Posts Tagged ‘ships’

George Seferis_cover

MYTHISTOREMA

VIII

But what are they after, our souls, traveling
on the decks of decayed ships
crowded with pallid women and crying babies
incapable of forgetting themselves neither with the flying fish
nor the stars pointed by the tips of the masts.
Rubbed by gramophone records
unwillingly dedicated to inexistent pilgrimages
murmuring broken thoughts from foreign languages.

But what are they after, our souls, traveling
on rotten ships
from harbour to harbour?

Shifting broken stones, breathing
the coolness of pine with greater difficulty each day
swimming in the waters of this sea
and that sea
without a sense of touch
without people
in a homeland that is no longer ours
nor yours.

We knew that the islands were beautiful
somewhere, perhaps around here where we grope
a bit lower or slightly higher
a very tiny space.

Η’

Μα τί γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

Μα τί γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλασσιά ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.

Το ξέρουμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.

~Γιώργου Σεφέρη-Ποιήματα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Βραχείες Λίστες Κρατικών
Βραβείων Λογοτεχνίας, 2012
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012
short-listed for the National Literary Awards, 2012

Νυχτερινό λιμάνι
φώτα πνιγμένα στά νερά
πρόσωπα δίχως μνήμη καί συνέχεια
φωτισμένα απ’ τούς περαστικούς προβολείς μακρινών πλοίων
κ’ ύστερα βυθισμένα στή σκιά τού ταξιδιού
λοξά ιστία μέ κρεμασμένες λάμπες ονείρου
σάν τίς ραγισμένες φτερούγες τών αγγέλων πού αμάρτησαν
οι στρατιώτες μέ τίς κάσκες
ανάμεσα στή νύχτα καί στό κάρβουνο
τραυματισμένα χέρια σάν τή συγνώμη πού έφτασε αργά

Αιχμάλωτοι δεμένοι στίς άγκυρες
ένας κρίκος γύρω στό λαιμό τού ορίζοντα
κι άλλες αλυσσίδες εκεί στά πόδια τών παιδιών
καί στά χέρια τής αυγής πού κρατούν μιά μαργαρίτα.

Κ’ είναι τά κατάρτια πού επιμένουνε

νά μετρήσουν τ’ άστρα

μέ τή βοήθεια τής ήρεμης ανάμνησης

—μιά ανθοδέσμη γλάρων στήν αυγινή ευδία.

 

Φεύγει τό χρώμα απ’ τό πρόσωπο τής ημέρας

καί το φώς δέ βρίσκει ένα άγαλμα

νά κλειστεί νά δοξαστεί νά γαληνέψει.

 

Θά υποθάλπουμε λοιπόν ακόμη

τήν ανοιχτή πληγή τού ήλιου

πού αναβρύζει σπόρους λουλουδιών

στήν ίδια πορεία

στήν ίδια ερώτηση

στίς γόνιμες φλέβες τής άνοιξης

που επαναλαμβάνει τούς γύρους τών χελιδονιών

γράφοντας ερωτικά μηδέν

στό ακατανίκητο στερέωμα;

Ποιά πληγή

δέ μάς δωρήθηκε ακόμη

γιά νά συμπληρώσουμε

τού θεού τή θεότητα;


~Γιάννης Ρίτσος

 

Harbor at night
lights drown in the water
faces without memory or continuance
faces lit by passing spotlights of distant ships
and then sunken in the shadow of voyage
slant masts with hanging dream lamps
like the cracked wings of angels who sinned
the soldiers with helmets
between the night and embers
wounded hands like the forgiveness
that reached late

Prisoners tied on anchors
a ring around the horizon’s neck
and other chains there at the feet of children
at dawn’s hands holding a daisy

And it is the masts that insist

to count the stars

with the help of calm memory

– a bouquet of seagulls in the morning blue sky

 

Color deserts the face of day

and light doesn’t find any statue

to dwell in to be glorified to becalm

 

Nevertheless we’ll still shelter

the sun’s open wound

that springs flowers out of seeds

in the same march

in the same question

in the fertile veins of spring

that repeats the swallows’ rounds

writing erotic zeros

in the invincible firmament?

Which wound

hasn’t graced us yet

that we may complement

the godliness of God?

~Yannis Ritsos-Poems, Vancouver, 2011
Translated by Manolis Aligizakis