Posts Tagged ‘room’

index

ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΜΙΑΣ ΚΥΡΙΑΣ του ΤΟΜΑΣ ΣΤΕΡΝΣ ΕΛΙΟΤ

 

ΙΙ

 

Και τώρα που σνθίζουν οι κρίνοι

έχει ένα βάζο μα κρίνους στο δωμάτιο της

και συστρέφει το δάχτυλο της καθώς μιλεί

Ω, φίλε μου δεν ξέρεις, δεν ξέρεις

τί είναι η ζωή, εσύ που την κρατάς στα χέρια σου

(αργά αργά μετατοπίζοντας τους κρίνους)

Την αφήνεις να κυλήσει μακριά σου

κι η νειότη είναι σκληρή, δεν μετανιώνει

και χαμογελά σε  κάθε τι που δεν μπορεί να δει.

Χαμογελώ φυσικά

και συνεχίζω να πίνω το τσάι μου.

Κι όμως μ’ αυτά τα ηλιοβασιλέματα του Απρίλη,

για κάποιο λόγο ανακαλώ την πεθαμένη μου ζωή

και το Παρίσι την άνοιξη

νιώθω απόλυτη ευφωρία, και βρίσκω τον κόσμο

να `ναι τελικά ωραίος και γεμάτος νειάτα.

 

Η φωνή γίνεται ξαφνικά επίμονη

σαν παράτονο βιολί στο Αυγουστιάτικο απόγευμα.

Είμαι σίγουρος πως πάντα καταλαβαίνεις

τα αισθήματα μου, σίγουρος πως νιώθεις

και πάνω απ’ το μεγάλο κόλπο μου απλώνεις το χέρι.

 

Είσαι αθάνατη, δεν έχεις Αχίλλεια φτέρνα

θα συνεχίσεις για καιρό κι όταν θα έχεις πια επιζήσει

θα πεις: σ’ αυτό το σημείο πολλοί έχουν αποτύχει,

αλλά τί να `χω φίλε μου, τί να `χω να σου δώσω

τί μπορεί να πάρεις από `μένα;

Μόνο τη φιλία μου και την συμπάθεια

κάποιου που έχει σχεδόν φτάσει στο τέλος του δρόμου του.

 

Εδώ θα μείνω και θα σερβίρω τσάι στους φίλους…

 

Παίρνω το καπέλο μου: πώς να προσθέσω κάτι

σ’ αυτά που μου έχει πει;

Το πρωί θα με δείτε στο πάρκο

να διαβάζω τα κόμικς και τη σελίδα των σπορτς.

Ιδιαίτερα θα υπογραμμίσω

ότι μια αγγλίδα κόμησα ανεβαίνει στη σκηνή.

Ένας Έλληνας δολοφονήθηκε στη χοροεσπερίδα των Πολωνών.

άλλος ένας πτωχευμένος τραπεζίτης ομολόγησε.

Διατηρώ τον τρόπο μου

παραμένω αυτοκυρίαρχος

εκτός όταν στο δρόμο, ένα πιάνο κουρασμένο και μηχανικό

ξαναπαίζει ένα παλιό πολυπαιγμένο τραγούδι

και με την ευωδία των υάκυνθων στον κήπο

ανακαλώντας πράγματα που άλλοι έχουν πεθυμήσει.

Είναι λογικές αυτές οι ιδέες ή όχι;

 

 

PORTRAIT OF A LADY by T S ELIOT

II

Now that lilacs are in bloom

She has a bowl of lilacs in her room

And twists one in her fingers while she talks.

“Ah, my friend, you do not know, you do not know

What life is, you who hold it in your hands”;

(Slowly twisting the lilac stalks)

“You let it flow from you, you let it flow,

And youth is cruel, and has no remorse

And smiles at situations which it cannot see.”

I smile, of course,

And go on drinking tea.

“Yet with these April sunsets, that somehow recall

My buried life, and Paris in the Spring,

I feel immeasurably at peace, and find the world

To be wonderful and youthful, after all.”

 

The voice returns like the insistent out-of-tune

Of a broken violin on an August afternoon:

“I am always sure that you understand

My feelings, always sure that you feel,

Sure that across the gulf you reach your hand.

 

You are invulnerable, you have no Achilles’ heel.

You will go on, and when you have prevailed

You can say: at this point many a one has failed.

 

But what have I, but what have I, my friend,

To give you, what can you receive from me?

Only the friendship and the sympathy

Of one about to reach her journey’s end.

 

I shall sit here, serving tea to friends ….”

 

I take my hat: how can I make a cowardly amends

For what she has said to me?

You will see me any morning in the park

Reading the comics and the sporting page.

Particularly I remark.

An English countess goes upon the stage.

A Greek was murdered at a Polish dance,

Another bank defaulter has confessed.

I keep my countenance,

I remain self-possessed

Except when a street-piano, mechanical and tired

Reiterates some worn-out common song

With the smell of hyacinths across the garden

Recalling things that other people have desired.

Are these ideas right or wrong?

 

 

~ Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by MANOLIS ALIGIZAKIS

 

cover

ΥΠΟΜΝΗΣΗ

Το δωμάτιο συνοικιακό, με λιγοστά έπιπλα, σαν περικοπή απ’
το Ευαγγέλιο — έτσι τέλειωσαν όλα γρήγορα κι η Ιωάννα κλαί-
γοντας πίσω απ’ το σταθμό, εξάλλου ήταν ένα μυστικό υπέροχο που
το ξεχνούσα μόλις πήγαινα να το πω, άνοιξα τότε τη θήκη του
βιολιού — και μόνο, καμιά φορά, με πιάνει το παράπονο και φοράω
τη γραβάτα μου μ’ έναν τέτοιο τρόπο, που να καταλάβουν, επιτέλους,
ότι είμαι από καιρό κρεμασμένος.
REMINDER

The room was in the suburbs, with a few pieces of furniture
like a Gospel quotation — so everything finished quickly and
Joanna cried and run back to the station; on the other hand it was
a secret that I’d forget it as I tried to mention it; then I opened the
violin case — and only, at sometimes when I grieve, I put on my
tie in such a way that they at least understand
I have been hanging for a long time.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΠΡΟΣ ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ

Αργά τη νύχτα, που αραιώνει η κίνηση των δρόμων
κ’ οι τροχονόμοι εγκαταλείπουν τις θέσεις τους, αυτός
δεν ξέρει πια τι να κάνει, κοιτάει απ’ το παράθυρο κάτω
την τζαμαρία του μεγάλου καφενείου, χνωτισμένη
απ’ τους ατμούς της αϋπνίας, κοιτάει τα γκαρσόνια
φασματικά, διαθλασμένα, ν’ αλλάζουν πίσω απ’ το ταμείο,
κοιτάει τον ουρανό με τις φαρδειές λευκές οπές, απ’ όπου
διακρίνονται οι τροχοί του τελευταίου λεωφορείου. Κ’ ύστερα
αυτό το “τίποτ’ άλλο, τίποτ’ άλλο”. Μπαίνει μέσα
στην ολόγυμνη κάμαρα, ακουμπάει το μέτωπό του
στον ώμο του δικού του αγάλματος (ψηλότερο απ’ το φυσικό)
νιώθοντας τη δροσιά του πρωινού πάνω στο μάρμαρο, ενώ,
κάτω στο προαύλιο με τις σπασμένες πλάκες, οι φύλακες
μαζεύουν τους κομμένους σπάγγους απ’ τα δέματα των εξορίστων.
TOWARD DAWN

Late at night, when the traffic slows down
and the traffic wardens leave their posts, he
doesn’t know what to do anymore; from his window
he looks down at the big glass of the cafe front, steamed up
by the breathing of sleeplessness; he looks at the
spectral, refracted waiters changing clothes behind the cash;
he looks at the sky with its wide white holes,
discerning in them the wheels of the last bus. And then
that: “nothing else, nothing else.” He enters
the totally empty room; he leans his forehead
on the shoulder of a statue resembling him (unnaturally taller)
feeling the freshness of morning on the marble, while
down in the courtyard with the broken flagstones, the guards
gather and cut strings of the packages of the exiled.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca
http://www.ekstasiseditions.com

cover

ΥΠΟΜΝΗΣΗ

Το δωμάτιο συνοικιακό, με λιγοστά έπιπλα, σαν περικοπή απ’
το Ευαγγέλιο — έτσι τέλειωσαν όλα γρήγορα κι η Ιωάννα κλαί-
γοντας πίσω απ’ το σταθμό, εξάλλου ήταν ένα μυστικό υπέροχο που
το ξεχνούσα μόλις πήγαινα να το πω, άνοιξα τότε τη θήκη του
βιολιού — και μόνο, καμιά φορά, με πιάνει το παράπονο και φοράω
τη γραβάτα μου μ’ έναν τέτοιο τρόπο, που να καταλάβουν, επιτέλους,
ότι είμαι από καιρό κρεμασμένος.
REMINDER

The room was in the suburbs, with a few pieces of furniture
like a Gospel quotation — so everything finished quickly and
Joanna cried and run back to the station; on the other hand it was
a secret that I’d forget it as I tried to mention it; then I opened the
violin case — and only, at sometimes when I grieve, I put on my
tie in such a way that they at least understand
I have been hanging for a long time.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

cavafy-by-manolis

ΠΟΛΥΕΛΑΙΟΣ

Σε κάμαρη άδεια και μικρή, τέσσαρες τοίχοι μόνοι
και σκεπασμένοι με ολοπράσινα πανιά,
καίει ένας πολυέλαιος ωραίος και κορόνει,
και μες στη φλόγα του την καθεμιά πυρόνει
μια λάγνη πάθησις, μια λάγνη ορμή.

Μές στην μικρή την κάμαρη, που λάμπει αναμένη
από του πολυελαίου την δυνατή φωτιά,
διόλου συνειθισμένο φως δεν είν’ αυτό που βγαίνει.
Γι’ άτολμα σώματα δεν είναι καμωμένη
αυτής της ζέστης η ηδονή.

CHANDELIER

In a small, empty room, just four walls
covered by solid green pieces of cloth,
a beautiful chandelier burns and blazes;
and in each one of its flames kindles
a lascivious passion, a sensual fever.

In the small room, shining brightly
from the chandelier’s strong flame,
a light that is not at all ordinary.
The rapture of its warmth
is not made for timid bodies.

Κ.Π Καβάφη — C.P. Cavafy-Poems
Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη-Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca, 2008
http://www.authormanolis.wordpress.com