Posts Tagged ‘night’

35774-tl
ΑΠΛΑ ΛΟΓΙΑ
Βράδυ όμοιο σχεδόν με τ’ άλλα: η πλήξη, λιγοστό φως,
οι χαμένοι δρόμοι
κι άξαφνα κάποιος που σου λέει “είμαι φτωχός”, σαν να
σου δίνει μια μεγάλη υπόσχεση.

SIMPLE WORDS
The night almost same as all others: tediousness,
the faint light, lost paths
and suddenly someone says to you “I’m poor”, as though
giving you a great promise.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Advertisements

ubermensch_cover

Promise

And we promised never to deny Him not even
for a night or day, nor for a single moment, even
when He spoke to the fallen tree or to those ancient
ghosts that often passed through our minds.

Endless famine of our race, queen of our bellies,
slowly crawled like our childish innocence on wet
cobblestone and we asked Him his teaching
to continue and he liked us because we chose to
be scattered into pieces that the wind may blow us
to the opposite shore. He liked us, because
we disdained everything even the secret for our
sacrifice. Ubermensch smiled and said,
‘it was all good.’

Υπόσχεση

Kι υποσχεθήκαμε ποτέ να μην τον αρνηθούμε
ούτε μια νύχτα, ούτε μια μέρα ή μια στιγμή
μήτε κι ακόμα όταν μιλούσε στο δέντρο που μόλις
είχαν κόψει ή στα πανάρχαια φαντάσματα
που πέταγαν συχνά μέσα στη σκέψη μας.

Αστέρευτη η σιτοδεία βασίλισα της πείνας μας
αργά εκύλησε η παιδική μας αθωότη σαν πάνω
σε υγρό καλντερίμι, το μόνο που του ζητήσαμε
τη διδαχή να συνεχίσει και τ’ αρέσαμε που εδιαλέξαμε
θρύμματα και γίνουμε να μας φυσήξει ο αγέρας Του
στην αντιπέρα όχθη να μας περάσει. Τ’ αρέσαμε που
όλα τα περιφρονήσαμε ακόμα και το μυστήριο
της θυσία μας κι ο Υπεράνθρωπος εγέλασε κι είπε,
‘όλα αυτά είναι καλά.’

 

http://www.ekstasiseditions.com

 

ritsos front cover

ΤΡΙΠΤΥΧΟ

1. Ώσπου βράδιασε

Κρατούσε στο χέρι του το χέρι της. Δε μιλούσε.
Άκουγε πέρα, ίσως και μέσα του,
τον άφθονο σφυγμό της θάλασσας.
Η θάλασσα, τα πεύκα, οι λόφοι, είταν το χέρι της.
Άν δεν της τόλεγε, πως θα κρατούσε το χέρι της;

Σώπασαν, ώσπου βράδιασε. Κάτω απ’ τα δέντρα,
είταν μονάχα ένα άγαλμα με τα δυο χέρια του κομμένα.

2. Μια γυναίκα

Η νύχτα αυτή, απροσπέλαστη, κανέναν δε φιλάει—
μόνη μέσα στο φόβο της μη δε βρεθεί κανείς να τη φιλήσει.

Με πέντε αστέρια-δάχτυλα κρύβει μια τούφα άσπρα μαλλιά
κ’ είναι έτσι ωραία σαν άρνηση του πιο ωραίου εαυτού της.

3. Τί φταίμε;

Κάτω απ’ τη γλώσσα σου είναι τα λεπτά κλωνάκια του άνηθου,
οι σπόροι των σταφυλιών και οι ίνες των ροδάκινων.
Μέσα στη σκιά που ρίχνουν τα ματόκλαδά σου
είναι μια γη ζεστή. Μπορώ να ξαπλώσω
και να ξεκουραστώ ανερώτητα, είπε.

Τί θέλει λοιπόν αυτό το “πιο πέρα”;
Καα συ τί φταίς, ανυποψίαστη, να μένεις με τα φύλλα;
Ωραία κι απλή μες στο χρυσό σχήμα της ζέστας σου;
Κ’ εγώ τί φταίω να προχωρώ μέσα στη νύχτα
δέσμιος στην ελευθερία μου, είπε, τιμωρώντας ο τιμωρημένος;

TRIPTYCH

1. Until Evening Came

Ιn his hand he held her hand. He wasn’t talking.
He was listening far away and perhaps inside him
to the ample pulse of the sea.
The sea, the pine trees, the hills were her hand.
If he didn’t say this to her, how could he hold her hand?

They kept quiet until evening came. Under the trees
was only a statue with his two severed hands.

2. A Woman

This night is unapproachable, doesn’t kiss anybody –
alone in her fear as though no one may come to kiss it.

With five stars – fingers she hides a strand of white hair
and thus she’s like a negation of her most beautiful self.

3. What is our fault?

Under your tongue hide the thin little dill stems,
the grape seeds and the peach strings.
In the shadow created by your eyelashes
rests a warm earth. I can lie down
and rest without any questions – he said.

Then what is the meaning of this ‘farther away’?
And what is your fault, unsuspecting, to stay with the leaves?
Beautiful and simple in the golden beauty of your warmth?
And what is my fault that I walk in the night
captive of my freedom, he said, I, the punishing, the punished?
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

Image

 

ΥΣΤΕΡ’ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΛΗΜΜΥΡΑ

Κείνες τις μέρες έβρεχε ασταμάτητα. Κατέβαζε πολύ νερό.
Το ποτάμι πλημμύρισε. Δε φαινόταν η γέφυρα.
Κόσμος καθόταν στις όχτες. Περίμεναν. Η βροχή δε σταμάταγε.
Κάποιοι πετούσαν τα βρακιά τους, τα παπούτσια τους, για να
περάσουν το ποτάμι.
Ύστερα μέναν έτσι. Δέν περνούσαν. Κάθονταν στη βροχή γυμνοί
ώσπου νύχτωνε και δεν ξέραμε πια: έμειναν τάχα εκεί; περάσαν
το ποτάμι; πνίγηκαν;

Την άλλη μέρα είχε λιακάδα. Το ποτάμι χαμήλωνε.
Ο έρωτας περνοδιάβαινε στο γεφύρι παίζοντας με τα φύλλα
και πια κανένας δε θυμόταν τα κατορθώματα κείνων που πά-
λεψαν με το νερό
ούτε τα κλάματα κείνων που τους χώρισε το ποτάμι
ούτε κείνους που πνίγηκαν στη νύχτα.

Ένα παπούτσι αρμένιζε ήσυχα μες στο ποτάμι
σα βάρκα ενός πουλιού μες στα παιχνίδια τού νερού και του ήλιου.

 

AFTER THE FLOOD

Those days it rained unceasingly. Torrential rain.
The river flooded. You couldn’t see the bridge.
People stood by the banks. They waited. The rain wouldn’t stop.
Some did away with their underpants and shoes so they
could cross the river.
Then they stayed like that. They didn’t cross. They stayed in the rain
naked until night came and we didn’t know further: did they stay
there? Did they cross? Did they drown?

The next day it was sunny. The river had receded.
Eros went back and forth on the bridge playing with the leaves
and no one remembered anymore the deeds of the ones who fought
the water
neither the cries of those who the river separated
nor those who drowned during the night.

One shoe sailed calmly on the river
like a boat of a bird amid the games of the water and the sun.

 

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

kiki-dimoula
ΚΑΠΟΙΕΣ ΝΥΧΤΕΣ

Τώρα που πίσω από πέλαγα
έχουν χαθεί τα παλαιά μου οράματα
και δεν με φτάνει η μορφή τους
κι η ανάμνησή τους μ’ άφησε

Δεν το `θελα ποτέ
σε τέτοιες σκέψεις να γυρίσω.
Μα είναι νύχτες,
κάποιες ατέλειωτες,
που από τα πέλαγα
όλως ακούραστα
τα παλαιά μου οράματα
τα φέρνω πίσω.

 

SOME NIGHTS

Now that my old visions
have vanished far away in the seas
and their shape can’t reach me
and their memory has left me

I never wished
to return to such thoughts.
Yet during
some endless nights
and almost tirelessly
my old visions
from the far away seas
I recall

~ΕΡΕΒΟΣ-EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis