Posts Tagged ‘seashore’

Cloe and Alexandra_cover_aug265
Perfect Day

It wasn’t the seashore
of Salonica during the daybreak
so cleanly washed by
the hues of the rain
nor the sea
hoarse, violent,
wild lion with blue flames,
it wasn’t the benches in rows
with the fatty loneliness
of their emptiness,
it was that last night I dreamed
perhaps for once
for the first time, first time death
you entered my body
behind my soul
under the mouths of the body
you entered me and stayed.

Η τέλεια μέρα

Δεν ήταν η παραλία
Θεσσαλονίκη ξημερώματα
τόσο τέλεια ξεπλυμένη
στις αποχρώσεις της βροχής,
ούτε η θάλασσα
βραχνή, ορμητική
άγριο λιοντάρι με γαλάζιες φλόγες,
δεν ήταν οι φέτες τα παγκάκια
με την παχύρρευστη μοναξιά
του άδειου τους κενού,
ήταν πως χθες βράδυ ονειρεύτηκα
ότι έστω για μια φορά
φορά πρώτη, φορά θάνατος
ήρθες μέσα μου
πίσω από την ψυχή,
κάτω από τα στόματα του κορμιού,
ήρθες και έμεινες.
Sweet Afternoon

The shape of the square
the shape of the houses which delineate it,
with lit arcades, open air restaurants
and cafes.
Here the young people gather
flood the sidewalks
leave no empty table.
The futility and sensual life of the city
drowned together, dissolved
into the sweet afternoon.
And yet it was inescapable.
Here, where beauty thickened
I entered in awe.

Γλυκό απόγευμα

Το σχήμα της πλατείας,
το σχήμα των σπιτιών που την καθόριζαν,
με φωτεινές καμάρες, υπαίθρια εστιατόρια
και καφετέριες.
Σ’ αυτόν τον χώρο συνωστίζονταν η νεολαία,
κατέκλυζε τα πεζοδρόμια,
δεν άφηνε τραπέζι για τραπέζι.
Η ματαιότητα κι τρυφηλή ζωή της πόλης
πνίγονταν, διαχέονταν
μες στο γλυκό απόγευμα.
Κι όμως ήταν αναπόφευκτο:
σ’ αυτόν τον χώρο που έπηζε η ομορφιά
μπήκα με δέος.

~ “Cloe and Alexandra”, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2013

Advertisements

Ritsos_front large

YANNIS RITSOS-SKIRMISH/ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ-ΑΚΡΟΒΟΛΙΣΜΟΣ

You know the great loneliness of exile

these infuriated seashores that could be ours though

     they are foreign

this air that harasses the window shutters

these window shutters that we have never opened

     or closed

though they still trust us with all afternoons.

 

The moon rises very early stumbling on clouds.

The house of the teacher is all alone by the shore

and the light of the lamp behind the windows is more lonely

      than his daughter’s heart

when she saunters in the plaza of the island at twilight

among the pulled up boats

among the fishermen who listen to the cafe gramophone

      while mending their nets.

 

We saw the sea dusk spending its loneliness without leaving

      anything behind.

We saw the tents flying away with the wind without reaching

     far where they wait for us.

But we had arrived at home

we had lighted the lamp

we had spread a wide smile on the table

and had waited. They didn’t come.

Then it makes no sense to remain in tomorrow – even if you

had arrived

Tomorrow seems so far the same as yesterday.

Fold this big light like a tablecloth. Later on

      the supper.

The flag mast leans on the ground.

The railings of the courtyard drenched by the drops of

      rough seas

same as the wooden steps and the green balcony.

The paint doesn’t hold together – salinity eats away at it

the wind, the sun, the rain. The paint doesn’t hold together

     on these worn-out planks.

Every so often we need new repairs.

Nothing goes right. Poor patch-up jobs.

 

Τήν ξέρεις τή μεγάλη ερημιά τής εξορίας

αυτές τίς θυμωμένες ακρογιαλιές πού μπορέι νάταν δικές μας

      κι είναι ξένες

αυτόν τόν αγέρα πού βασανίζει τά παραθυρόφυλλα

αυτά τά παραθυρόφυλλα πού δέν τ’ ανοίξαμε καί δέν τά κλείσαμε

      ποτέ

καί πού ωστόσο μάς εμπιστεύονται όλα τ’ απογεύματα.

Τό φεγγάρι βγαίνει πολύ νωρίς σκοντάφτοντας στά σύγνεφα.

Τό σπίτι τού δασκάλου είναι καταμόναχο στήν ακροθαλασσιά

καί τό φώς τής λάμπας πίσω απ’ τά τζάμια είναι πιό μονάχο

     απ’ τήν καρδιά τής κόρης του

όταν βγαίνει περίπατο τό δείλι στήν πλατεία τού νησιού

ανάμεσα στίς τραβηγμένες βάρκες

ανάμεσα στούς ψαράδες πού ακούνε τό γραμμόφωνο τού καφε-

     νείου μπαλώνοντας τά δίχτυα τους.

Είδαμε τό θαλασσινό σούρουπο να ξοδεύει τή μοναξιά του χωρίς

     ν’ αφήνει πίσω του τίποτα.

Είδαμε τί σκηνές νά φεύγουν μέ τόν άνεμο χωρίς νά φτάνουν

     εκεί πού μάς περιμένουν.

Μά εμείς είχαμε φτάσει στό σπίτι

είχαμε ανάψει τό φώς

είχαμε στρώσει ένα φαρδύ χαμόγελο στό τραπέζι

καί περιμέναμε. Δέν ήρθαν.

Δέν είναι λοιπόν νά μείνεις στό αύριο—κι άς έχεις φτάσει.

Τ’ αύριο φαίνεται έτσι μακρινό σάν καί τό χτές.

Δίπλωσε αυτό τό μεγάλο φώς σάν τραπεζομάντηλο. Τό δείπνο

      αργότερα.

Τό κοντάρι τής σημαίας ακουμπισμένο στό χώμα.

Τά κάγκελα τού προαύλιου μουσκεμένα απ’ τίς στάλες τής

     φουρτούνας,

τό ίδιο καί τά ξύλινα σκαλιά καί τό πράσινο μπαλκόνι.

Δέ στεριώνει η μπογιά, δέ στεριώνει—τήν τρώει η αρμύρα

ο αγέρας, ο ήλιος, η βροχή. Δέ στεριώνει η μπογιά σέ τούτα τά

      φαγωμένα σανίδια.

Κάθε τόσο χρειάζονται καινούργιες επισκευές.

Δέ γίνεται τίποτα. Φτωχομπαλώματα.

 

 

Γιάννης Ρίτσος-Ακροβολισμός/YannisRitsosSkirmish

Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translation, Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca