Posts Tagged ‘speak’

cover

ΜΟΛΙΣ πέσαμε στην αιχμαλωσία, μάθαμε την πανουργία της
σιωπής
βρήκαμε, λοιπόν, ένα σημάδι, που χωρίς να μας προδίνει μιλούσε
καθαρά στους άλλους
και το χαράζαμε στους τοίχους, στις πόρτες των σταύλων ή πάνω
στο ψωμί.
Εκείνος που το`βλεπε έπαιρνε τότε μια άγνωστη κατεύθυνση
και κανείς δεν τον ξανάβλεπε.

Γι’ αυτή την πατρίδα σας μιλάω.

SOON as we fell in slavery we learned the craftiness
of silence
so we found a sign that without giving us up it spoke
quite clearly to the others
and we incised it ιn the walls, on the doors of stables
or on top of the bread.
Seeing it one would change direction and no one would
ever see him again.

About this motherland I talk to you.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Advertisements

ritsos front cover

ΤΡΙΠΤΥΧΟ

1. Ώσπου βράδιασε

Κρατούσε στο χέρι του το χέρι της. Δε μιλούσε.
Άκουγε πέρα, ίσως και μέσα του,
τον άφθονο σφυγμό της θάλασσας.
Η θάλασσα, τα πεύκα, οι λόφοι, είταν το χέρι της.
Άν δεν της τόλεγε, πως θα κρατούσε το χέρι της;

Σώπασαν, ώσπου βράδιασε. Κάτω απ’ τα δέντρα,
είταν μονάχα ένα άγαλμα με τα δυο χέρια του κομμένα.

2. Μια γυναίκα

Η νύχτα αυτή, απροσπέλαστη, κανέναν δε φιλάει—
μόνη μέσα στο φόβο της μη δε βρεθεί κανείς να τη φιλήσει.

Με πέντε αστέρια-δάχτυλα κρύβει μια τούφα άσπρα μαλλιά
κ’ είναι έτσι ωραία σαν άρνηση του πιο ωραίου εαυτού της.

3. Τί φταίμε;

Κάτω απ’ τη γλώσσα σου είναι τα λεπτά κλωνάκια του άνηθου,
οι σπόροι των σταφυλιών και οι ίνες των ροδάκινων.
Μέσα στη σκιά που ρίχνουν τα ματόκλαδά σου
είναι μια γη ζεστή. Μπορώ να ξαπλώσω
και να ξεκουραστώ ανερώτητα, είπε.

Τί θέλει λοιπόν αυτό το “πιο πέρα”;
Καα συ τί φταίς, ανυποψίαστη, να μένεις με τα φύλλα;
Ωραία κι απλή μες στο χρυσό σχήμα της ζέστας σου;
Κ’ εγώ τί φταίω να προχωρώ μέσα στη νύχτα
δέσμιος στην ελευθερία μου, είπε, τιμωρώντας ο τιμωρημένος;

TRIPTYCH

1. Until Evening Came

Ιn his hand he held her hand. He wasn’t talking.
He was listening far away and perhaps inside him
to the ample pulse of the sea.
The sea, the pine trees, the hills were her hand.
If he didn’t say this to her, how could he hold her hand?

They kept quiet until evening came. Under the trees
was only a statue with his two severed hands.

2. A Woman

This night is unapproachable, doesn’t kiss anybody –
alone in her fear as though no one may come to kiss it.

With five stars – fingers she hides a strand of white hair
and thus she’s like a negation of her most beautiful self.

3. What is our fault?

Under your tongue hide the thin little dill stems,
the grape seeds and the peach strings.
In the shadow created by your eyelashes
rests a warm earth. I can lie down
and rest without any questions – he said.

Then what is the meaning of this ‘farther away’?
And what is your fault, unsuspecting, to stay with the leaves?
Beautiful and simple in the golden beauty of your warmth?
And what is my fault that I walk in the night
captive of my freedom, he said, I, the punishing, the punished?
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

George Seferis_cover

An Old Man On the River Bank

 

    For Nanos Panagiotopoulos

And yet we have to consider how to proceed.

To feel is not enough, nor to think, nor

to move

nor to risk your body in the ancient embrasure,

when the boiling oil and molten lead groove

the walls.

And yet we have to consider to what direction we go ahead

not the way our pain desires it and our hungry

children

and the chasm of our comrades’ call from

the opposite shore

not even the darkened light whispers it in the improvised

hospital,

the pharmaceutical shine on the young man operated

on at noon

but in some other way perhaps I mean to say that

the long river that emerges from the great lakes enclosed

deep in Africa

and at sometime it was god and then it turned into road and

benefactor and judge and delta

that is never the same as the wise old people taught

and yet it always remains the same body, the same bed and

the same Point,

the same orientation.

I don’t want anything else but to speak simply, let

this grace be granted to me.

Because even our song we’ve loaded with so much

music that slowly sinks

and our art we’ve decorated so much that its features

are eaten by the gold

and it is time that we say our few words because

tomorrow our soul sails away.

If pain is human, we are not human just

to suffer pain

that’s why I contemplate so much these days about

the great river

this image that goes forward between herbs and

verdure

and beasts that graze and drink and people who

sow and harvest

and even in great tombs and small plots

of the dead.

This current that leads its way and that is not at all

different from the blood of men

and from the eyes of men when they stare straight ahead

without any fear in their hearts

without the everyday shiver about the little things or

even the great ones

when they stare straight ahead like the wayfarer who is

used to find his way guided by the stars

not like us, the other day, looking at the enclosed orchard

of an sleepy Arabic house

behind the lattice, the fresh garden changed shape, growing

larger and smaller

changing as we looked at it; we changed the shape of

our desire and our hearts

at high noon, us the patient dough of a world

that pushes us away and kneads us,

caught in the ornamented nets of life that was right and

then it turned into dust and sank in the sand

leaving behind it only that indecipherable dizzying

sway of a tall palm tree.

 

~George Seferis

~Cairo, 20 June ‘42

 

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ

Στον Νάνο Παναγιωτόπουλο

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε.

Νά αισθάνεσαι δέ φτάνει μήτε νά σκέπτεσαι μήτε νά

κινείσαι

μήτε νά κινδυνεύει τό σώμα σου στήν παλιά πολεμίστρα,

όταν τό λάδι ζεματιστό καί τό λιωμένο μολύβι

αυλακώνουνε τά τειχιά.

Κι όμως πρέπει νά λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε,

όχι καθώς ο πόνος μας τό θέλει καί τά πεινασμένα

παιδιά μας

καί τό χάσμα τής πρόσκλησης τών συντρόφων από τόν

αντίπερα γιαλό,

μήτε καθώς τό ψυθιρίζει τό μελανιασμένο φώς στό

πρόχειρο νοσοκομείο,

το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στό προσκέφαλο τού

παλικαριού που χειρουργήθηκε τό μεσημέρι

αλλά μέ κάποιον άλλο τρόπό, μπορεί νά θέλω νά πώ

καθώς

τό μακρύ ποτάμι πού βγαίνει από τίς μεγάλες λίμνες τίς

κλειστές βαθιά στήν Αφρική

καί ήτανε κάποτε θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος καί

δωρητής καί δικαστής καί δέλτα

πού δέν είναι ποτές του τό ίδιο, κατά πού δίδασκαν οι

παλαιοί γραμματισμένοι,

κι ωστόσο μένει πάντα τό ίδιο σώμα, τό ίδιο στρώμα, και

τό ίδιο Σημείο,

ο ίδιος προσανατολισμός.

Δέ θέλω τίποτε άλλο παρά νά μιλήσω απλά, νά μου δοθεί

ετούτη η χάρη.

Γιατί καί τό τραγούδι τό φορτώσαμε μέ τόσες μουσικές

πού σιγά-σιγά βουλιάζει

καί τήν τέχνη μας τή στολίσαμε τόσο πολύ πού φαγώθηκε

από τά μαλάματα τό πρόσωπό της

κι είναι καιρός νά πούμε τά λιγοστά μας λόγια γιατί η

ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

Άν είναι ανθρώπινος ο πόνος δέν είμαστε άνθρωποι μόνο

γιά νά πονούμε

γι’ αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τίς μέρες, τό

μεγάλο ποτάμι

αυτό τό νόημα πού προχωρεί ανάμεσα σέ βότανα καί σέ

χόρτα

καί ζωντανά πού βόσκουν καί ξεδιψούν κι ανθρώπους πού

σπέρνουν καί πού θερίζουν

καί σέ μεγάλους τάφους ακόμη καί μικρές κατοικίες τών

νεκρών.

Αυτό τό ρέμα πού τραβάει τό δρόμο του καί πού δέν είναι

τόσο διαφορετικό από τό αίμα τών ανθρώπων

κι από τά μάτια τών ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα

χωρίς τό φόβο μές στήν καρδιά τους,

χωρίς τήν καθημερινή τρεμούλα γιά τά μικροράματα ή

έστω καί γιά τά μεγάλα

όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα καθώς ο στρατοκόπος πού

συνήθισε ν’ αναμετρά τό δρόμο του μέ τ’ άστρα,

όχι όπως εμείς, τήν άλλη μέρα, κοιτάζοντας τό κλειστό

περιβόλι στό κοιμισμένο αράπικο σπίτι,

πίσω από τά καφασωτά, τό δροσερό περιβολάκι ν’ αλλάζει

σχήμα, νά μεγαλώνει καί νά μικραίνει,

αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, τό σχήμα τού

πόθου μας καί τής καρδιάς μας,

στή στάλα τού μεσημεριού, εμείς τό υπομονετικό ζυμάρι

ενός κόσμου πού μάς διώχνει καί πού μάς πλάθει,

πιασμένοι στά πλουμισμένα δίχτυα μιάς ζωής πού ήτανε

σωστή κι έγινε σκόνη καί βούλιαξε μέσα στήν άμμο

αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο τό απροσδιόριστο

λίκνισμα πού μάς ζάλισε μιάς αψηλής φοινικιάς.

~Γιώργος Σεφέρης

~Κάϊρο, 20 Ιουνίου `42