Posts Tagged ‘promise’

ubermensch_cover

Promise

And we promised never to deny Him not even
for a night or day, nor for a single moment, even
when He spoke to the fallen tree or to those ancient
ghosts that often passed through our minds.

Endless famine of our race, queen of our bellies,
slowly crawled like our childish innocence on wet
cobblestone and we asked Him his teaching
to continue and he liked us because we chose to
be scattered into pieces that the wind may blow us
to the opposite shore. He liked us, because
we disdained everything even the secret for our
sacrifice. Ubermensch smiled and said,
‘it was all good.’

Υπόσχεση

Kι υποσχεθήκαμε ποτέ να μην τον αρνηθούμε
ούτε μια νύχτα, ούτε μια μέρα ή μια στιγμή
μήτε κι ακόμα όταν μιλούσε στο δέντρο που μόλις
είχαν κόψει ή στα πανάρχαια φαντάσματα
που πέταγαν συχνά μέσα στη σκέψη μας.

Αστέρευτη η σιτοδεία βασίλισα της πείνας μας
αργά εκύλησε η παιδική μας αθωότη σαν πάνω
σε υγρό καλντερίμι, το μόνο που του ζητήσαμε
τη διδαχή να συνεχίσει και τ’ αρέσαμε που εδιαλέξαμε
θρύμματα και γίνουμε να μας φυσήξει ο αγέρας Του
στην αντιπέρα όχθη να μας περάσει. Τ’ αρέσαμε που
όλα τα περιφρονήσαμε ακόμα και το μυστήριο
της θυσία μας κι ο Υπεράνθρωπος εγέλασε κι είπε,
‘όλα αυτά είναι καλά.’

 

http://www.ekstasiseditions.com

 

Advertisements

nostos and algos cover

ΟΡΚΟΣ

Στάθηκε στο παραπέτο του παλιού κάστρου.
Από κάτω μας η πεινασμένη άβυσσο.
Λίγο βαθύτερα η θάλασσα λαμποκοπούσε
κι ημερωμένα κύματα χαιδεύαν
το κίτρινο αμμουδερό ακρογιάλι.

Τότε σήκωσε το χέρι του οριζόντια
λες κι ορκιζόταν στον ήλιο
σαν να υποσχόταν να ξαναγυρίσει
μιαν άλλη φορά σαν χρειαστούμε
κάποιον που να σταθεί ενάντια
στην απληστία τών μερικών
που βολεμένοι και παχουλοί
στη χαώδη χόρταση κολυμπούν.

Μα το κάστρο τούτο που δεν ανεχόταν
ηγέτες με τις παρωπίδες, έτριξε κι ίσως
γι’ αυτό κι ο ήρωάς μας επέμενε να δείχνει
σαν άπατη άβυσο τη θάλασσα.

Κι αφού σιγοπερπάταγε
στην άκρη του τειχιού
κι αφού έκανε το σταυρό του
αφέθηκε στη λύτρωση του μηδενός.
OATH

He stood at the edge of the old castle’s parapet
below it the hungry abyss and
even lower the gleaming sea
ready to splash its first wave
onto the yellow soft sandy beach

when he raised his arm
as if taking an oath
as if promising to come back
at another time when we’d need
one to stand against
the greed and gluttony of the few
who comfortable and fat
dwelled in their satiation.
Yet the old castle that couldn’t tolerate
leaders with blinkers, it creaked
as our hero insisted pointing
the endless abyss of the sea

and stepping on the parapet’s edge
he crossed himself over
then flew into
the deliverance of emptiness

~NOSTOS AND ALGOS, Ekstasis Editions, Victoria BC, 2012

vernal equinox
ΚΟΛΟΝΑ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

Αφού χαράξαμε τα αρχικά μας
στου δρόμου τη μοναχική κολόνα
χωρίσαμε

εκείνη πρός τα δυτικά
εγώ πρός την ανατολή

με την υπόσχεση
να ξανασυναντηθούμε
κάτω απ’ τη κολόνα τούτη
ν’ αναζητήσουμε παλιά σημάδια

μα τις Σειρήνες δεν σκεφτήκαμε ποτέ
τους Κύκλωπες τον άγριο Ποσειδώνα

μα δεν σκεφτήκαμε ποτέ
τον πονηρό βαρκάρη

 
LAMPPOST

After leaving our marks
on the sole lamppost
we parted

she to the west
I to the east

with a promise
to meet again
by this lamppost
and trace our marks

though we never thought of the Sirens
the Cyclops and the angry Poseidon

though we never thought of the pricey
ferryman

 

http://www.ekstasiseditions.com

 

10620711_334529050045187_4859070671039708913_n

THE SECOND ADVENT OF ZEUS

And Zeus had promised my return

to again face the loathly
teeth of the abyss
at the ecliptic hour
of a hot July day as the cicadas’
cantos awaken the high noon
lullabies and
olive tree leaves sieving
sunlight and the loaf
allotted to me
was kneed without yeast
swirls of anger and pictures of people
familiar and bearded old beasts of

my kin
softly sprang up
as if
from the earth’s bottom
to release me
from the commitment
of eternal return

caique sails plastered on the horizon
ambience and nostalgia when
I felt my primeval
fear repeated
nothing but a warning of
my true passing through
the narrow Symplegades

Ι
Κι ο Δίας είχε υποσχεθεί την επιστροφή μου
για να ξαναντικρύσω
τα βρώμικα δόντια της αβύσου
κατά τη διάρκεια ελλειπτικής ώρας
ολόθερμης Ιουλίου μέρας
που τα τζιτζίκια θα ξυπνούν το μεσημέρι
με νανουρίσματα
και φύλλα της ελιάς
τον ήλιο θα κρησάρουν
και το ψωμί
στη μοιρασιά που μού `πεσε
χωρίς προζύμι ζυμωμένο
στρόβιλος θυμού τα πανάρχαια θηρία
κι οι εικόνες ανθρώπων γενειοφόρων

η συγγένειά μου
απαλά θα ξεπηδήσει
σα να βγαίνουν
απ’ της γης τον πάτο
να μ’ απαλλάξουν
απ’ το καθήκον
της αιώνιας επιστροφής

πανιά καϊκιών στον ορίζοντα απλωμένα
γλυκιά ατμόσφαιρα και νοσταλγία όταν
ένιωσα τον αρχαίο φόβο
να ξαναγυρίζει
τίποτα παρά μια υπόδειξη
του περάσματός μου
απ’ το στενό των Συμπληγάδων