Posts Tagged ‘pictures’



With the sorrowful events that recently take place in Kos, Greece, the Facebook team “We say no to the Golden Dawn” posted the above photograph of a dead migrant woman raised from a boat that sank on October 2013 in the open sea outside the Italian island of Lambedousa.
The Facebook post writes the following:
“She was found floating on the waves as she is in this picture with her mobile phone, her wallet with a few small bills and pictures of her loved ones back home clenched onto her chest. She wouldn’t let the waves take away her only possessions, her beloved persons back home she didn’t want to feel alone the moment she felt the cold and death approaching.
There are many dead people on the shore. Many have no name. The news people talk of numbers, hundreds and hundreds of dead. No one knows their names. Who they’ve left behind? From whom they run away? What were their dreams? And when one says “the boats sink” this woman, this mother holds her dreams tight onto her breast.

“Let us remain…HUMAN”

~Translated from the Greek by Manolis Aligizakis

Με αφορμή τα θλιβερά περιστατικά που σημειώνονται τις τελευταίες ημέρες στην Κω, η ομάδα στο Facebook «Λέμε Όχι στη Χρυσή Αυγή» ανάρτησε μια φωτογραφία που ανήκει σε νεκρή πρόσφυγα που ανασύρθηκε από ναυάγιο που σημειώθηκε τον Οκτώβριο του 2013 στ’ ανοικτά της νήσου Λαμπεντούζα, στις ακτές της Ιταλίας.
Η σχετική ανάρτηση της ομάδας στο Facebook γράφει χαρακτηριστικά:
«Την βρήκαν στα κύματα έτσι, με το κινητό και το πορτοφόλι με τα λίγα λεφτά και τις φωτογραφίες των αγαπημένων της προσώπων στο στήθος. Δεν ήθελε να αφήσει στα κύματα της θάλασσας τα αγαπημένα της υπάρχοντα, δεν ήθελε να νιώσει μόνη τη στιγμή που αισθάνθηκε το κρύο και τον θανάτο να πλησιάζουν.
Υπάρχουν πολλά πτώματα στην παραλία. Πολλοί από αυτούς δεν έχουν ούτε ένα όνομα. Τα tg μιλάνε για αριθμούς, εκατοντάδες και εκατοντάδες νεκροί. Κανείς δεν ξέρει ποιοι είναι,ποιους άφησαν σπίτι, από τι τρέχουν, ποια ήταν τα όνειρά τους. Και όταν κάποιος λέει «βουλιάζουμε τα ποταμόπλοια» αυτή η γυναίκα, η μητέρα, , πιέζει ακόμα πιο δυνατά στο στήθος τα όνειρά της.
Ας παραμείνουμε ‘ΑΝΘΡΩΠΟΙ’…».

Τούτο τό σπίτι στοίχειωσε, μέ διώχνει—

θέλω νά πώ έχει παλιώσει πολύ, τά καρφιά ξεκολλάνε,

τά κάδρα ρίχνονται σά νά βουτάνε στό κενό,

οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα

όπως πέφτει τό καπέλο τού πεθαμένου απ’τήν κρεμάστρα

στό σκοτεινό διάδρομο

όπως πέφτει τό μάλλινο τριμένο γάντι τής σιωπής απ’ τά γόνατά της

ή όπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στήν παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, — όχι η φωτογραφία πού κοιτάς με

τόση δυσπιστία—

λέω γιά τήν πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες

νά κάθεσαι

καί μέ κλεισμένα μάτια νά ονειρεύεσαι ό,τι τύχει

—μιάν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,

πιό στιλβωμένη απ’ τά παλιά λουστρίνια μου πού κάθε μήνα τα δίνω

στό στιλβωτήριο τής γωνιάς,

ή ένα πανί ψαρόβαρκας πού χάνεται στό βάθος λικνισμένο απ’ τήν

ίδια του ανάσα,

τριγωνικό πανί σά μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στά δυό

σά νά μήν είχε τίποτα να κλείσει ή νά κρατήσει

ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σέ αποχαιρετισμό. Πάντα μου είχα μανία

μέ τά μαντίλια,

όχι γιά νά κρατήσω τίποτα δεμένο,

τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στούς αγρούς

μέ τό λιόγερμα

ή νά δέσω τέσσερις κόμπους σάν τό σκουφί πού φοράνε οι εργάτες

στ’ αντικρυνό γιαπί

ή νά σκουπίσω τά μάτια μου, — διατήρησα καλή τήν όρασή μου

ποτέ μου δέ φόρεσα γυαλιά. Μιά απλή ιδιοτροπία τά μαντίλια.

~Γιάνης Ρίτσος 




This house is haunted it pushes me away –

I mean it has aged so much the nails fall off

the pictures fall as if diving to the void

the stucco bits drop silently

like the hat of the dead man off its hanger

in the dark hallway

like the worn-out wool glove of silence falls off her knees

or a band of moonlight falls on the old worn-out armchair


Once even that was new – not the picture you

stare at with such disbelief –

I mean the armchair so comfortable you could

sit for hours

and with closed eyes dream of anything

– a smooth sandy beach wet and polished by the moon

more polished than my old leather shoes that every month I polish

at the corner shoe store

or a fishing boat’s sail that vanishes in the horizon rocked

by its own breath

triangular sail like a handkerchief folded on an angle only twice

as though it didn’t have anything to cover or to keep

or to wave unfurled like saying goodbye I always had a fixation

with handkerchiefs

not for keeping anything tied in them

like some flower seed or chamomile gathered in the fields

at sundown

or to tie it in four knots like the cap workers wear

in the opposite construction site

or to wipe my eyes – I maintained my vision properly

I never wore glasses. Just a simple fixation with handkerchiefs.


~Yannis Ritsos