Posts Tagged ‘trees’





Ν’ ανοίξεις την πόρτα, ν’ ανοίξεις το δέντρο,

να μπείς ως μέσα και να βγάλεις φύλλα.

Αυτό το αμελημένο πράγμα είναι δικό σου.

Τον ίσκιο σου τον σβύνει η νύχτα. Τώρα

στο απέναντι σπίτι παίζουν πιάνο. Ναι, και για σένα.


~Αθήνα, 11-12-78






To open the door, to open the tree,

to get deep into it and grow leaves.

This neglected thing is yours.

The night erases your shadow. Now they play

the piano in the opposite house. Yes, and also for you.


~Athens, 11-12-78





Το ξύλινο άλογο, η ξύλινη βασίλισσα, ο ξύλινος πύργος, τα δέντρα
επάνω σε άσπρα και μαύρα πλακάκια, χαραγμένα με ακρίβεια,
η πειθαρχία των ξύλινων στρατιωτών. Πρωτοβουλίες ελαττωμένες.
Η σκακιέρα αφημένη στην ταράτσα. Υγρασία. Ένα φεγγάρι
μιας επίπλαστης άνοιξης κ’ η αρχαία κουκουβάγια. Τα χέρια,
τα αντίπαλα και ισόπαλα, μετέωρα στον αέρα, αόρατα, ενωμένα
σε χειραψία καταναγκαστική μιας μοιρασμένης, ανύπαρκτης νίκης
επάνω απ’ το κενό, το μετρημένο δήθεν. Οι δυο παίκτες
ίσως περάσαν στο λουτήρα. Ακούγεται θόρυβος νερού. Ο υπη-
βγαίνει με το μεγάλο κηροπήγιο, τ’ ακουμπάει στο τραπέζι,
κάθεται στη βαθειά πολυθρόνα, βγάζει τόνα του παπούτσι,
κλείνει τα μάτια, αφουγκράζεται τις νυχτοπεταλούδες πλάι στη
τα γλιστερά σκουλήκια κάτω απ’ το χώμα, ανάμεσα στις ρίζες,
ανοίγει τα μάτια, κοιτάει το κερί, βγάζει και τ’ άλλο του παπούτσι.

The wooden horse, the wooden queen, the wooden tower, the trees
on the white and black tiles, accurately incised,
the discipline of wooden soldiers. Reduced initiatives.
The chess set left on the terrace. Moisture. There’s a moon
of affected spring and the ancient owl. The hands
opposing and of equal strength, hovering, invisible, united
in a coerced handshake of a shared, inexistent victory
over the void, the measured void, supposedly. The two players
perhaps went to the bathroom. Sound of water is heard. The
comes out with a big candleholder, places it on the table,
he sits in the posh armchair, takes off one of his shoes,
closes his eyes, listens carefully to the moths around
the flame,
the slimy worms under the soil, amid roots,
opens his eyes, looks at the candle and takes off his other shoe.
~Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Cloe and Alexandra_cover_aug265



Καθόταν στο διπλανό τραπέζι,
είχε δική του παρέα κι όμως κάθε τόσο
γύριζε να με κοιτάξει,
με έψαχνε στα μάτια.
Πριν καθίσει απέναντί μου
υπήρχε το νωχελικό φως του απογεύματος
που έλουζε τα τραπέζια,
τα καθαρά τραπεζομάντιλα
και πιο πέρα τις πέτρες και τα δένδρα.
Μα πριν συμβούν όλα αυτά
ήμουν βυθισμένη σε μια απέραντη νωχέλεια,
σε μια απέραντη ηρεμία
που προδιέθετε και προετοίμαζε
μια τέτοια απόλαυση:
μέσα στο εξαίσιο φως
ένας άνδρας να με κοιτάζει.



He was sitting at the next table
engaged in his own affairs
but every now and then
he turned to look at me
staring me in the eyes.
Before he sat opposite me
it was the languid afternoon light
which bathed the tables,
the clean tablecloths
and further off the rocks and trees.
And before all this happened
I was sunk in an overwhelming languidness,
in an overwhelming peacefulness,
which predisposed and prepared me
for such a thing to relish:
in that wondrous light
a man staring at me.


~Cloe and Alexandra, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2013

George Seferis_cover


Καί ψυχή

ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν

εις ψυχήν

αυτή βλεπτέον:

τόν ξένον καί τόν εχθρόν τόν είδαμε στόν καθρέφτη.

Ήτανε καλά παιδιά οι συντρόφοι, δέ φωνάζαν

ούτε από τόν κάματο ούτε από τή δίψα ούτε από

       τήν παγωνιά,

είχανε τό φέρσιμο τών δέντρων καί τών κυμάτων

πού δέχονται τόν άνεμο καί τή βροχή

δέχονται τη νύχτα καί τόν ήλιο

χωρίς ν’ αλλάξουν μέσα στήν αλλαγή.

Ήτανε καλά παιδιά, μέρες ολόκληρες

ίδρωναν στό κουπί μέ χαμηλωμένα μάτια

ανασαίνοντας μέ ρυθμό

καί τό αίμα τους κοκκίνιζε ένα δέρμα υποταγμένο.

Κάποτε τραγούδησαν, μέ χαμηλωμένα μάτια

όταν περάσαμε τό ερημόνησο μέ τίς αραποσυκιές

κατά τή δύση, πέρα από  τόν κάβο τών σκύλων

πού γαυγίζουν.


And the soul

if it is to know itself

must look

into its own soul

the stranger and the enemy, we have seen him in the mirror.


They were good boys, the comrades, they didn’t complain

about the tiredness or the thirst or

        the frost

they had the behaviour of the trees and the waves

that accept the wind and the rain

that accept the night and the sun

without changing in the middle of change.

They were good boys, for days on

they sweated at the oars with lowered eyes

breathing in rhythm

and their blood reddened a submissive skin.

Sometimes they sang, with lowered eyes

when we passed by the deserted island with the prickly pear trees

toward the west, beyond the cape of the dogs

that bark.


Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

George Seferis-Collected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large


These trees don’t take comfort in less sky
these rocks don’t take comfort under foreigners’
these faces don’t take comfort but only
in the sun,
these hearts don’t take comfort except in justice.

This landscape is merciless like silence,
it hugs its fiery rocks tightly in its bosom
it hugs tightly in the sun its orphan olive trees
and grapevines,
it clenches its teeth. There is no water. Only light.
The road vanishes in light and the shadow of the fence wall
is made of steel.

Trees, rivers and voices turn to marble
in the sun’s whitewash.
The root stumbles on the marble. The dusty
The mule and the rock They all pant There is
no water.
They’ve all been thirsty. For years. They all
chew one bite of sky over their bitterness.

Their eyes are red for lack of sleep,
a deep wrinkle is wedged between their

like a cypress between two mountains
at sundown.
Their hands are glued onto their rifles,
their rifles are extensions of their hands,
their hands extensions of their souls –
they have anger on their lips
and grief deep within their eyes
like a star in a pothole of salt.


Αυτά τά δέντρα δέ βολεύονται μέ λιγότερο ουρανό,

αυτές οι πέτρες δέ βολεύονται κάτου απ’ τά ξένα


αυτά τά πρόσωπα δέ βολεύονται παρά μόνο στόν


αυτές οι καρδιές δέ βολεύονται παρά μόνο στό δίκιο.

Ετούτο τό τοπίο είναι σκληρό σάν τή σιωπή,

σφίγγει στόν κόρφο του τά πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στό φώς τίς ορφανές ελιές του καί τ’ α-

      μπέλια του,

σφίγγει τά δόντια. Δέν υπάρχει νερό. Μονάχα φώς.

Ο δρόμος χάνεται στό φώς κι ο ίσκιος τής μά-

     ντρας είναι σίδερο.

Μαρμάρωσαν τά δέντρα, τά ποτάμια κι οι φωνές

      μές στόν ασβέστη τού ήλιου.

Η ρίζα σκοντάφτει στό μάρμαρο. Τά σκονισμένα


Τό μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δέν υπάρχει


Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μιά μπου-

     κιά ουρανό πάνου απ’ τήν πίκρα τους.

Τά μάτια τους είναι κόκκινα απ’ τήν αγρύπνια,

μιά βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στά φρύδια


σάν ένα κυπαρίσι ανάμεσα σέ δυό βουνά τό λιό-


Τό χέρι τους είναι κολλημένο στό ντουφέκι,

τό ντουφέκι είναι συνέχεια τού χεριού τους,

τό χέρι τους είναι συνέχεια τής ψυχής τους—

έχουν στά χείλη τους απάνου τό θυμό

κ’ έχουνε τόν καημό βαθιά-βαθιά στά μάτια τους

σάν ένα αστέρι σέ μιά γούβα αλάτι.

Yannis Ritsos-Romiosini/translated by Manolis Aligizakis

Γιάννης Ρίτσος-Ρωμιοσύνη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη