Posts Tagged ‘servant’

Tasos Livaditis_Vanilla

SILENT FACES

“Don’t go”, I say to him, but he had already started along with
the other convicts; he only left behind his hand that often held me
by the edge of the bridge; a sick horse was rotting away on the side
of the road and at night I would hear the weathervane helping it to
turn to the other side
I remembered the first night when we buried father — oh, how
I hated him for the role of the servant he played, opening our door
to the great darkness
forlornness and only the cracked walls made visible the horrible
silent faces we often pass by.
There I lived so lonely that I heard the other voices and when
night came the dead stole my blanket and lied outside the door
until the new day broke and the rooster’s call was crucified
over my body.

ΒΟΥΒΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

“Μή φεύγεις” του λέω, μα εκείνος είχε κιόλας ξεκινήσει με τους
άλλους καταδίκους, μου άφησε μόνο το χέρι του, που συχνά με
κράτησε στην άκρη της γέφυρας, ένα άρρωστο άλογο σάπιζε στην
άκρη του δρόμου, και τις νύχτες άκουγα τους ανεμοδείχτες που το
βοηθούσαν ν’ αλλάξει πλευρό,
θυμήθηκα το πρώτο βράδυ που θάψαμε τον πατέρα — πως τον
μισούσα γι’ αυτόν το βρόμικο ρόλο του υπηρέτη που έπαιξε, ανοί-
γοντας την πόρτα μας στο μεγάλο σκοτάδι,
ερημιά, και μόνο οι ραγισμένοι τοίχοι άφηναν να φαίνονται τα
φοβερά, βουβά πρόσωπα, που περνάμε κάποτε πλάι τους.
Εκεί έζησα τόσο μονάχος, που άκουσα τις άλλες φωνές, κι όταν
νύχτωνε, οι νεκροί μου κλέβαν την κουβέρτα και πλάγιαζαν έξω
απ’ την πόρτα, ώσπου ξημέρωνε και σταυρωνόταν πάνω μου το
λάλημα του πετεινού.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Advertisements

Ritsos_front large

ΕΛΕΝΗ

Ναί, ναί, — εγώ είμαι. Κάτσε λίγο. Κανένας πιά δέν έρχεται. Κον-

            τεύω

νά ξεχάσω τά λόγια. Κι ούτε χρειάζονται. Πλησιάζει θαρρώ τό κα-

            λοκαίρι

σαλεύουν αλλιώς οι κουρτίνες — κάτι θέλουν νά πούν, — ανοησίες.

           Η μιά τους

έχει βγεί κιόλας έξω απ’ τό παράθυρο, τραβιέται, νά σπάσει τούς

           κρίκους,

νά φύγει πάνω απ’ τά δέντρα, — ίσως κιόλας νά ζητάει νά τραβήξει

ολόκληρο τό σπίτι κάπου αλλού — μά τό σπίτι αντιστέκεται μ’ όλες

          τίς γωνιές του

καί μαζί του κ’ εγώ, παρ’ ότι νιώθω, εδώ καί μήνες, ελευθερωμένη

απ’ τούς νεκρούς μου κι απ’ τόν ίδιο τόν εαυτό μου, κι αυτή μου η

          αντίσταση,

ακατανόητη, αθέλητη, ξένη, είναι τό μόνο δικό μου — ο δεσμός μου

μέ τούτο τό κρεββάτι, μέ τούτη τήν κουρτίνα — είναι κι ο φόβος

          μου, σά νά κρατιέμαι

ολόσωμη απ’ αυτό τό δαχτυλίδι μέ τή μαύρη πέτρα πού φοράω στό

          δείχτη.

Αυτή τήν πέτρα περιεργάζομαι τώρα, σέ απέραντες ώρες, μέσα

         στή νύχτα —

μαύρη, χωρίς ανταύγειες — μεγαλώνει, μεγαλώνει, γεμίζει

μαύρα νερά, — τά νερά πλημμυρίζουν, ψηλώνουν, βουλιάζω,

όχι στόν κάτω βυθό, σ’ έναν επάνω βυθό, από εκεί πάνω

διακρίνω χαμηλά τήν κάμαρά μου, εμένα, τή ντουλάπα, τίς δούλες

νά διαπληκτίζονται άφωνες, βλέπω τή μιά ανεβασμένη

σ’ ένα σκαμνί νά καθαρίζει τό τζάμι απ΄τή φωτογραφία τής Λήδας

μέ ύφος τραχύ, εκδικητικό, βλέπω τό ξεσκονόπανο ν’ αφήνει

μιάν ουρά σκόνη από λεπτές φυσαλίδες πού ανεβαίνουν καί σπάζουν

μέ σιωπηλό μουρμουρητό γύρω στούς αστραγάλους μου ή στά γό-

         νατά μου.

HELEN

Yes, yes, – it’s me. Sit down for a while. No one comes around anymore.

          I almost

forget the words. Not that they are needed. I think summer is almost

          here

the curtains stir in a different way – as if to say something – stupidities

         One of them

has already gone out the window pulling as though to break

         the rings

to fly over the trees – perhaps to take the whole house

someplace else – but the house resists with all

         its corners

and me along, although I’ve felt these last few months liberated

from my dead people and from myself and this resistance

        of mine

incomprehensible, unintentional, not mine, the only thing I have –

        my bond

with this bed, with this curtain – and it’s my fear as if

        my whole body

is anchored by this ring with the black stone I wear on my

        pointer finger

 

Now I examine this stone closely in the endless hours

        of the night –

black, without any reflections – it grows, it grows, it fills up

with black waters – the waters overflow, rise; I sink

not to the bottom, but on an upper bottom and from there

I discern down below my room, myself, the closet, servant girls

argue speechless; I see one of them standing

on a stool and with a rough spiteful expression cleans the glass

of Leda’s picture; I see the dusting cloth leaving behind

a trail of dust made of delicate bubbles that rise and burst

with a silent murmur around my ankles or

       knees

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ελένη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Helen/Translated by Manolis Aligizakis

ΒΟΥΒΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

     “Μή φεύγεις” τού λέω, μά εκείνος είχε κιόλας ξεκινήσει μέ τούς

άλλους καταδίκους, μού άφησε μόνο τό χέρι του, πού συχνά μέ

κράτησε στήν άκρη τής γέφυρας, ένα άρρωστο άλογο σάπιζε στήν

άκρη τού δρόμου, καί τίς νύχτες άκουγα τούς ανεμοδείχτες πού τό

βοηθούσαν ν’ αλλάξει πλευρό,

      θυμήθηκα τό πρώτο βράδυ πού θάψαμε τόν πατέρα — πώς τόν

μισούσα γι αυτόν τό βρόμικο ρόλο τού υπηρέτη πού έπαιξε, ανοί-

γοντας τήν πόρτα μας στό μεγάλο σκοτάδι,

      ερημιά, καί μόνο οι ραγισμένοι τοίχοι άφηναν νά φαίνονται τά

φοβερά, βουβά πρόσωπα, πού περνάμε κάποτε πλάι τους.

     Εκεί έζησα τόσο μονάχος, πού άκουσα τίς άλλες φωνές, κι όταν

νύχτωνε, οι νεκροί μού κλέβαν τήν κουβέρτα καί πλάγιαζαν έξω

απ’ τήν πόρτα, ώσπου ξημέρωνε καί σταυρωνόταν πάνω μου τό

λάλημα τού πετεινού.

SILENT FACES

    “Don’t go”, I say to him, but he had already started along with

the other convicts, he just left behind his hand that often held me

by the edge of the bridge, a sick horse was rotting away on the side

of the road and at night I would hear the weathervane helping it to

turn to the other side,

     I remembered the first night when we buried father—oh, how

I hated him for the role of the servant he played, opening our door

to the great darkness,

    forlornness, and only the cracked walls made visible the horrible

faces, the silent faces we often pass by.

    There I lived so lonely, that I heard the other voices, and when

night came, the dead stole my blanket and lied outside the door

until the new day broke and the rooster’s call was crucified

on top of my body.

Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ   

      Συχνά τή νύχτα, χωρίς νά τό καταλάβω, έφτανα σέ μιά άλλη

πόλη, δέν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, πού ονειρευόταν κάποτε νά

γίνει μουσικός, καί τώρα καθόταν μισόγυμνος μές στή βροχή — μέ

τό σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στά γόνατά του ένα παλιό,

φανταστικό βιολί, “τό ακούς;” μού λέει, “ναί, τού λέω, πάντα τό

άκουγα”,

     ενώ στό βάθος τού δρόμου τό άγαλμα διηγόταν στά πουλιά τό

αληθινό ταξίδι.

THE MUSICIAN

      Often during the night, without noticing it, I’d arrive to another city,

where there would be no other but an old man who dreamed that someday

he’d become a musician, and now half naked he sat in the rain—with

his coat he had covered on top of his knees an old, imaginary violin,

“do you hear it?” he says to me, “yes, I say to him, “I have

always heard it”,

     while at the far end of the road the statue narrated the true voyage

tothebirds.

Τάσος Λειβαδίτης/Νυχτερινός Επισκέπτης-Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis/Night Visitor-Translation by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca