Posts Tagged ‘naked’

Ritsos_front large

ΠΡΟΣ ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ

Αργά τη νύχτα, που αραιώνει η κίνηση των δρόμων
κ’ οι τροχονόμοι εγκαταλείπουν τις θέσεις τους, αυτός
δεν ξέρει πια τι να κάνει, κοιτάει απ’ το παράθυρο κάτω
την τζαμαρία του μεγάλου καφενείου, χνωτισμένη
απ’ τους ατμούς της αυπνίας, κοιτάει τα γκαρσόνια
φασματικά, διαθλασμένα, ν’ αλλάζουν πίσω απ’ το ταμείο,
κοιτάει τον ουρανό με τις φαρδειές λευκές οπές, απ’ όπου
διακρίνονται οι τροχοί του τελευταίου λεωφορείου. Κ’ ύστερα
αυτό το “τίποτ’ άλλο, τίποτ’ άλλο”. Μπαίνει μέσα
στην ολόγυμνη κάμαρα, ακουμπάει το μέτωπό του
στον ώμο του δικού του αγάλματος (ψηλότερο απ’ το φυσικό)
νιώθοντας τη δροσιά του πρωινού πάνω στο μάρμαρο, ενώ,
κάτω στο προαύλιο με τις σπασμένες πλάκες, οι φύλακες
μαζεύουν τους κομμένους σπάγγους απ’ τα δέματα των εξορίστων.

TOWARD DAWN

Late at night when the traffic slows down
and the traffic wardens leave their posts he
doesn’t know what to do anymore; from his window
he looks down at the big glass of the cafe front steamed up
by the breathing of sleeplessness; he looks at the
spectral, refracted waiters changing clothes behind the cash;
he looks at the sky with its wide white holes
discerning in them the wheels of the last bus. And then
that: “nothing else, nothing else.” He enters
the totally empty room; he leans his forehead
on the shoulder of a statue resembling him (unnaturally taller)
feeling the freshness of morning on the marble while
down in the courtyard with the broken flagstones the guards
gather and cut strings of the packages of the exiled.

~Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Selected Poems/translated by Manolis Aligizakis

 

 

 

!cid_178308138DCA4B20A98C2CCBFAB16FA0@userHP

ΑΣΠΙΣ

Καθώς τό σκουτάρι τοῦ ἥλιου
γκρεμίστηκε στούς πολεμικούς ταρσανάδες της δύσης
λυώνει τῆς μέρας τό πρόσωπο
μιά μούμια πεταμένη στό φῶς.
Τά δέντρα ’κεῖ πού θάψαν τό μπόι τους
στήνουν στά πετεινά παγίδες.
Ἕνα καράβι βουλιάζει στήν στεριά
καί τοῦ δρυμοῦ τά ζουλάπια
ξεστρατίσαν στοῦ πέλαου τίς ὀρεινές
γιδοπατιές.
Βγαίνουν στή φόρα οἱ μαστρωπεῖες τῶν ἄστρων
καί τῆς ρεματιᾶς τό αἷμα
βουίζει γυμνό
σπάζοντας τῶν νερῶν τήν ἐπιδερμίδα.
Ἡ σάρκα τῶν πραγμάτων
δέν ἀγγειάζεται οὔτε μέ τόν βασιλικό.
Τό κορμί μου τοῦ Λινοῦ γδαρμένο κρέμεται
στό κατάρτι τοῦ μεσονυχτιοῦ.

SHIELD

When the shield of the sun
descended to the careenage of the west
the face of day melted
a mummy thrown into the light.
Trees set traps for the birds there
where they buried their heights.
A ship sank into the soil
beasts of the forest
went astray into the mountain
goat paths.
The stars’ procurement is revealed
blood of the ravine
buzzes naked
slashing the skin of the water.
In basil the flesh of things
cannot find refuge
Linos’ skinned body hangs
over the mast of midnight.

 

Cloe and Alexandra_cover_aug265

Στον κινηματογράφο (Χλόης Κουτσουμπέλη)

 

Θα φορώ το καινούργιο κόκκινο παλτό.

Θα φοράς γαλάζιο πουκάμισο και τζην.

Θα παίζει μία από τις αγαπημένες μας ταινίες

τον εραστή ή την Καζαμπλάνκα

ή το Χιροσίμα αγάπη μου.

Εγώ θα κλαίω όπως πάντα.

Εσύ θα μου φιλάς το μέσα ηφαίστειο της παλάμης.

Θα μου χαιδεύεις τα μαλλιά

πολύ απαλά για να μην σπάσουν

επειδή μία μνήμη θροίζει στο μυαλό σου

πως το έχουμε ζήσει όλο αυτό

και πριν, παλιά,

στην Βιέννη αρχές του αιώνα

στην Κων/πολη σε έναν τεκέ

ή ακόμα πιο πίσω σε έναν κήπο.

Το χέρι σου δεν θα αγγίζει το κορμί μου

θα είναι απλώς κομμάτι του

όπως ο ομφαλός

ή μία μοίρα.

Κι έτσι καθισμένοι

ο ένας δίπλα στον άλλο

μέσα στο απόλυτο σκοτάδι

μέσα στο απόλυτο πλήθος

μέσα στο απόλυτο τώρα

θα κολυμπήσουμε μαζί

ο ένας μες στον άλλο.

Και όταν η μαύρη φάλαινα τελικά μας καταπιεί

κοίτα θα πούμε

εκείνη την ημέρα πήγαμε κινηματογράφο.

 

At the Movie Theater (Cloe Koutsoubelis)

I’ll wear the new red overcoat.

You will wear your blue shirt and jeans.

One of our favored films will be shown

the ‘Lover’ or “Casablanka’

or “Hiroshima my Love”.

I shall cry as always.

You’ll kiss the volcano of my palm.

You’ll caress my hair

softly that it won’t break because

a memory fluttering in your mind

that we’ve lived these events

in the past, back then

in Vienna, beginning of the century

in a teke in Konstantinoupoli

or even behind a garden.

Your hand won’t touch my body

it’ll simply be part of it

like the phallus

or one of the Fates

and that way sitting

next to each other

in complete darkness

among all these people

precisely in the now

we’ll swim together

inside each other.

And finally when the black whale swallows us,

look, we shall say,

that day we went to the movie.

 

ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΖΕΥΓΑΡΙ (Αλεξάνδρας Μπακονίκα)

Χάθηκε στην πυκνή βλάστηση
να βρει δρομάκι για τη θάλασσα.
Εμείς σταθήκαμε ψηλά και περιμέναμε.
Ανέβηκε λαχανιασμένος:
«Πάμε παρακάτω, η πλαγιά
είναι απότομη
αλλά ήταν φίνοι, ήταν ωραίοι,
ακάλυπτοι ανάμεσα στα δένδρα
ένα σώμα οι δυο τους,
ενωμένοι.
Σαν πολύτιμο τρόπαιο
της πιο αθώας εξερεύνησης,
μας έδειξε αργότερα το ζευγάρι,
όταν κατέβηκε κι αυτό στην αμμουδιά.

 

THE NAKED COUPLE (Alexandra Bakonika)

He got lost in the lush verdure
trying to find a path to the sea.
We stood somewhere higher and waited.
He climbed back up huffing:
‘Let’ s go further, the slope here
is steep.’
but they were fine, beautiful,
uncovered among the trees
one body the two of them,
joined together.

Like a valued trophy
of the most innocent exploration
he pointed to us the couple later on
when they as well descended to the beach.

~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Translation Manolis Aligizakis

Panoramic view

through your eastern window

towards the plaza where

the naked statue of Eros

gleams in the sunlight

and you feel the urge

to run and cover it with

a white bed-sheet

unstained from last night’s

orgasmic song

shame that young, innocent

children see him

with his wide open eyes

and his discernible erection

Η θέα είναι απερίγραπτη από
το ανατολικό σου παράθυρο

πρός την πλατεία που
το ολόγυμνο άγαλμα του Έρωτα

λαμποκοπά στήν αντηλιά
κι αισθάνεσαι τήν ορμή να

τρέξεις και να τόν καλύψεις
μ’ ενα σεντόνι άσπρο

κι αλέκιαστο απ’ τη
χθεσινοβραδινή συνουσίαση

ντροπή που τ’ άγνωρα παιδιά
έτσι τον βλέπουν

μ’ ολάνοιχτα τα μάτια του
και την ανεπαίσθητή του στύση