Posts Tagged ‘snow’

cover

 

ΧΙΟΝΙ

 

Ήταν ο μόνος που είχα κι όμως ούτε καν τον γνώριζα — έφευγε

για καιρό κι όταν ξαναρχόταν “κάποτε θα γυρίσεις κι εσύ” μου `λεγε —

“αλλά δεν θάναι κανείς” ύστερα μου μιλούσε για το πράσιονο φόρεμα

της μητέρας του κι επέμενε στη λέξη πράσινο σα να υπερασπιζόταν

τον κόσμο κι άλλοτε γονάτιζε και ζητούσε συγχώρεση για τους

τόσους αιώνες θλίψης κι οι γυναίκες που κατέβηκαν αργότερα να

πλύνουν λησμονήθηκαν μες στη μεγάλη λάμψη κι όπως χιόνιζε

άνοιξα το Ευαγγέλιο

αλλά χιόνιζε κι εκεί.

 

 

 

SNOW

 

He was the only one I had although I couldn’t recognize him —

he would go away and come back “someday you’ll also return”

he said “but no one will be here” then he would talk to me of his

mother’s green dress and he emphasized the word green as if

he defended the whole world; other times he would kneel and ask

for forgiveness for the centuries of grief and the women who later

descended to do the laundry were forgotten in a great shine and

as it snowed I opened the Gospel

but it snowed in it as well.

 

 

TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Advertisements

 

AGAIN A GREEN RIVER

Again a green river plunders me
and accord of grass and poplars
where the gleam of dead snow is forgotten.

And here within the night, mild lamb
has howled with head of blood:

there floods, in the outcry, the time
of the long wolves of winter,
of the well, homeland of thunder.

ΠΑΛΙ Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ

Ο πράσινος ποταμός με λεηλατεί
κι η αρμονία του γρασιδιού με τις λεύκες
εκεί που λυώνει το χιόνι ξεχάστηκε.

Κι εκεί μέσα στη νύχτα το μικρό αρνάκι
με το ματωμενο κεφάλι βέλαξε:

εκεί πλημυρίζει, στην κατακραυγή,
η ώρα των ατέλειωτων λύκων του χειμώνα
στην ήρεμη πατρίδα του κεραυνού.
~Salvatore Quasimodo, translated from the English, my Manolis Aligizakis

elyths

ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

Α

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
καθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες.

Εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη κι ουρανό
που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
μα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
πρωί, στα πόδια του βουνού.

Τώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Τώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
πιάνει και σβύνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της
μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
από λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια
βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

τα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψύχες τ’ ουρανού.

A

There where the sun used to dwell
where time was opening with the eyes of a virgin
as the wind was snowing from the nudging almond tree
and horse riders were lit on the peaks of grass

There where the hoof of a splendid maple tree struck
and a flag was high flapping earth and water
where weapons never burdened the backs
but all the tiredness of the sky
the whole world shone like a waterdrop
in the morning at the feet of the mountain

Now, as if from God’s sigh a shadow spreads

Now a stooping agony with bony hands
takes and wipes out onto herself one by one the flowers
in the crevasses where waters stopped from
the famine of joy the songs recline;
monks of rocks with cold hair
silently break the bread of desolation.

Winter cuts reaching the bone. Something evil
will be ignited. The mountain-horse’s hair goes wild

Vultures on high share the sky’s crumbs.

~Translated by Manolis Aligizakis

Cloe and Alexandra_cover_aug265

ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Θα ξαναβρεθούμε κάποτε.
Θα φοράς το πρόσωπό σου
και την γκρίζα καμπαρντίνα,
θα φυσάει ανάλαφρα
όπως σ’ εκείνη μας την βόλτα
ασφόδελοι θα πετούν ανάμεσά μας
τα αρχαία ερείπια
θα γεμίσουν γύρη
μια πάχνη θα σκεπάσει το φιλί μας.
Τα χείλη σου ζεστά.
Ύστερα εσύ δεν- θα τελειώσει αυτό
Κι εγώ δεν- θα φύγει αυτό
στην Ανταρκτική λιώνει ένας σβώλος χιόνι
κι αλλού μία ήπειρος βουλιάζει στο κενό.
Στην αρχαία αγορά ένας άντρας, μια γυναίκα
περπατούν χαρούμενοι
ανυποψίαστοι για ό, τι θα συμβεί.

OPTIMISM

One day we’ll meet again
You’ll wear your face and
the gray raincoat
it’ll be a bit windy
as when we had that stroll
asphodels will fly between us
the ancient ruins
will get filled by pollen
haze will cover our kiss
Your lips will be warm
Then you: this will never end
And I: this will end
in Antarctica a ball of snow melts and
somewhere else a continent sinks in the void
In the ancient agora a man, a woman
joyously saunter
unsuspecting of what comes next

~CLOE and ALEXANDRA-Libros Libertad, 2013
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

2013-12-27 12.39.43

ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ

Ερωτική περίπτυξη

κρύσταλλου που αγκαλιάζει

δέντρου κλαδί

μην και του σπάσει

μην και το χάσει

κι απ’ την αγάπη

την πολλή

ο πάγος το σκεπάζει

με του θανάτου τα φτερά

κι ακούς ξερούς

και ραγισμένους στεναγμούς

πόνου και αγωνίας

κλαδιών που σπάζοντας

πέφτουν στον παγωμένο δρόμο

ICY LOVE

Erotic embrace

of crystalline ice

with tree branch

that it won’t break

that it won’t lose it

in its endless love

it shrouds it

with the wings of death

you hear them

dry creaks

cracked sighs

of pain and agony

of tears dropping

on the frozen street

“Autumn Leaves”-Unpublished Book

“Φύλλα Φθινοπώρου”-Ανέκδοτο Βιβλίο