταξίδι. Ποιήματα του βιβλίου τούτου έχουν τη ζωντάνια αισθησιακής μουσικής σε μια θάλασσα της σκέψης, κινητικά και άμεσα, γεμάτα από λογική συμπόνιας και μυστικιστική καθαρότητα υπερβαίνουν την καθημερνότητα και μας κρατούν δέσμιους μέσα  στο αίνιγμα μιας πανελεύθερης ζωής.

     Η φωνή των ποιημάτων μας προετοιμάζει για το επόμενο επίπεδο συνείδησης που κινείται μέσα από αδιαπέραστες ανάσες όπως ο ποταμός μέσα από το πνευματικό του σώματος, στόμα με στόμα, ξαναγενώντας τη γλώσα από την ακινησία της σιωπής. Ο “Υπεράνθρωπος” είναι μια ρέμβη βασισμένη στην παραδοσιακή ποίηση, μια ποιητική ματαλάβωση που ρέει σα μέλι στο αυτί του αναγνώστη.

     Με τον “Υπεράνθρωπο” του Νίτσε σαν έμπνευση, κάθε λέξη είναι μουσική πέραν της μουσικής και μετά τη σιωπή ανάμεσα στις λέξεις η φωνή συνεχίζει για πάντα. Στον “Υπεράνθρωπο” με το ελληνικό κείμενο στα αριστερά, η γεύση και η ύφανση της γλώσας μεταλλάσει το εμπειρικό του οποίου τα χαρακτηριστικά παραμένουν για καιρό μέσα στο λεξιλόγιο της φαντασίας.

 

 

Νεκροθάφτης

 

      Ήταν ακόμα νωρίς όταν μας υποδέχτηκε ο νεκροθάφτης

κι επειδή ήμασταν πολλοί υποσχέθηκε να μας βαλσαμώσει

έναν-έναν έστω κι αν αυτό έπαιρνε χρόνια και ξέραμε πως

έπρεπε να ξεκινήσει απ’ την αρχή: απ’ τον Αδάμ και την Εύα

και φυσικά το φίδι δίχως τα φαρμακερά του δόντια.

     Ήταν η ώρα που η ζωή αποκτούσε σπουδαιότητα, λίγο

πριν παρουσιαστεί η ζήλεια και το αλάτι του κορμιού που

έδενε κόμπους στο νήμα της αλληλεγγύης κι ο Υπεράνθρωπος

συμβούλεψε ν’ αρχίσουμε μ’ ένα τραγούδι προς τιμήν των νεκρών

του τρωϊκού πολέμου, αλλά το φως στο δρόμο ήταν τόσο έντονο

που οι φωνές μας παράξενα ακούγονταν όταν άνοιξε

την αγκαλιά Του κι αφού φίλησε το μέτωπο του πρώτου νεκρού,

είπε: ‘Αυτό το κουφάρι είναι ο Υπεράνθρωπος του μέλλοντος’.

Undertaker

 

     It was still early in the day when the undertaker

received us yet since we were a large crowd he promised

to embalm us one by one even if this would take years

and we knew he had to start from the very beginning,

with Adam and Eve and of course the serpent without

his poison fangs.

 

     It was the time just before jealousy appeared when life

regained its importance and the body’s salt

tied knots on the thread of compassion when

Übermensch advised us to start with a song to honour

the dead of the Trojan war but the light in the street

was so bright our voices sounded strange. Then

He opened his arms and after kissing the forehead

of our first dead He said; ‘This corpse will be

the future Übermensch.

 

 

 

 

 

 

Επωδός

 

Εμείς οι ηγέτες κι εμείς που ακολουθούμε

οι τυφλοί φονιάδες και τα τυφλά θύματα

 

Εγώ ο άθεος κι εγώ ο ευλαβής

ο πλούσιος και ο αποθαρρυμένος

 

Εμείς οι εγωϊστές κι εμείς οι ταπεινοί

οι σύμμαχοι και οι αντίπαλοι

 

Εγώ η γνώση κι εγώ η άγνοια

ο μεγαλοπρεπής κι ο άθλιος

 

Εμείς οι ονειροπόλοι εμείς κι οι ονειρομάντες

οι αιώνεια περιπλανώμενοι και οι οικόσιτοι

 

Εγώ το σπουδαίο σύμφωνο εγώ και το φωνήεν

ο αχανής ωκεανός και το κρυφό ακρογιάλι

 

Εμείς οι πρίγκιπες κι εμείς οι επαίτες

οι μισαλλόδοξοι κι οι αλτρουϊστές

 

Εγώ ο ήρωας κι εγώ ο προδότης

ο ερπόμενος κι ο αετός

 

Εμείς τα πρόβατα εμείς και τα λιοντάρια

οι κοινωνικοί κι οι ασκητές

 

Εγώ το ελεύθερο πνεύμα κι εγώ ο φανατικός

ο ορθοστατών κι ο σκούληκας

 

Εμείς οι ανθρωποκεντρικοί και τ’ ανθρωποειδή

οι αυταρχικοί κι οι μαριονέττες

 

Εγώ του Θεού παιδί και συγγενής διαβόλου

ο επίμοχθος εργάτης κι ο τεμπέλης

 

Εμείς οι μύστες κι εμείς οι μυημένοι

εμείς οι σχοινοβάτες κι εμείς οι Υπεράνθρωποι.

 

 

 

 

 

Epode

 

We the leaders and we the followers

the blind killers and the blind victims

 

I the atheist and I the pious

the filthy rich and the despondent

 

We the egotistical and we the humble

the allies and the enemies

 

I the knowledge and I the ignorance

the palatial and the squalor

 

We the dreamers and we the dreamless

the forever roamers and the domesticated

 

I the important consonant and I the vowel

the wide ocean and the secluded cove

 

We the princes and we the beggars

the bigots and the altruists

 

I the hero and I the traitor

the serpent and the eagle

 

We the sheep and we the lions

the socialites and the hermits

 

I the free spirited and I the fanatic

the man erectus and the worm

 

We the anthropocentric and we the anthropoid

the autocratic and the marionettes

 

I the child of God and Devil’s cousin

the arduous worker and the tedious

 

We the initiates and we the initiated

the ropewalkers and the Übermenschen.

Χαώδης

 

     Η κρυστάλλινη αυγή έφτασε ηλιόλουστα γεμάτη,

γελαστό πρόσωπο μωρού που αντίκρισε τη μαμά του

όταν αποφασίσαμε το χάος να ερωτευτούμε, κάθε αυγή

να πλάθουμε καινούριο κόσμο, σαν μιας φαμίλιας

ορφανών ψωμί ζεστό και μυρωδάτο δικαίωμά μας

ήταν όλα να τα περιφρονήσουμε, τον προσηλυτισμό

τρελλών ρασοντυμένων.

 

     Η κρυστάλλινη αυγή έφτασε ηλιοτρόπια γεμάτη,

που αποφασίσαμε γιοφύρι να γίνουμε που πάνω του

τα πρώτα βήματα του Υπερανθρώπου θα γραφόταν.

Εμείς, οι τελευταίοι των ανθρώπων το τέλος μας

θα βρίσκαμε, γιατί όσο αγαπούσε τη ζωή ο Υπεράνθρωπος

τόσο αγαπούσε κι εμάς που θυσιάσαμε την ασήμαντή μας

ύπαρξη στην αναζήτηση της ατελής τελειότητας

του ατελούς χάους.

 

Chaotic

 

     The crystal dawn arrived. Full of sunlight, babyface

that smiles at the first sight of his mother, we decided

to fall in love with chaos, every morning to kneed

a new world, like a loaf of bread for the family of orphans,

warm and aromatic, it was our privilege to disdain everything

proselytism of fools wearing cassocks.

 

     The crystal dawn arrived. Full of sunlight when we decided

to become the bridge where the first steps of Ubermensch

would be marked. We, the last of men, would find our end

because as Ubermensch loved life He loved us equally,

for we sacrificed our insignificant existence in search

of the imperfect perfection of the imperfect chaos.

~Ubermensch/ΥπεράνθρImageωπος

Impact

 

     And since the new reality was upon us truly we 

accepted it: dead was our God. Buried him yesterday

afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations

and we felt a lot lighter. Nothing was as ticklish as

the mood of the sombre day while fear, I would say,

deep in our hearts, hidden. Sorrow reigned in the black

funeral home office while just outside beggars stretched

their hands asking for what we couldn’t spare, decency

of the new serpent who appeared but without fangs,

feverish magnolia bloomed its purple flowers over

our nuptial bed and in an eyrie we filled our chalice

with courage and we mailed it to the four corners of

the universe and promised never to be trapped again 

in the idiocy of a system.

 

The Andian condor we declared heir of the flesh.

The wind and the rain we proclaimed our catharsis.

 

     Evoe, oh, free elements, evoe.

 

     ‘Multiply and conquer the earth’ someone said. And

it was good.

 

Επίπτωση

 

     Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε

ο Θεός μας. Τον θάψαμε χθές το απόγευμα χωρίς

τραγούδια ή παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια

κι ανάλαφροι ενιώσαμε τίποτα πιο πολύ δεν μας

γαργάλαγε παρά το ύφος της μουντής μέρας ενώ ο φόβος,

θάλεγα, βαθειά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.

Στην σκοτεινή αίθουσα του γραφείου κηδειών κουμάντο

έκανε η θλίψη κι έξω απ’ την πόρτα οι ζητιάνοι απλώνανε

το χέρι και ζητούσαν αυτό που δεν θα τους δίναμε, ευπρέπεια

του φιδιού που δίχως δόντια εμφανίστηκε, η μαγνόλια

που άνθισε μενεξελιά μπουμπούκια πάνω στο νυφικό

κρεβάτι κι εμείς μες τη φωλιά του αετού γεμίσαμε κουράγιο

το δισκοπότηρό μας και το ταχυδρομήσαμε στα τέσσερα

της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ συστήματος

θύματα να μην πέσουμε.

 

Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.

Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.

 

      Ευοί, ώ, λεύτερα στοιχεία, ευοί.

 

     ‘Πολλαπλασιαστείτε και κατακτήσετε τη γη’

κάποιος εφώναξε. Κι ήταν σωστό.

 

 

 

~Übermensch

~Υπεράνθρωπος