Posts Tagged ‘rust’

Ritsos_front large



Αυτές οι σούστες των παλιών καναπέδων, τα στριμμένα σύρματα
ντυμένα την αυστηρότητα της σκουριάς, πεταμένα
στο κάτω υπόγειο—χρόνια σε αχρηστία. Κυριακή μεσημέρι
κ’ έλεγες: “Καλημέρα σας, κύριε, τα σέβη μου στη σύζυγό σας”,
γιατί έπρεπε κάτι να πεις, κι άς μην είταν κανένας ν’ακούσει,
κοιτώντας απ’ το χαμηλό παράθυρο τ’αργά πόδια των νεκρών
με τα φρεσκοβαμμένα τους παπούτσια, και στο πάτωμα χάμου,
που μύριζε ακόμη απ’ τον παλιό χυμένο μούστο, ένα χέρι κομμένο
δεμένο με κίτρινο σπάγγο, κ’ ένα χέρι στην τρύπα του τοίχου
τραβώντας το σπάγγο, κάνοντας τ’ άλλο χέρι να πηδάει
αδέξια, απρόοπτα, λυπημένα, και κάπως αστεία—ένα πήδημα
ψηλώτερα απ’ το θεμιτό,— ένα πήδημα σαν έξω απ’ τον κόσμο.


These springs of old sofas, the twisted wires
dressed by the austerity of rust, thrown away
in the lower level of the basement – for years useless. Sunday
noon and you said “Good Morning sir, my regards to your wife”,
because you had to say something, even though no one listened to you,
looking through the low window the slow legs of the dead
with their freshly polished shoes; and down on the floor
that still smelled of very old spilled grape must, a severed hand
tied with a yellow string and a hand in the hole of the wall
that pulled the string, making the other hand jump
uncontrollably, unexpectedly, sorrowfully and somehow funny –
a jump higher than possible – a jump as if out of this world.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis



Πρωί καί χλιμιντρίζουν τ’ ἄλογα
σκοινιασμένα στούς ἀφρούς τῆς ἀμεταμέλητης θάλασσας.
Βουή ἀπό γυμνά φύλλα τιμωρημένα
μέ σαράντα ραβδισμούς στήν ἀγορά τῶν ἀνέμων
σκαρφαλώνει στήν ὠμοπλάτη της Κυριακῆς
καί τά νερά του Πήλιου.
Ἐδῶ σαρακώνει τῶν ἑρπετῶν ὁ ἰχώρας
τήν μεστή νωχέλεια τῆς γαλήνης
καθώς ἡ σκουριά τίς φλέβες τοῦ μάρμαρου.
Καί τά φτερά τῆς ἀθάλης συντάσσει ὁ καιρός
μέ τά ξανθά ἀετώματα νά ἀντιδικήσουν
τώρα πού στόν ὕπνο τῆς ἐλιᾶς
ἀνυφαίνει ἡ ἀράχνη ἕνα δίχτυ ρυτίδες.
Τῶν ἀγρῶν ὅλοι οἱ μίσχοι λάγνοι
σαλεύουνε καί λούζονται
στήν κολυμπήθρα τῶν σπασμῶν.


Morning and the horses neigh
tied onto the froth of the impenitent sea.
Rustle of naked leaves, punished
incessantly lashed by the winds
climbs on the shoulder-blade of Sunday
and on the Pelion waters.
Here the blood of serpents poisons
the ripen languor of serenity
like rust the veins of marble.
And time gathers the wings of ash
with the blond gables to debate
now that in the sleep of the olive tree
the spider forms its wrinkly netting.
In the fields the lustful sprouts
quiver and bathe
in the fountain of convulsion.

~Δημήτρη Λιαντίνη-Οι Ώρες των Άστρων/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis-Hour of the Stars/Translated by Manolis Aligizakis