Posts Tagged ‘train’





Έχω το φως—λέει. Δε ζητάει άλλους συμμάχους.

Αργεί η Δευτέρα ως το Σάββατο. Φεύγουν τα τραίνα.

Αυτός περνάει μπροστά στο καφενείο, κοιτάζει μέσα,

πόδια και πόδια κάτω απ’ τα τραπέζια, ποτήρια

επάνω στα τραπέζια και φλιτζάνια κι ένα λεμόνι,

μεγάλα χάλκινα κουμπιά από σκισμένα σακάκια

κατρακυλάνε στο γυμνό κατήφορο, τ’ ακούει,

αλλού σταματάει το καθένα, στη θάλασσα δε φτάνουν.







I have the light – he says. He doesn’t seek other allies.

Monday to Saturday is a slow process. The trains leave.

He passes by in front of the café; he looks inside;

legs and legs under the tables; glasses

on the tables and cups and a lemon;

big bronze buttons from ripped coats

roll down the bare slope; he hears them;

each of them stops in a different spot; they don’t reach the sea.



Το δωμάτιο συνοικιακό, με λιγοστά έπιπλα, σαν περικοπή απ’
το Ευαγγέλιο — έτσι τέλειωσαν όλα γρήγορα κι η Ιωάννα κλαί-
γοντας πίσω απ’ το σταθμό, εξάλλου ήταν ένα μυστικό υπέροχο που
το ξεχνούσα μόλις πήγαινα να το πω, άνοιξα τότε τη θήκη του
βιολιού — και μόνο, καμιά φορά, με πιάνει το παράπονο και φοράω
τη γραβάτα μου μ’ έναν τέτοιο τρόπο, που να καταλάβουν, επιτέλους,
ότι είμαι από καιρό κρεμασμένος.

The room was in the suburbs, with a few pieces of furniture
like a Gospel quotation — so everything finished quickly and
Joanna cried and run back to the station; on the other hand it was
a secret that I’d forget it as I tried to mention it; then I opened the
violin case — and only, at sometimes when I grieve, I put on my
tie in such a way that they at least understand
I have been hanging for a long time.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

vernal equinox


She looks in your direction
from behind dark glasses
certain that she stares at you
at once you feel
embarrassed for your fat belly
and your gray beard you turn

your head the other way
as if to conceal how uncomfortable you are
being stared at by such a pretty blond

and you miss paying attention
to her faint smile resembling Mona Lisa’s
indeed she was gazing you
perhaps admiring your gray beard
or your straight posture
holding the handrail

of the Train rumbling along Kalithea


Κοιτάζει προς τη μεριά σου
πίσω απ’ τα μαύρα γυαλιά
είσαι βέβαιος πως σε κοιτάζει
ξαφνικά αισθάνεσαι ντροπή
για τη μεγάλη σου κοιλιά
και για το γκρίζο σου το μούσι

και γυρίζεις το κεφάλι σου στην άλλη μεριά
σαν να θες να κρύψεις την αμηχανία σου
κάτω απ’ το βλέμμα τέτοιας όμορφης κοπέλλας

και χάνεις την ευκαιρία να διαπιστώσεις
το ανεπαίσθητο χαμόγελό της
σαν της Μόνα Λίζας
ναι, αληθινά, σε κοίταζε
ίσως να θαύμαζε τα γκρίζα σου μαλλιά
την ίσια σου κορμοστασιά
κρατώντας τη χειρολαβή του τρένου

στο δρόμο για την Καλλιθέα

~Εαρινή Ισημερία, ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη, 2011
~Vernal Equinox, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2011

Cloe and Alexandra_cover_aug265

Στον μοναδικό μου αναγνώστη

Θα σε περιμένω.
Σε έναν σταθμό που δεν υπάρχει ακόμα.
Στο κέντρο εκεί της ερημιάς.
Γύπες θα κυκλώνουνε τα τρένα.
Φαλακρά μωρά θα κλαίνε γοερά.
Θα έρθεις.
Με ένα τρένο
που πια δεν λειτουργεί
χωρίς φρένα και μηχανοδηγό
κατρακυλάει στ’ αστέρια.
Όταν κατέβεις δεν θα μ’ αγκαλιάσεις.
Δεν θα μου πεις πως μ’ αγαπάς.
Μόνο θα σηκώσεις το χέρι
και τρυφερά θα στρώσεις το γιακά
απ’ το τριμμένο μου παλτό.

To my only reader

I’ll wait for you.
In a station not yet built.
There, in that center of loneliness.
Where condors swirl around the trains.
Where bald babies will wail loudly.
You will come.
On a train no longer in service
without brakes nor engineer
train that rolls among the stars.
When you’ll disembark you won’t hug me.
You won’t tell me ‘I love you’.
You will only raise your arm
and tenderly you’ll rearrange the collar
of my worn out overcoat

Το φιλί


Όσο με φιλούσες

περίμενα το άγγιγμα της γλώσσας,

το στριφογύρισμά της μέσα στο στόμα μου.

Όσο με φιλούσες

είχα την αναίδεια να κρίνω την τέχνη σου,

να μελετάω την υφή και την ένταση

απ’ τα χείλη σου.

Για να σωπάσω,

να πάψω να σε κρίνω,

ήθελα την πρόστυχη τόλμη σου.

The Kiss

While you were kissing me

I longed for the touch of your tongue

its twisting in my mouth.

While you were kissing me

I had the impertinence to judge your art

to evaluate the feel and intensity

of your lips.

To stop these thoughts

to stop judging you,

I craved for your obscene audacity.


Χλόη και Αλεξάνδρα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Cloe and Alexandra/Translation by Manolis Aligizakis



Το εισιτήριο


Έβγαλα εισιτήριο με το τρένο

για να’ ρθω να σε βρω.

Τόσο απλό λοιπόν να ανέβω σ’ ένα τρένο

με οδηγό, εισπράκτορα, συνεπιβάτες

ράγες που εφάπτονται στο έδαφος

και προαναγγελθέντες όλους τους σταθμούς.

Ξέχασα πόσο μαύρο είναι το τρένο της αγάπης

πως καίει κάρβουνα κι ελπίδες

με ένα μάτι τυφλό κι ένα στόμα που χάσκει

και μηχανή ορχιδέα που αιώνια πεινάει

πόσο ρυθμικά βογκά

καθώς φίδι θεριεμένο

ανεβοκατεβαίνει τις σήραγγες του τρόμου.

Λησμόνησα πόσο μοναχικό είναι το τρένο της αγάπης

με τον ελεγκτή κάθε λίγο

να ακυρώνει

και έναν εισπράκτορα

κέρινο ομοίωμα

να περιμένει πάντα στον σταθμό.

Έβγαλα εισιτήριο με το τρένο

για να’ ρθω να σε βρω.

Σαν να μην γνώριζα ποιο είναι πάντα το ταξίδι,

και ποιον αλήθεια ψάχνουμε στον έρημο σταθμό.

The Ticket


I purchased a train ticket

to come and find you.

So simple to get onto a train

with an operator, money collector, other passengers

rails touching the ground and

with all stops pre-announced.

I forgot how black the train of love is

it burns coal and every hope

with a blind eye and a gaping mouth

an orchid engine forever hungry

how rhythmically it groans

like a gigantic serpent

in and out the tunnels of fear.

I forgot how lonely the train of love is

the inspector so often

validates the tickets and

the money collector

a wax resemblance

always waiting at the station.

I purchased a train ticket

to come and find you.

As though I didn’t know the voyage is always the same and

who to look for in the deserted station.


Γλυκό απόγευμα


Το σχήμα της πλατείας,

το σχήμα των σπιτιών που την καθόριζαν,

με φωτεινές καμάρες, υπαίθρια εστιατόρια

και καφετέριες.

Σ’ αυτόν τον χώρο συνωστίζονταν η νεολαία,

κατέκλυζε τα πεζοδρόμια,

δεν άφηνε τραπέζι για τραπέζι.

Η ματαιότητα κι τρυφηλή ζωή της πόλης

πνίγονταν, διαχέονταν

μες στο γλυκό απόγευμα.

Κι όμως ήταν αναπόφευκτο:

σ’ αυτόν τον χώρο που έπηζε η ομορφιά

μπήκα με δέος.

Sweet Afternoon


The shape of the square

the shape of the houses which delineate it,

with lit arcades, open air restaurants

and cafes.

Here the young people gather

flood the sidewalks

leave no empty table.

The futility and sensual life of the city

drowned together, dissolved

into the sweet afternoon.

And yet it was inescapable.

Here, where beauty thickened

I entered in awe.

~Χλόη και Αλεξάνδρα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Cloe and Alexandra, translation by Manolis Aligizakis