Posts Tagged ‘shadow’

cover

Η ΝΥΧΤΑ άλλοτε στη λησμονιά κι άλλοτε σε πυρετικά ρόδα μας
έριχνε
σαν τη διωγμένη αγάπη, και τότε, πίσω απ’ το ανείπωτο, στέκε-
ται ακόμα πιο βαρύ
αυτό που πρέπει να πεις, κι ο νικημένος έβλεπε κι άλλον ένα ίσκιο
να πηγαίνει δίπλα του
γιατί δε χωρούσε τόση θλίψη σ’ έναν άντρα. Ώσπου το πρωί οι
ζητιάνοι
πανάρχαια μνηστευμένοι τις γωνιές των δρόμων, ξανάπαιρναν τα
δικαιώματά τους
κι έπρεπε σαν έναν άλλο, πιο μεγάλο ουρανό, ν’ αντέξουμε
την καθημερινή μας ιστορία.

 

THE NIGHT led us sometimes to forgetfulness and other
times into feverish roses
like the love you give up and then behind the unsaid heavier
stands
what you have to say and the defeated saw another shadow
that walked along with him
because such sorrow was too much for just one man. Until at dawn
the beggars,
since the ancient days engaged to the corners of the streets, reclaimed
their rights
and we had to endure our everyday history like a different, wider
sky.

 

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Advertisements

images of absence cover

INHERITANCE

He knew I devoted all my
earthly love to him
I pronounced him heir
of the world which I had
concealed from the traitors

for this he dug
his grave deep
he threw in it
the inheritance
soon after he stood
somber on top of the slab and
from the depth
of his lungs
he wailed

in this shadow for eons
we’ve dwelled
you and I
the two disinherited
you and I
the two exaggerations

ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

Το `ξερε του αφιέρωσα
όλη μου την αγάπη
και κληρονόμο τον εκήρυξα
του κόσμου που προσεχτικά
είχα κρυμένο
απ’ τους δοσίλογους

κι εκείνος έθαψε
βαθειά στον τάφο
την κληρονομιά του
κι αμέσως σοβαρά ορθός
στη πλάκα στάθηκε
κι από τα βάθη
των πνευμόνων
κραύγασε

αιώνες τώρα μέσα
στους ίσκιους κατοικούμε
εσύ κι εγώ της μοίρας
οι απόκληροι
εσύ κι εγώ οι δυο
υπερβολές

~IMAGES of ABSENCE, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2015

Ritsos_front large

ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ

Είχαμε τον κήπο στην άκρη της θάλασσας.
Απ’ τα παράθυρα γλυστρούσε ο ουρανός
κ’ η μητέρα
στο χαμηλό σκαμνί καθισμένη
κεντούσε τους αγρούς της άνοιξης
με τ’ ανοιχτά κατώφλια των άσπρων σπιτιών
με τα όνειρα των πελαργών στην αχυρένια στέγη
γραμένη στη γλαυκή διαφάνεια.

Εσύ δεν είχες έλθει ακόμη.
Κοιτούσα τη δύση και σ’ έβλεπα
—μια ρόδινη ανταύγεια στα μαλλιά σου
—ένα μειδίαμα σκιάς βαθιά στη θάλασσα.

Η μητέρα μου κρατούσε τα χέρια.
Μα εγώ
πίσω απ’ τον τρυφερό της ώμο
πίσω απ’ τα μαλλιά της τα χλωμά
στρωτά μ’ ένα άρωμα υπομονής κ’ ευγένειας
κοιτούσα σοβαρός τη θάλασσα.

Ένας γλάρος με φώναζε
στο βάθος της εσπέρας
εκεί στη γαλανή καμπύλη των βουνών

OCEAN’S MARCH

We had the garden by the seashore.
The sky slipped through the windows
and mother sitting
on her low stool
embroidered the fields of spring
with the open doorsteps of white houses
with the dreams of storks in the straw roof
sketched on the glaucous diaphaneity.

You hadn’t come yet.
I looked at the west and saw you
—a rosy reflection on your hair
—a shadowy smile deep in the sea.

Mother held my hands.
But I
behind her tender shoulder
behind her pale hair
smoothed by fragrances of patience and kindness
I looked solemnly at the sea.

A seagull was calling me
at the depth of the evening
there in the light blue contour of the mountains.

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Yannis Ritsos-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

 

 

Image

Παραδοχή

Νικημένος απ’ τό γαλάζιο

μέ τό κεφάλι ακουμπισμένο στά γόνατα τής σιωπής

πεθαμένος από ζωή

πεθαμένος από νιότη

βουλιαγμένος κάτου απ’ τή φωτιά του

καί τό φύκι σαλεύοντας στή μασκάλη του—

Τό κύμα τής μέρας δέν έβρισκε αντίσταση

μήτε σ’ ένα χαλίκι τής σκέψης του.

Είταν έτοιμος πιά γιά τόν έρωτα

καίγιάτόθάνατο.

Acceptance

Defeated by the light-blue

with his head leaning on the knees of silence

dead tired of life

dead tired of youth

sunken inside his fire

and the seaweed stirring in his armpit –

The wave of day didn’t find resistance

not even on a pebble of his thought.

Finally, he was ready for love

and for death.

Φεγγάρι

Φεγγάρι, φεγγάρι. Τό φεγγάρι

κίτρινο τζάμι στρογγυλό στή μέση ανοιξιάτικης νύχτας. Πίσω του

συγκεντρωμένα πρόσωπα τής νύχτας, σκιές,

σέ βλέπουν—δέν τά βλέπεις. Σέ ορίζουν.

Εδώ όλα τ’ άγνωστα: άγνωστα, κατευνασμένα

στή σιωπηλή παραδοχή πώς δέν θά γνωριστούν

ήσυχα, αμίλητα κι ωχρά σάν γνωρισμένα κι αφημένα.

 

 

Moon

Moon, moon. The moon

yellow round glass in the middle of a spring night. Behind it

faces of the night, shadows gather

and see you – you don’t see them. They own you.

Here are all the unknowns: unknown, pacified

in the silent admission that they shall not be known

calm, silent and pale as if known and abandoned.

Παιδικό

Στό λιμανάκι η θάλασσα αντιγράφει

τά φύλλα καί τά σύγνεφα καί τά πουλιά

ωραία, προσεχτικά και καλλιγραφημένα—

ο αγέρας πού καί πού μέ κάτι γαλανές χοντρές γραμμές

υπογραμμίζει βιαστικά τά λάθη της.

Μά αυτός πού γράφει ολημερίς κοιτάζοντας τή θάλασσα

δέν κάνει ούτε ένα λάθος,—πικραμένη μου γαλήνη,—

κι όλο προσμένει τήν αγάπη αμίλητος

νά υπογραμμίζει τήν καρδιά μου—μόνο λάθος.

Childish

In the little harbor the sea copies

leaves, clouds, birds

beautifully, carefully and calligraphically –

from time to time the wind hastily underlines the sea’s

mistakes with some thick light-blue lines.

But the one who writes all day long staring at the sea

makes no mistakes – my embittered serenity –

and speechless he always yearns for love

to underline my heart – the only mistake.

~ΓιάννηςΡίτσος-ΕκλεγμέναΠοιήματα/Yannis Ritsos-Selected Poems

~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translation by Manolis Aligizakis

                                 RAVEN

 

~In Memoriam Edgar Allan Poe

 

Χρόνια σάν τά φτερά. Τί θυμάται τ’ ακίνητο κοράκι;

τί θυμούνται οι πεθαμένοι κοντά στίς ρίζες τών δέντρων;

Είχαν ένα χρώμα τά χέρια σου σάν τό μήλο πού πέφτει.

Κι αυτή η φωνή πού ξαναγυρίζει πάντα, χαμηλή.

 

Εκείνοι πού ταξιδεύουν κοιτάζουν τό πανί καί τ’ αστέρια

ακούνε τόν αγέρα ακούνε πέρα απ’ τόν αγέρα τήν άλλη

          θάλασσα

σάν ένα κοχύλι κλειστό κοντά τους, δέν ακούνε

τίποτε άλλο, δέν ψάχνουν μέσα στούς ίσκιους

         τών κυπαρισσιών

ένα χαμένο πρόσωπο, ένα νόμισμα, δέ γυρεύουν

κοιτάζοντας ένα κοράκι σ’ ένα ξερό κλωνί, τί θυμάται.

Μένει ακίνητο πάνω στίς ώρες μου λίγο πιό ψηλά

σάν τήν ψυχή ενός αγάλματος πού δέν έχει μάτια

είναι ένα πλήθος μαζεμένο μέσα σ’ αυτό τό πουλί

χίλιοι άνθρωποι ξεχασμένοι σβησμένες ρυτίδες

ερειπωμένες αγκαλιές καί γέλια πού δέν τέλειωσαν

έργα σταματημένα σιωπηλοί σταθμοί

ένα ύπνος βαρύς από χρυσά ψιχαλίσματα.

Μένει ακίνητο. Κοιτάζει τίς ώρες μου. Τί θυμάται;

Είναι πολλές πληγές μέσα στούς αόρατους ανθρώπους,

         μέσα μου

πάθη μετέωρα περιμένοντας τή δεύτερη παρουσία

επιθυμίες ταπεινές πού κόλλησαν πάνω στό χώμα

σκοτωμένα παιδιά καί γυναίκες πού κουράστηκαν

         τήν αυγή.

Τάχα νά βαραίνει πάνω στό ξερό κλωνί τάχα νά βαραίνει

πάνω στίς ρίζες τού κίτρινου δέντρου πάνω στούς ώμους

τών άλλων ανθρώπων, τίς παράξενες φυσιογνωμίες

πού δέν τολμούν να γγίξουν μιά στάλα νερό βυθισμένοι

        στό χώμα

τάχα να βαραίνει πουθενά;

Είχαν ένα βάρος τά χέρια σου όπως μέσα στό νερό

μέσα στίς θαλασσινές σπηλιές, ένα βάρος αλαφρύ χωρίς

        συλλογή

μέ τήν κίνηση κάποτε πού διώχναμε τήν άσκημη σκέψη

στρώνοντας τό πέλαγο ώς πέρα στόν ορίζοντα στά νησιά.

Είναι βαρύς ο κάμπος ύστερ’ απ’ τή βροχή, τί θυμάται

η μαύρη στεκάμενη φλόγα πάνω στόν γκρίζο ουρανό

σφηνωμένη ανάμεσα στόν άνθρωπο καί στήν ανάμνηση

        τού ανθρώπου

ανάμεσα στήν πληγή καί τό χέρι πού πλήγωσε μαύρη

        λόγχη,

σκοτείνιασε ο κάμπος πίνοντας τή βροχή, έπεσε ο αγέρας

δέ σώνειη δική μου πνοή, ποιός θά τό μετακινήσει;

ανάμεσα στή μνήμη, χάσμα—ένα ξαφνισμένο στήθος

ανάμεσα στούς ίσκιους πού μάχονται νά ξαναγίνουν

        άντρας καί γυναίκα

ανάμεσα στόν ύπνο καί στό θάνατο στεκάμενη ζωή.

 

Είχαν μιά κίνηση τά χέρια σου πάντα πρός τόν ύπνο

        τού πελάγου

χαϊδεύοντας τ’ όνειρο πού ανέβαινε ήσυχα τή μαλα-

         ματένια αράχνη

φέρνοντας μέσα στόν ήλιο τό πλήθος τών αστερισμών

τά κλεισμένα βλέφαρα τά κλεισμένα φτερά…

                                                  

                                                 Κοριτσά, χειμώνας 1937

 

 

                               Raven

 

In Μemoriam Edgar Allan Poe

 

Years like wings. What does the motionless raven remember?

What do the dead remember near the roots of trees?

Your hands had the color of the falling apple.

And this voice that always returns in a low tone.

 

Those who travel focus on the sail and the stars

hear the wind and beyond the wind the other sea

like a closed conch near them, they hear nothing

else, they don’t search among the shadows of

         the cypresses

for a lost person, a coin, they don’t question

looking at the raven on a dry tree branch what it remembers.

It stays motionless over my hours a bit higher

like the soul of an eyeless statue

a huge crowd has gathered inside this bird

a thousand people forgotten, vanished wrinkles

vacant embraces and laughter never completed

works stopped halfway, silent stations

a heavy slumber of golden drizzle.

It stays motionless. Stares at my hours. What does it remember?

There are many wounds in the invisible people,

          inside it

suspended passions yearning for the Second Coming

humble desires glued on the ground

children killed and women tired of the daybreak.

Does it weight down the dry branch, does it weigh down

the roots of the yellow tree, over the shoulders

of the other people, the strange faces

who don’t dare touch a drop of water though

          sunken in the ground

does it weight down anywhere?

Your hands had the weight of hands in the water

in the sea caves, a light weight, without

          thought

with the motion that we suddenly push away an ugly thought

laying the pelagos to the far end of the horizon to the islands.

The plain is heavy after the rain; what does the motionless

black flame remembers against the gray sky

wedged between man and the memory of man

between a wound and the hand that injured it black

          spear

the plain darkened drinking the rain, the wind subsided

my own breath isn’t enough, who will shift it?

Within the memory, a chasm— a startled breast

between the shadows struggling to become man

          and woman again

between sleep and death motionless life.

 

Your hands always had a movement toward the sleep

         of pelagos

caressing the dream that slowly ascended the silky

         spider web

bringing into the sun multitude of constellations

the close eyelids the folded wings…

 

                  Koritsa, winter 1937

 

Γιώργος Σεφέρης—Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

George Seferis—Translation Manolis Aligizakis

Image