Posts Tagged ‘sapphire’

Sensuous, erotic, exact Cavafy does not so much tell a story as create an atmosphere, sweeping the reader away on a blue Aegean sea of longing.

The endurance of his work is in his approach, embodying both the immediacy of

the Hellenic past and the direct moment of an imagined erotic encounter.

 

ΣΤΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ

 

Τήν προσοχή μου κάτι πού είπαν πλάγι μου

διεύθυνε στού καφενείου τήν είσοδο.

Κ’ είδα τ’ ωραίο σώμα πού έμοιαζε

σάν απ’ τήν άκρα πείρα του νά τώκαμεν ο Έρως—

πλάττοντας τά συμμετρικά του μέλη μέ χαρά

υψώνοντας γλυπτό τό ανάστημα

πλάττοντας μέ συγκίνησι τό πρόσωπο

κι αφίνοντας απ’ τών χεριών τό άγγιγμα

ένα αίσθημα στό μέτωπο, στά μάτια, καί στά χείλη.

 

 

AT THE ENTRANCE OF THE CAFE

 

Something they said at the next table

directed my attention to the café door.

And I saw the beautiful body that looked

like Eros had made it out of his most exquisite experience—

shaping its symmetrical limbs joyfully;

raising its sculptured stature;

transforming the face with emotion

and leaving with the tips of his fingers

a distant nuance on the brow, on the eyes, and on the lips.

 

 

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ

 

Η κάμαρα ήταν πτωχική καί πρόστυχη

κρυμένη επάνω από τήν ύποπτη ταβέρνα.

Απ’ τό παράθυρο φαίνονταν τό σοκάκι

τό ακάθαρτο καί τό στενό. Από κάτω

ήρχονταν η φωνές κάτι εργατών

πού έπαιζαν χαρτιά καί πού γλεντούσαν.

 

Κ’ εκεί στό λαϊκό, τό ταπεινό κρεββάτι

είχα τό σώμα τού έρωτος, είχα τά χείλη

τά ηδονικά καί ρόδινα τής μέθης—

τά ρόδινα μιάς τέτοιας μέθης, πού καί τώρα

πού γράφω, έπειτ’ από τόσα χρόνια,

μές στό μονήρες σπίτι μου, μεθώ ξανά.

 

ONE NIGHT

 

The room was poor and cheap

hidden above the shady tavern.

From the window the street was visible,

narrow and filthy. From below

came the voices of some workers

who played cards and joked around.

 

And there on the much used, lowly bed

I had the body of Eros, I had the lips,

the lustful and rosy lips of euphoria—

the rosy lips of such euphoria, that even now

as I write, after all these years,

in my solitary house, I get intoxicated again.

 

ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ

 

 

Επέστρεφε συχνά καί παίρνε με,

αγαπημένη αίσθησις επέτρεφε καί παίρνε με—

όταν ξυπνά τού σώματος η μνήμη,

κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στό αίμα

όταν τά χείλη καί τό δέρμα ενθυμούνται,

κ’ αισθάνονται τά χέρια σάν ν’ αγγίζουν πάλι.

 

Επέστρεφε συχνά καί παίρνε με τήν νύχτα,

όταν τά χείλη καί τό δέρμα ενθυμούνται…

 

COME BACK

 

Come back often and take me,

beloved sensation, come back and take me—

when the memory in my body awakens,

and the old desire again runs through my blood;

when the lips and the skin remember

and the hands feel as if they were touching again.

 

Come back often and take me at night,

when the lips and the skin remember…

 

ΜΑΚΡΥΑ

 

Θάθελα αυτήν τήν μνήμη νά τήν πω…

Μά έτσι εσβύσθη πιά…σάν τίποτε δέν απομένει—

γιατί μακρυά στά πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.

 

Δέρμα σάν καμωμένο από ιασεμί…

Εκείνη τού Αυγούστου—Αύγουστος ήταν; —η βραδυά…

Μόλις θυμούμαι πιά τά μάτια ήσαν, θαρρώ, μαβιά…

Α, ναί, μαβιά, ένα σαπφείρικο μαβί.

 

FAR AWAY

 

I would like to tell you a memory…

But it seems nearly erased…and as though nothing remains—

because it lies far away in my youthful years.

 

Skin like it was made of jasmine…

That day in August—was it August?—the night…

I barely remember the eyes; they were, I think, blue…

Ah yes, blue; a sapphire blue.

 

ΟΜΝΥΕΙ

 

Ομνύει κάθε τόσο   ν’ αρχίσει πιό καλή ζωή.

Αλλ’ όταν έλθει η νύχτα    μέ τές δικές της συμβουλές,

μέ τούς συμβιβασμούς της    καί μέ τές υποσχέσεις της

αλλ’ όταν έλθει η νύχτα    μέ τήν δική της δύναμι

τού σώματος πού θέλει καί ζητεί, στήν ίδια

μοιραία χαρά, χαμένος, ξαναπιαίνει.

 

HESWEARS

 

Quite often he swears   to start a better life.

But when the night comes   with its own advisories,

with its compromises,   and with its promises;

when the night comes   with its own power

over the body that craves and seeks,

to the same dark joy, forlorn, he returns.

 

ΕΠΗΓΑ

 

Δέν εδεσμεύθηκα. Τελείως αφέθηκα κ’ επήγα.

Στές απολαύσεις, πού μισό πραγματικές

μισό γυρνάμενες μές στό μυαλό μου ήσαν,

επήγα μές στήν φωτισμένη νύχτα.

Κ’ ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς

πού πίνουν οι ανδρείοι τής ηδονής.

 

I WENT

 

I did not restrain myself.

I set myself entirely free and I went.

To the pleasures that were half real,

half turning around inside my mind,

I went to the illuminated night.

And I drank strong wines, like the ones

those who are unafraid of carnal delights drink.

 

 

English translation by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca

www.ekstasiseditions.com

Advertisements