Posts Tagged ‘pain’

sefs_front

DENIAL

On the secluded seashore
white like a dove
we thirsted at noon;
but the water was brackish.

On the golden sand
we wrote her name;
when the sea breeze blew
the writing vanished.

With what heart, with what spirit
what desire and what passion
we led our life; what a mistake!
so we changed our life.
ΑΡΝΗΣΗ

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της
ωραία που φύσηξε ο μπάτης
και σβύστηκε η γραφή.

Με τί καρδιά, με τί πνοή,
τί πόθους και τί πάθος
πήραμε τη ζωή μας, λάθος!
Κι αλλάξαμε ζωή.

~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

Advertisements

aggelakirouk-thumb-large

LIFE’S LACK OF APPETITE

I’m not hungry, I don’t hurt I don’t stink
perhaps deep inside I suffer and I don’t know it
I pretend I laugh
I don’t seek the impossible
nor the possible, bodies
forbidden to me don’t please my eyes.
Sometimes I gaze the sky
with a yearning glance
when the sun lessens its gleam and
the blue lover surrenders
to the beauty of the night.
My only involvement
with the going around of the world
is my steady breath.
But I also feel another
strange involvement:
the agony I suddenly feel
for the human pain.
It spreads on earth
like a drenched in blood
liturgical tablecloth
that shrouds myths and gods
it renews itself endlessly
and becomes one with life.
Yes, I want to cry now
but even the fountain of my tears
has turned dry.

Η Ανορεξία της Ύπαρξης

Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό, τα απαγορευμένα
για μένα σώματα δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβύνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν λειτουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνεια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου
η πηγή.

~ Katerina Aggelaki—Rouk, translated by Manolis Aligizakis

10620711_334529050045187_4859070671039708913_n
PHONE CALL

Your abrupt voice
echoed on the other side
of the telephone line
rekindled our last conversation

I remember we had met
in autumn
brown leaves over
the lone grave site and
I was disturbed with
the red carnation of my lapel

I didn’t expect your call
obviously hesitant
your voice and your laughter
roared through the dead line
cold sweat over my body

strange, I didn’t expect you
to call so soon: it was just the day
before yesterday when we buried you

ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ

Απότομη η φωνή σου
στο τηλέφωνο
ηχώ στ’ αυτιά κι ανάμνηση
της τελευταία μας κουβέντας

θυμάμαι είχαμε συναντηθεί
φθινόπωρο που
φύλλα καφετιά στόλιζαν
το μοναχικό τάφο
κι εγώ ανάστατος
με το γαρύφαλλο στο πέτο

δεν περίμενα να τηλεφωνήσεις
ολοφάνερα δισταχτική
η φωνή σου και το γέλιο σου
αντιβούησε στην άψυχη γραμμή
κρύος ιδρώτας στο κορμί μου

παράξενο, δεν το περίμενα
σήμερα να τηλεφωνήσεις
μόλις προχθές σε θάψαμε

~Εικόνες Απουσίας-Σαιξπηρικόν, άνοιξη 2015
~Images of Absence-Ekstasis Editions, spring 2015
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

Αποκάλυψη

   Image

Κείνες τις μέρες νοιώθαμε πως είμαστε στον δεύτερο

μήνα εγκυμοσύνης κι ο πόνος ήταν σταθερή διάσταση

σαν υποτείνουσα μεταξύ σκέψης και συναισθήματος

σαν ένα χαμόγελο με πείσμα κι είμασταν πια

μεγάλοι για να μάθουμε παιγνίδια καινούργια γι αυτό

εμείναμε πιστοί στου ανέμου το πανάρχαιο μαστίγωμα

πάντα μακριά απ’ τα όνειρά μας, αλήθεια, μια ασήμαντη

εξέλιξη.

     Κι είμασταν κάτοχοι αρχαίων θησαυρών, χρόνια μελέτης

στη σκιά της νύχτας, σαν προβλεπόμενη μιζέρια, επιθυμητή

κληρονομιά που τελικά μάθαμε το νόημα της λέξης

‘αποκάλυψη’ κι ο φημισμένος Άγιος Ιωάννης ήταν απών

κι ήταν όλα καλά.

 

Apocalypse

 

     Those days we felt as though we were in the second

month of pregnancy and pain was a constant variant

like the hypotenuce between a thought and an emotion

a smile one displays spitefully and since we were too old

to learn new games we stuck to the old whipping of the wind

kept away from our dreams, truly an unimportant development.

     And we were owners of ancient treasures, years of studies

in the shadow of the night, almost intended misery, inherited

catastrophe, when finally we learned the meaning of the word

‘apocalypse’ the famous St. John in absentia and it was all

in good order.

 

Ubermensch/Υπεράνθρωπος

www.ekstasiseditions.com

 

George Seferis_cover

An Old Man On the River Bank

 

    For Nanos Panagiotopoulos

And yet we have to consider how to proceed.

To feel is not enough, nor to think, nor

to move

nor to risk your body in the ancient embrasure,

when the boiling oil and molten lead groove

the walls.

And yet we have to consider to what direction we go ahead

not the way our pain desires it and our hungry

children

and the chasm of our comrades’ call from

the opposite shore

not even the darkened light whispers it in the improvised

hospital,

the pharmaceutical shine on the young man operated

on at noon

but in some other way perhaps I mean to say that

the long river that emerges from the great lakes enclosed

deep in Africa

and at sometime it was god and then it turned into road and

benefactor and judge and delta

that is never the same as the wise old people taught

and yet it always remains the same body, the same bed and

the same Point,

the same orientation.

I don’t want anything else but to speak simply, let

this grace be granted to me.

Because even our song we’ve loaded with so much

music that slowly sinks

and our art we’ve decorated so much that its features

are eaten by the gold

and it is time that we say our few words because

tomorrow our soul sails away.

If pain is human, we are not human just

to suffer pain

that’s why I contemplate so much these days about

the great river

this image that goes forward between herbs and

verdure

and beasts that graze and drink and people who

sow and harvest

and even in great tombs and small plots

of the dead.

This current that leads its way and that is not at all

different from the blood of men

and from the eyes of men when they stare straight ahead

without any fear in their hearts

without the everyday shiver about the little things or

even the great ones

when they stare straight ahead like the wayfarer who is

used to find his way guided by the stars

not like us, the other day, looking at the enclosed orchard

of an sleepy Arabic house

behind the lattice, the fresh garden changed shape, growing

larger and smaller

changing as we looked at it; we changed the shape of

our desire and our hearts

at high noon, us the patient dough of a world

that pushes us away and kneads us,

caught in the ornamented nets of life that was right and

then it turned into dust and sank in the sand

leaving behind it only that indecipherable dizzying

sway of a tall palm tree.

 

~George Seferis

~Cairo, 20 June ‘42

 

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ

Στον Νάνο Παναγιωτόπουλο

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε.

Νά αισθάνεσαι δέ φτάνει μήτε νά σκέπτεσαι μήτε νά

κινείσαι

μήτε νά κινδυνεύει τό σώμα σου στήν παλιά πολεμίστρα,

όταν τό λάδι ζεματιστό καί τό λιωμένο μολύβι

αυλακώνουνε τά τειχιά.

Κι όμως πρέπει νά λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε,

όχι καθώς ο πόνος μας τό θέλει καί τά πεινασμένα

παιδιά μας

καί τό χάσμα τής πρόσκλησης τών συντρόφων από τόν

αντίπερα γιαλό,

μήτε καθώς τό ψυθιρίζει τό μελανιασμένο φώς στό

πρόχειρο νοσοκομείο,

το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στό προσκέφαλο τού

παλικαριού που χειρουργήθηκε τό μεσημέρι

αλλά μέ κάποιον άλλο τρόπό, μπορεί νά θέλω νά πώ

καθώς

τό μακρύ ποτάμι πού βγαίνει από τίς μεγάλες λίμνες τίς

κλειστές βαθιά στήν Αφρική

καί ήτανε κάποτε θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος καί

δωρητής καί δικαστής καί δέλτα

πού δέν είναι ποτές του τό ίδιο, κατά πού δίδασκαν οι

παλαιοί γραμματισμένοι,

κι ωστόσο μένει πάντα τό ίδιο σώμα, τό ίδιο στρώμα, και

τό ίδιο Σημείο,

ο ίδιος προσανατολισμός.

Δέ θέλω τίποτε άλλο παρά νά μιλήσω απλά, νά μου δοθεί

ετούτη η χάρη.

Γιατί καί τό τραγούδι τό φορτώσαμε μέ τόσες μουσικές

πού σιγά-σιγά βουλιάζει

καί τήν τέχνη μας τή στολίσαμε τόσο πολύ πού φαγώθηκε

από τά μαλάματα τό πρόσωπό της

κι είναι καιρός νά πούμε τά λιγοστά μας λόγια γιατί η

ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

Άν είναι ανθρώπινος ο πόνος δέν είμαστε άνθρωποι μόνο

γιά νά πονούμε

γι’ αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τίς μέρες, τό

μεγάλο ποτάμι

αυτό τό νόημα πού προχωρεί ανάμεσα σέ βότανα καί σέ

χόρτα

καί ζωντανά πού βόσκουν καί ξεδιψούν κι ανθρώπους πού

σπέρνουν καί πού θερίζουν

καί σέ μεγάλους τάφους ακόμη καί μικρές κατοικίες τών

νεκρών.

Αυτό τό ρέμα πού τραβάει τό δρόμο του καί πού δέν είναι

τόσο διαφορετικό από τό αίμα τών ανθρώπων

κι από τά μάτια τών ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα

χωρίς τό φόβο μές στήν καρδιά τους,

χωρίς τήν καθημερινή τρεμούλα γιά τά μικροράματα ή

έστω καί γιά τά μεγάλα

όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα καθώς ο στρατοκόπος πού

συνήθισε ν’ αναμετρά τό δρόμο του μέ τ’ άστρα,

όχι όπως εμείς, τήν άλλη μέρα, κοιτάζοντας τό κλειστό

περιβόλι στό κοιμισμένο αράπικο σπίτι,

πίσω από τά καφασωτά, τό δροσερό περιβολάκι ν’ αλλάζει

σχήμα, νά μεγαλώνει καί νά μικραίνει,

αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, τό σχήμα τού

πόθου μας καί τής καρδιάς μας,

στή στάλα τού μεσημεριού, εμείς τό υπομονετικό ζυμάρι

ενός κόσμου πού μάς διώχνει καί πού μάς πλάθει,

πιασμένοι στά πλουμισμένα δίχτυα μιάς ζωής πού ήτανε

σωστή κι έγινε σκόνη καί βούλιαξε μέσα στήν άμμο

αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο τό απροσδιόριστο

λίκνισμα πού μάς ζάλισε μιάς αψηλής φοινικιάς.

~Γιώργος Σεφέρης

~Κάϊρο, 20 Ιουνίου `42