Posts Tagged ‘table’

cover

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΘΑΛΠΩΡΗ

 

Ένα βράδυ πήρα απ’ το τραπέζι τα δυο μισοτελειωμένα φορέμα-

τα και τ’ ακούμπησα στον καναπέ, η γυναίκα μου ήταν μια φτωχή

μοδίστρα, το πρωί “γιατί” μου λέει, “έκανες αυτήν την ακαταστα-

σία;” “Λάθος” της λέω “ίσα ίσα που συμμάζεψα λίγο το σπίτι”

“αλλά γιατί;” “μα θα ερχόταν κόσμος” της λέω “ποιος κόσμος;”

μου λέει με παράπονο — αφού δεν έρχεται ποτέ κανείς” “φτωχή

μου κοπέλλα είσαι τρελλή;” της λέω “κάθε βράδυ έρχεται πολύς

κόσμος” “εδώ σ’ εμάς;” έκανε και τα μάτια της έλαμψαν.

Από τότε άρχισε να μιλάει μόνη της τα βράδια, ώσπου τη βά-

λαμε στο άσυλο. Εγώ πήγα στης μητέρας μου, δε θυμάμαι πού —

γριά γυναίκα ήταν βλέπεις

κι είχε πεθάνει.

 

 

FAMILY WARMTH

 

One night I took two unfinished dresses from the table and

put them on the couch my wife was a poor seamstress, in the morning

“why you created that mess?”, “on the contrary” I said to her,

“I tidied up the house”, “but why?” “We expect visitors” I said

“what visitors?”  she said to me with a grumble — “no one ever comes”

“poor girl, you are crazy” I said “every night lots of people come”

“here to visit us?” she said and her eyes gleamed.

Since then she started talking to herself every night until we put

her in the asylum. I went to my mother’s, I don’t remember where —

she was an old woman, you see

and she had died.

 

 

 

TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

Advertisements

nostos and algos cover_300

BURDEN

He put his bag on the floor
laid next to me
he raised one leg and
leaned it against the wall
as though to leave on it
a fleshy mark
a faint human trace
the other leg was resting
on the cool cement

suddenly as though he remembered
something very important

he got up
walked to the table
leaned down and smelt
the last bloomed rose
then he let a sigh float
in the darkened room
as though to release
burden of his last breath
and without any word
on the cool cement he collapsed.
ΒΑΡΟΣ

Έβαλε το σακούλι του στο πάτωμα
πλάγιασε δίπλα μου,
το ένα πόδι ακούμπησε
στον τοίχο σαν να `θελε
ν’ αφήσει ένα χνάρι ανθρώπινο,

το άλλο πόδι ξεκουράζονταν
στο δροσερό τσιμέντο.

Ξαφνικά σαν να θυμήθηκε
κάτι πολύ σοβαρό

σηκώθηκε και βημάτισε
στο τραπέζι, γονάτισε και
μύρισε το μοναδικό τριαντάφυλλο.
Άφησε ένα στεναγμό να αιωρηθεί
στο σκοτεινό δωμάτιο
σαν να `θελε να ελευθερωθεί από
κάποιο βάρος της τελευταίας του
ανάσας και χωρίς λέξη να πεί
στη δροσιά του τσιμέντου κατέρευσε

DELPHI

Even this solemn remnant
of the ancient temple standing
like an anchorite in meditation
by the slope of the tired hill
even this they shall defile

remember it—I said

half-breed men with wide shoulder-blades
and hierodules with exquisite cheekbones
swaying their provocative buttocks
for the amusement of the winds
and for the sea’s virgin salinity
even this they shall defile

remember it—I said

aimlessly before the innocent statues
they shall desecrate and life the whore
they shall call and with stamina
and unyielding persistence they shall
bury the primeval beauty and after
they exhume the ancestral hatred
and guilt, the pneuma they shall imprison
to be guarded by Herculean arms
and theirs the wealth of the valley and
my kin’s reward bloodshed in streets and
neighborhoods where you and I once roamed and
played making plans for exploits and deeds

and you said—

it would have been better if we stayed
obedient to the holy and venerable
half-truths brought to our lands by easterners
at least they promised a gleaming Paradise
ΔΕΛΦΟΙ

Κι αυτό το απομεινάρι του πανάρχαιου ναού
σάν αναχωρητής του πεπρωμένου
που στην πλαγιά βουνού διαλογίζεται
κι αυτό μια μέρα θα το βεβηλώσουν

να το θυμάσαι—είπα

άντρες μιγάδες με τις φαρδιές τίς ωμοπλάτες
και ιερόδουλες με ζυγωματικά εξαίσια
τούς προκλητικούς γλουτούς κουνώντας
για τούς ανέμους ευδαιμονικά και
για τής θάλασσας τήν πρώτη αρμύρα

να το θυμάσαι—είπα

άσεμνα καταμπροστά στ’ αθώα αγάλματα
θα ιεροσυλύσουν και τη ζωή πόρνη θα πούν
με μένος και μ’ άτεκτη επιμονή βαθιά
θα θάψουν τούς παμπάλαιους θεσμούς
κι αφού αναστήσουν το πρωπατορικό μίσος
και την ενοχή, το πνεύμα θα κλείσουνε
σε φυλακή, νεκρούς νόμους θα βάλουν
για σκοπιά που να κρατούν τα μπράτσα
τής αλκής στα σίδερα και στις φωτιές
του πρωαιώνιου κακού, δικός τους ο πλούτος
της κοιλάδας και του λαού μου ο μιστός μόνο
το αίμα χυμένο σε δρόμους και σε γειτονιές
που κάποτες εσύ και γω ξέγνοιαστα παίζαμε
όνειρα σχεδιάζοντας και κατορθώματα

κι είπες—

καλό θε να `τανε να μέναμε πιστοί στα όσια
και ιερά που κάποιοι φέρανε στη γη μας
κι άς ήταν νόθα και λειψά τουλάχιστον
είχαν σαν αμοιβή το γοητευτικό παράδεισο

http://www.ekstasiseditions.com

35774-tl

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΧΡΗΣΗ

     Βέβαια, όλα αυτά ήταν κάπως θολά, ίσως μάλιστα κι ανεξήγητα

γι’ αυτούς πού σηκώνουν μ’ έμφαση τό ποτήρι τους πάνω απ’ τό

τραπέζι, χωρίς νά βλέπουν ποιός τό κρατά, ώσπου σιγά σιγά, η

καθημερινή χρήση μάς κάνει θνητούς, έτσι προσπαθούσα πάντα νά

κοιτάζω αλλού όταν χτυπούσε τό κουδούνι, κι όταν ύστερα όλα

ησύχασαν, ήταν αργά, πού είναι ο οικοδεσπότης, γιατί κρύβεται,

     ακούμπησα στό τραπέζι γιά νά μήν πέσω, ύστερα μέ κεφάλι

σκυφτό άνοιξα τήν πόρτα κι ακολούθησα τό δρόμο μου.

     Καί τά βράδυα, στό δείπνο, τούς άκουγα νά διηγούνται τίς ιστο-

ρίες τους, αποσιωπώντας μέ τρόμο τό σκοτεινό, απόμακρο έξω —

εκεί πού είχαμε ζήσει.

DAILYUSE

      Of course, all these were somehow vague, perhaps even inexplicable

for the ones who raise their glass emphatically over the table, without

seeing who holds it, until, slowly the everyday use makes us mortal

thus I always tried to look elsewhere when the doorbell rang and when

all got quietened, where is the host, why is he hiding,

     I leaned on the table that I wouldn’t fall; then bowing my head

I opened the door and followed my path.

     And at night, dinner time, in horror I listened to them narrating

their stories that in a way silenced the dark, remote outside—there

wherewehadlived.

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/translated by Manolis Aligizakis

Summer autumn 2014, www.libroslibertad.ca

www.authormanolis.wordpress.com