Posts Tagged ‘road’

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΠΡΟΣ ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ

Αργά τη νύχτα, που αραιώνει η κίνηση των δρόμων
κ’ οι τροχονόμοι εγκαταλείπουν τις θέσεις τους, αυτός
δεν ξέρει πια τι να κάνει, κοιτάει απ’ το παράθυρο κάτω
την τζαμαρία του μεγάλου καφενείου, χνωτισμένη
απ’ τους ατμούς της αϋπνίας, κοιτάει τα γκαρσόνια
φασματικά, διαθλασμένα, ν’ αλλάζουν πίσω απ’ το ταμείο,
κοιτάει τον ουρανό με τις φαρδειές λευκές οπές, απ’ όπου
διακρίνονται οι τροχοί του τελευταίου λεωφορείου. Κ’ ύστερα
αυτό το “τίποτ’ άλλο, τίποτ’ άλλο”. Μπαίνει μέσα
στην ολόγυμνη κάμαρα, ακουμπάει το μέτωπό του
στον ώμο του δικού του αγάλματος (ψηλότερο απ’ το φυσικό)
νιώθοντας τη δροσιά του πρωινού πάνω στο μάρμαρο, ενώ,
κάτω στο προαύλιο με τις σπασμένες πλάκες, οι φύλακες
μαζεύουν τους κομμένους σπάγγους απ’ τα δέματα των εξορίστων.
TOWARD DAWN

Late at night, when the traffic slows down
and the traffic wardens leave their posts, he
doesn’t know what to do anymore; from his window
he looks down at the big glass of the cafe front, steamed up
by the breathing of sleeplessness; he looks at the
spectral, refracted waiters changing clothes behind the cash;
he looks at the sky with its wide white holes,
discerning in them the wheels of the last bus. And then
that: “nothing else, nothing else.” He enters
the totally empty room; he leans his forehead
on the shoulder of a statue resembling him (unnaturally taller)
feeling the freshness of morning on the marble, while
down in the courtyard with the broken flagstones, the guards
gather and cut strings of the packages of the exiled.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca
http://www.ekstasiseditions.com

Advertisements

kiki-dimoula

ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Ένα κομμάτι άνεμος που έπεσε στο δρόμο
κάθισε κι έπαιξε
στα σύρματα του ηλεκτρικού
μια μελωδία σιγανή
αφιερωμένη στη διάθεσή μου.
Αυτή για μια στιγμή μονάχα
ανασηκώθηκε και κοίταξε,
ύστερα αμετάπειστη και αδιάφορη
ξαναβυθίστηκε εντός μου.

AFTERNOON

A piece of the wind that fell on the street
sat on the electric wires
and in low tone
played a melody
dedicated to my mood.
This melody rose
momentarily and gazed;
then unconvinced and indifferent
re-sank deep inside me

~ΕΡΕΒΟΣ-EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

ΠΡΟΣ ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ

Αργά τη νύχτα, που αραιώνει η κίνηση των δρόμων
κ’ οι τροχονόμοι εγκαταλείπουν τις θέσεις τους, αυτός
δεν ξέρει πια τι να κάνει, κοιτάει απ’ το παράθυρο κάτω
την τζαμαρία του μεγάλου καφενείου, χνωτισμένη
απ’ τους ατμούς της αυπνίας, κοιτάει τα γκαρσόνια
φασματικά, διαθλασμένα, ν’ αλλάζουν πίσω απ’ το ταμείο,
κοιτάει τον ουρανό με τις φαρδειές λευκές οπές, απ’ όπου
διακρίνονται οι τροχοί του τελευταίου λεωφορείου. Κ’ ύστερα
αυτό το “τίποτ’ άλλο, τίποτ’ άλλο”. Μπαίνει μέσα
στην ολόγυμνη κάμαρα, ακουμπάει το μέτωπό του
στον ώμο του δικού του αγάλματος (ψηλότερο απ’ το φυσικό)
νιώθοντας τη δροσιά του πρωινού πάνω στο μάρμαρο, ενώ,
κάτω στο προαύλιο με τις σπασμένες πλάκες, οι φύλακες
μαζεύουν τους κομμένους σπάγγους απ’ τα δέματα των εξορίστων.

TOWARD DAWN

Late at night when the traffic slows down
and the traffic wardens leave their posts he
doesn’t know what to do anymore; from his window
he looks down at the big glass of the cafe front steamed up
by the breathing of sleeplessness; he looks at the
spectral, refracted waiters changing clothes behind the cash;
he looks at the sky with its wide white holes
discerning in them the wheels of the last bus. And then
that: “nothing else, nothing else.” He enters
the totally empty room; he leans his forehead
on the shoulder of a statue resembling him (unnaturally taller)
feeling the freshness of morning on the marble while
down in the courtyard with the broken flagstones the guards
gather and cut strings of the packages of the exiled.

~Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Selected Poems/translated by Manolis Aligizakis

 

 

 

Ritsos_front large

ROMIOSINI-GREEKNESS
Translated from Greek by Manolis

I
These trees don’t take comfort in less sky
these rocks don’t take comfort under foreigners’
footsteps
these faces don’t take comfort but only
in the sun
these hearts don’t take comfort except in justice
This landscape is merciless like silence
it hugs its fiery rocks tightly in its bosom
it hugs tightly in the sun its orphan olive trees
and grapevines
it clenches its teeth There is no water Only light
The road vanishes in light and the shadow of the fence wall
is made of steel
Trees rivers and voices turn to marble
in the sun’s whitewash
The root stumbles on the marble The dusty
bulrush
The mule and the rock They all pant There is
no water
They’ve all been thirsty for years and years They all
chew one bite of sky over their bitterness
Their eyes are red for lack of sleep
a deep wrinkle is wedged between their eyebrows
like a cypress between two mountains
at sundown
their hands are glued to their rifles
their rifles are extensions of their hands
their hands extensions of their souls –
they have anger on their lips
and grief deep within their eyes
like a star in a pothole of salt

From ‘Yannis Ritsos – Poems’ by Manolis

View an introduction to Yannis Ritsos in the Foreword to ‘Yannis Ritsos – Poems’ by Manolis.
.