Posts Tagged ‘poor’

35774-tl
ΑΠΛΑ ΛΟΓΙΑ
Βράδυ όμοιο σχεδόν με τ’ άλλα: η πλήξη, λιγοστό φως,
οι χαμένοι δρόμοι
κι άξαφνα κάποιος που σου λέει “είμαι φτωχός”, σαν να
σου δίνει μια μεγάλη υπόσχεση.

SIMPLE WORDS
The night almost same as all others: tediousness,
the faint light, lost paths
and suddenly someone says to you “I’m poor”, as though
giving you a great promise.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Advertisements

cavafy copy

ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από χρέος μη κινούντες
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τους πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

THERMOPYLAE

Honor to those who in their lives
are committed to guard Thermopylae.
Never swerving from duty;
just and exact in all their actions,
but tolerant too, and compassionate;
gallant when rich, and when
they are poor, again a little gallant,
again assisting as much as they can;
Always speaking the truth,
but without hatred for those who lie.

And more honor is due to them
when they foresee (and many do foresee)
that Ephialtis will appear in the end
and the Medes will break through at last.

Κωνσταντίνου Καβάφη-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Constantine Cavafy-Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Σέ μιά γυναίκα

Θυμάσαι τίς νύχτες; Γιά νά σέ κάνω νά γελάσεις περπατούσα πάνω

          στο γυαλί τής λάμπας.

“Πώς γίνεται;” ρωτούσες. Μά ήταν τόσο απλό

αφού μ’ αγαπούσες.

 

For a Woman

 

Do you remember the nights? To make you laugh I’d walk

          over the glass of the night lamp.

“How was it possible?” You asked.

 

But it was so simple:

since you loved me

 

Απλά Λόγια

Βράδυ όμοιο σχεδόν μέ τ’ άλλα: η πλήξη, λιγοστό φώς,

          οι χαμένοι δρόμοι

κι άξαφνα κάποιος πού σού λέει “είμαι φτωχός”, σάν νά

         σού δίνει μιά μεγάλη υπόσχεση.

 

 

Simple Words

The night almost same as all others: tediousness,

          the faint light, lost paths

and suddenly someone says “I’m poor”, as though giving you

          a great promise.

 

 

Ο Ηττημένος

 

     Γονάτισε κι ακούμπησε τό μέτωπό του στό πάτωμα. Ήταν

η δύσκολη ώρα. Κι όταν σηκώθηκε, το ντροπιασμένο πρόσωπό του,

πού όλοι ξέραμε, είχε μείνει εκεί, πάνω στίς σανίδες, σάν ένα

αναποδογυρισμένο άχρηστο κράνος.

     Ο ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο—σάν τό Θεό.

 

 

 

The Defeated

 

     He kneeled and laid his forehead on the floor. It was

the difficult time. When he got up, his embarrassed face,

that we all knew, had stayed there, on the planks, like

a useless upside helmet.

    The same man returned home, without face—like God.

 

 

Χοιροστάσιο

 

     Είχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δέ σκότωναν, σ’ έδειχναν μόνο μέ

τό δάχτυλο, κι αυτό αρκούσε. Ύστερα, κάνοντας έναν κύκλο πού

όλο στένευε, σέ πλησίαζαν σιγά σιγά, εσύ υποχωρούσες, στριμω-

χνόσουνα στόν τοίχο, ώσπου, απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μιά

τρύπα νά χωθείς.

    Κι όταν ο κύκλος διαλυόταν, στή θέση του στεκόταν ένας άλλος,

καθ’ όλα αξιαγάπητος κύριος.

 

 

Pigsty

 

    Things had changed, these days they don’t kill, they only

point at you with the finger, it’s enough. Then, they make

a circle that always becomes smaller, they slowly get closer,

you retreat, back against the wall, until in desperation, you,

alone, open a hole to hide into.

     When the circle is cleared, in its place stands the other,

in every respect lovable man.

 

 

Η Έκτη Ημέρα

 

     Ήταν η έκτη μέρα τής δημιουργίας, η μητέρα είχε ντυθεί στά

μαύρα, φορούσε καί τό καλό καπέλο της μέ τό βέλο, “δέν έπρεπε νά

μάς τό κάνει αυτό ο Θεός” είπε, στό βάθος χλωμοί άντρες στήναν

τή μεγάλη σκηνή τού τσίρκου,

     “γύρισε σπίτι είναι αργά”, “ποιό σπίτι», είπα κι αγκάλιασα το

φανάρι τού δρόμου,

      η μικρή ξαδέλφη όπου νά `ναι θά πέθαινε, τήν έσπρωξα πίσω απ’

τήν ντουλάπα, “σ’ αγαπάω” έλεγε, μά εγώ τήν έγδυνα κιόλας σάν

πόρνη—κι όταν τή θάψαμε, εγώ έμεινα γιά πάντα εκεί, πίσω απ’

τήν ντουλάπα, μισοφαγωμένος απ’ τά ποντίκια,

     κι ήταν η έκτη μέρα τής δημιουργίας,

     οι τροχαλίες γλύριζαν καθώς ανέβαζαν τό πρώτο ρολόι στή στέ-

γη τού σταθμού,

     κάθισα στήν άκρη τού δρόμου, τόσο θλιμμένος, πού οι τυφλοίμ’

έβλεπαν.

 

 

The Sixth Day

 

     It was the sixth day of creation; mother was dressed in black,

she wore her good hat with the veil, “God shouldn’t had done this

to us” she said, at the far end pale workers put together the big

stage of the circus,

    “come back home, it’s late”, “which home?” I asked and hugged

the lamp-post of the street,

     my young cousin was almost dead, I pushed her behind the closet,

“I love you” she’d say, but I had already undressed her—like a whore—

when we buried her, I stayed there forever, behind the closet, half

eaten by the mice

     and it was the sixth day of creation,

     pulleys grunted as they lifted up the roof of the station

the first clock,

     I sat by the side of the street, so sorry, that even the blind

could see me.