Posts Tagged ‘punishment’

Ritsos_front large

PUNISHMENT

One day time takes its revenge on behalf of all
the embittered people;
one day the beautiful braggarts with the curly hair and black
mustaches are punished
with the muscular bodies, the big hands, the leather bracelets on
their left wrists
the ones in the ships’ holds or the gas stations with their long pipes
the ones on Saturday nights with the sad zembeikikos dance with the
heavy eyelids and with the knife
the ones with the gold watches who never check the time. They get punished.
Lard hangs from their bellies. Bit by bit their hair falls
off their thighs and calves. The ships leave. They don’t take them.
One night
with a washed out crossed-eyed glance in the fully lit central
plaza they see Him passing
He who still retains the beautiful, truthful smile of the most bitter
life and the song
they have all forgotten and which only He whistles. The worst
of all is
they don’t understand their severe punishment and for this
they age faster and more severely in their unwashed houses with
the old spiders.

ΤΙΜΩΡΙΑ

Μια μέρα, ο χρόνος παίρνει την εκδίκησή του για λογαριασμό των πικρα-
μένων,
μια μέρα τιμωρούνται οι ωραίοι αλαζόνες με τα βοστρυχωτά μαλλιά, τα
μαύρα μουστάκια,
τα μυώδη σώματα, τα φαρδιά χέρια, τα πέτσινα βραχιόλια στο ζερβή
καρπό τους,
αυτοί σ’ αμπάρια καραβιών ή σε πρατήρια βενζίνας με μακριούς σωλήνες,
αυτοί, τα Σαββατόβραδα, με το βαρύ ζεμπέϊκικο, με τα βαριά ματόκλαδα
και το μαχαίρι,
αυτοί με τα χρυσά ρολόγια που ποτέ δεν κοιτάζουν την ώρα. Τιμωρούνται.
Ξίγκια κρεμάνα στην κοιλιά τους. Λίγο λίγο το τρίχωμα μαδάει
στα μεριά και στις κνήμες τους. Φεύγουν τα καράβια. Δεν τους παίρνουν.
Μια νύχτα
βλέπουν με ξέθωρο αλλήθωρο βλέμμα μες στη φωταψία της κεντρικής λεω-
φόρου να περνάει
αυτός που ακόμη διατηρεί το ωραίο, αλάνθαστο χαμόγελο της πιο πικρής
ζωής και το τραγούδι
εκείνο που όλοι το ξεχάσαν και που μόνος αυτός το σφυρίζει. Το χειρότερο
απ’ όλα
είναι που δεν καταλαβαίνουν τη βαθιά τους τιμωρία, και γι αυτό
πιο γρήγορα και πιο άσκημα γερνούν μέσα σε άπλυτα σπίτια με τις γριές
αράχνες.

~ “Yannis Ritsos-Selected Poems”, Ekstasis Editions, summer 2013
Poetry by Yannis Ritsos, Translated by Manolis Aligizakis

Advertisements

ubermensch cover

Ascertainment

 

     Early on we understood it was too late for us. There was

no place left where we could honor our saintly dead. Ηow

with lashes to discern who to punish and who to reward

with ephemeral fame while we got flogged by the wrath

of the right? Full moon witnessed tragedies and measures,

unimaginable delight of the confessor who tried to calm down

our resolve, ‘I looked at the impossible end’ he told us and fear,

unblemished fear, how heavy you weighted down onto

our lives as we kept marching in sunny days and in the darkness

of our guilt and we sang courage to give to our courage and

to accept that god was dead the days of the Ubermensch

had commenced.

 

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ

 

      Νωρίς το καταλάβαμε ήταν πολύ αργά για μας, τόπο δεν

είχαμε για ν’ αποδώσουμε τιμές στους άγιους νεκρούς μας.

Πώς να ξεχωρίσεις ποιον να μαστιγώσεις και ποιον

να ανταμείψεις με την εφήμερη τη φήμη, ενώ

μας χτύπαγε η οργή της δεξιάς; Πανσέληνος μάρτυρας

τραγωδίας και μέτρων μιαρών, αφάνταστη χαρά πνευματικού

που επίσης γαλήνευε τη φλογερή μας φύση, «προσπάθησα

ξανά προσεκτικά να δω το τέλος μα ήταν αδύνατο», μας είπε

κι ο φόβος, άχραντος φόβος που τόσο βάραινε τη νειότη μας

και το ταξίδι συνεχίσαμε σε μέρες φωτεινές και σ’ ενοχής

σκοτάδι κι ετραγουδήσαμε το θάρρος μας να ενθαρρύνουμε,

που πέθανε ο θεός, οι μέρες του Υπερανθρώπου αρχίσανε.

 

Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, spring 2013

Υπεράνθρωπος, ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη, Μάτριος 2014, τηλ 2310-833665

 

Ritsos_front large

Τιμωρία

 Μιά μέρα, ο χρόνος παίρνει τήν εκδίκησή του γιά λογαριασμό τών πικρα-

         μένων,

μιά μέρα τιμωρούνται οι ωραίοι αλαζόνες μέ τά βοστρυχωτά μαλλιά, τά

        μαύρα μουστάκια,

τά μυώδη σώματα, τά φαρδιά χέρια, τά πέτσινα βραχιόλια στό ζερβή

        καρπό τους,

αυτοί σ’ αμπάρια καραβιών ή σέ πρατήρια βενζίνας μέ μακριούς σωλήνες,

αυτοί, τά Σαββατόβραδα, μέ τό βαρύ ζεμπέϊκικο, μέ τά βαριά ματόκλαδα

       καί τό μαχαίρι,

αυτοί μέ τά χρυσά ρολόγια πού ποτέ δέν κοιτάζουν τήν ώρα. Τιμωρούνται.

Ξίγκια κρεμάνα στήν κοιλιά τους. Λίγο λίγο τό τρίχωμα μαδάει

στά μεριά καί στίς κνήμες τους. Φεύγουν τά καράβια. Δέν τούς παίρνουν.

        Μιά νύχτα

βλέπουν μέ ξέθωρο αλλήθωρο βλέμμα μές στή φωταψία τής κεντρικής λεω-

       φόρου νά περνάει

Αυτός πού ακόμη διατηρεί τό ωραίο, αλάνθαστο χαμόγελο τής πιό πικρής

       ζωής καί τό τραγούδι

εκείνο πού όλοι τό ξεχάσαν καί πού μόνος αυτός τό σφυρίζει. Τό χειρότερο

       απ’ όλα

είναι πού δέν καταλαβαίνουν τή βαθιά τους τιμωρία, καί γι αυτό

πιό γρήγορα καί πιό άσκημα γερνούν μέσα σέ άπλυτα σπίτια μέ τίς γριές

       αράχνες.

 

Punishment

One day, time takes its revenge on behalf of all

           the embittered people;

one day the beautiful braggarts with the curly hair and black

           mustaches are punished,

with the muscular bodies, the big hands, the leather bracelets on

           their left wrists,

the ones in the ships’ holds or the gas stations with their long pipes

the ones on Saturday nights with the sad zembeikikos dance, with the

           heavy eyelids and with the knife,

the ones with the gold watches who never check the time. They get punished.

Lard hangs from their bellies. Bit by bit their hair falls

off their thighs and calves. The ships leave. They don’t take them.

           One night

with a washed out crossed-eyed glance in the fully lit central

           plaza they see Him passing

He who still retains the beautiful, truthful smile of the most bitter

           life and the song

they have all forgotten and which only He whistles. The worst

           of all is

they don’t understand their severe punishment and for this

they age faster and more severely in their unwashed houses with

           theoldspiders.

 

Θάνατοι

Πέθαναν κι αυτοί τό ίδιο φυσικά κι απροσδόκητα. Κι είχαν αφήσει

κάτι μικρά σακούλια μέ μπαγιάτικα όσπρια καί κάτι άλλα

μέ μολυβένιους βώλους ή σπόρους φυτών καί λουλουδιών. Κανένας

δέν τ’ άνοιξε έκτοτε. Κανένας δέν έμαθε τί σκέφτονταν

γιά τή διάρκεια γενικώς ή τήν προσωπική τους διάρκεια. Εμένα

—είπε η Μαρία—μού κάνει εντύπωση πού τό κάθε σακούλι

είναι δεμένο μέ σπάγκο σέ άλλο χρώμα,—λεμονί, μενεξεδένιο,

λαδί, ασημί. Κόκκινο δέν υπάρχει. Έτσι είπε η Μαρία

καί μονομιάς κοκκίνησε ανεξήγητα τό πρόσωπό της. Εμείς

γείραμε τό κεφάλι, σάν θλιμμένοι, συμφωνήσαμε. Αργότερα

ξεθώριασαν κι οι σπάγκοι—δέ φαινότανε πιά πού τό κόκκινο λείπει.

Deaths

They also died naturally and unexpectedly. And they had left

some little bags with stale legumes and some others

with lead balls or with seeds of flowers and vegetables.

No one has opened them since. No one learned what they thought

about the duration in general or their personal duration.

To me – said Maria – it’s impressive that each little bag

is tied with a string of different color – yellow, purple,

olive green, silver. There is no red. Maria said this

and all of a sudden her face quite inexplicably turned red. We

bowed our heads as though being sorrowful; we agreed. Later on

the strings discolored – it wouldn’t show that the red was missing.

 

 

 

 

 

Η ακινησία τής σβούρας

Ήμερη αποδοχή τού ανεξήγητου, καθώς βραδιάζει. Μιά γυναίκα

στέκεται στό παράθυρο, κοιτάει τό λασπωμένο δρόμο τού προαστίου,

κοιτάει εκείνα τ’ αυτοδίδακτα φώτα τών λαϊκών εστιατορίων.

Έξω απ’ τ’ ανθοπωλείο είναι ο τυφλός λαχειοπώλης. Στήν αυλή

σκουριάζει τό ποδήλατο τού πεθαμένου παιδιού. Νά θυμάσαι—είπε.

Όποιος θυμάται, γνωρίζει σωστά. Τυλιγμένος ο σπάγκος

τριγύρω στήν ασάλευτη σβούρα,— ξύλινη σβούρα παλιωμένη,

αυτή πού περιέχει τόσους νεκρούς καί αγέννητους στροβίλους. Γι’ αυτό

        κιόλας

τίς πιό βαθιές, ανθρώπινες κινήσεις μας τίς επιβάλλει η ακινησία τών

        αγαλμάτων.

Ανάψαμε τσιγάρο. Κοιτάξαμε τά χέρια μας. Τ’ αγάλματα δέν είμαστε

        εμείς.

 

Motionlessness of the Top

Welcomed acceptance of the inexplicable, as the evening comes. A woman

stands by the window, looks at the muddy street of the suburb;

she stares at those self-taught lights of the low class restaurants.

The blind lotto vendor is outside the florist. The dead

child’s bicycle rusts in the yard. Remember – he said.

Whoever remembers, knows well. The thread is wrapped

around the motionless top – wooden old worn-out top,

the one containing so many dead and unborn whirls. And

          for this

our deepest human movements are imposed on us by the

          stillness of the statues.

We lighted a cigarette. We looked at our hands. We were not

          the statues.

 

 

 

Η αμαρτία

Έφυγαν, έφυγαν,—έλεγε. Έμειναν—έλεγε σέ λίγο. Έμειναν.

          Είναι.

Εύπιστες μέρες, χαμένες. Ήταν καί λίγα δέντρα.

Οι στέγες έγερναν ενδοτικότερα τούς ώμους τους. Ο Γιώργης

πάνω στή σκάλα διόρθωνε τή γύψινη γιρλάντα

νεοκλασικού σπιτιού. Πιό κάτω, στό λιμάνι

πρωτοστατούσανε οι φορτοεκφορτωτές. Κουβαλούσαν

μεγάλα ξύλινα κασόνια δεμένα μέ σκοινιά. Δυό σκύλοι

πήγαιναν άκρη άκρη στό δρόμο. Κείνες τίς μέρες

τό κυριώτερο τό κλείναμε σέ παρενθέσεις. Αυτός

μέ τόν επίδεσμο στό δεξί μάτι χάζευε τίς φτωχές βιτρίνες

μάζευε (πιθανόν καί για λογαριασμό μας) κάτι ελάχιστα αντικείμενα,

σπιρτόκουτα, λέξεις, εικόνες καί κάτι άλλα ανώνυμα καί αόρατα—

αδέξιος πάντα, μέ τά λασπωμένα του παπούτσια, κι ολότελα αθώος.

Τό απόλυτο—είπε—είναι η βαθιά μας αμαρτία. Κι όπως ανάβαν τα

          φώτα

στά πλοία, στά μπάρ, στά ξενοδοχεία, αυτό ακριβώς υπογραμμίζαν.

 

 

The Sin

They left, they left – he said. They stayed – he said in a while. They stayed.

           They exist.

Gullible days, wasted.  And there were a few trees.

The roofs leaned their shoulders more impressively. George,

on top of the ladder, was fixing the plaster festoon

of the neoclassical house. Further down in the harbor

the longshoremen were creating a havoc. They carried

large wooden boxes tied with ropes. Two dogs

walked edge to edge in the street. Those days

we enclosed in parentheses the most important things. Him

with the black patch over his right eye, gaping at the shabby

display-windows, he collected (perhaps also on our behalf) a few objects,

match boxes, words, images and some other nameless and

           invisible things –

always clumsy, with his muddy shoes and completely innocent.

The absolute – he said – is our grievest sin. And as the lights

          were turned on

on ships, in bars, in patisseries, they underscored exactly that.

“Yannis Ritsos-Selected Poems”, Ekstasis Editions, summer-fall, 2013

 Poetry by Yannis Ritsos, Translation by Manolis Aligizakis