Posts Tagged ‘mirror’

!cid_178308138DCA4B20A98C2CCBFAB16FA0@userHP
ΛΑΓΩΟΣ

Τῶν ἱερῶν Ἀγρυπνιῶν στον ναό τῆς Κοίμησης.
Τό μάτι του ξανοιγόταν ἀχάραγο γυαλί
πού νά τό λιμπιστεῖ ἡ Ἄρτεμη κάτοπτρο.
Μεσάνυχτα λάβαιναν μέσα του σχῆμα
τά ἀργυρά νομίσματα τῆς ἀστροφεγγιᾶς
τό δάσος νά πίνει μία – μία τίς ὧρες
κι ὅσες θησαύριζε θημωνιές μέ ὀνείρατα
ἡ σιωπή γαλαθηνή.
Μόνον ὅταν στήν ἄκρη του κλεφτά
χαράχτηκε τό εἴδωλο ἑνοῦ ρήσου πλουμιάρη
ἐπικράνθη ὁ ἄνεμος.
Ἔσπασε ξερά ἡ λαμπήθρα τοῦ ὕπνου
κι ἄστραψε στό σκοτάδι ὁ κόσμος.

RABBIT

During the Holy Vigils at the church of Dormition
his open eyes resembled unscratched glass
that Artemis would wish as mirror.
At midnight the silver coins of starry sky
took shape in his viscera
the forest drank the hours one by one
and all the haystacks treasures of dreams
silence suckled.
But when the idol of the red golden hair
appeared on its side
the wind was embittered.
The dry iris of the day shuttered
and the world shone in the darkness.

~Δημήτρη Λιαντίνη-Οι Ώρες των Άστρων/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis-Hour of the Stars/Translated by Manolis Aligizakis

ritsos front cover

ΠΑΡΑΧΑΡΑΞΗ

Τα άδεια, ανοιχτά συρτάρια μετά την έρευνα.
Το σκοτάδι της κάμαρας με τις βαθειές εισπνοές του καθρέφτη.
Απέναντι η κατάφωτη βιτρίνα του χασάπικου
και το παλιό χειραμάξι με το κέρινο ομοίωμα
του μεγάλου Αλεξάνδρου, χωρίς δόρυ και κράνος,
ανάσκελα πλαγιασμένο στα σάπια πορτοκάλια.

FALSIFICATION

The empty, open drawers after the search.
Darkness of the room with the deep inhaling of the mirror.
Opposite, the fully lit display of the butcher shop
and the old hand-barrow with a wax semblance
of Alexander the Great, with neither spear nor helmet
lying on his back on the rotten oranges.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

George Seferis_cover

ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ

Καί ψυχή

ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν

εις ψυχήν

αυτή βλεπτέον:

τόν ξένον καί τόν εχθρόν τόν είδαμε στόν καθρέφτη.

Ήτανε καλά παιδιά οι συντρόφοι, δέ φωνάζαν

ούτε από τόν κάματο ούτε από τή δίψα ούτε από

       τήν παγωνιά,

είχανε τό φέρσιμο τών δέντρων καί τών κυμάτων

πού δέχονται τόν άνεμο καί τή βροχή

δέχονται τη νύχτα καί τόν ήλιο

χωρίς ν’ αλλάξουν μέσα στήν αλλαγή.

Ήτανε καλά παιδιά, μέρες ολόκληρες

ίδρωναν στό κουπί μέ χαμηλωμένα μάτια

ανασαίνοντας μέ ρυθμό

καί τό αίμα τους κοκκίνιζε ένα δέρμα υποταγμένο.

Κάποτε τραγούδησαν, μέ χαμηλωμένα μάτια

όταν περάσαμε τό ερημόνησο μέ τίς αραποσυκιές

κατά τή δύση, πέρα από  τόν κάβο τών σκύλων

πού γαυγίζουν.

ARGONAUTS

And the soul

if it is to know itself

must look

into its own soul

the stranger and the enemy, we have seen him in the mirror.

 

They were good boys, the comrades, they didn’t complain

about the tiredness or the thirst or

        the frost

they had the behaviour of the trees and the waves

that accept the wind and the rain

that accept the night and the sun

without changing in the middle of change.

They were good boys, for days on

they sweated at the oars with lowered eyes

breathing in rhythm

and their blood reddened a submissive skin.

Sometimes they sang, with lowered eyes

when we passed by the deserted island with the prickly pear trees

toward the west, beyond the cape of the dogs

that bark.

 

Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

George Seferis-Collected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

!cid_73928743-773D-47E5-B066-8F82C0F99FC6@local

ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ

Επέστρεφε συχνά καί παίρνε με,

αγαπημένη αίσθησις επέτρεφε καί παίρνε με—

όταν ξυπνά τού σώματος η μνήμη,

κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στό αίμα

όταν τά χείλη καί τό δέρμα ενθυμούνται,

κ’ αισθάνονται τά χέρια σάν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά καί παίρνε με τήν νύχτα,

όταν τά χείλη καί τό δέρμα ενθυμούνται…

COME BACK

 

Come back often and take me,

beloved sensation, come back and take me—

when the memory in my body awakens,

and the old desire again runs through my blood;

when the lips and the skin remember

and the hands feel as if they were touching again.

Come back often and take me at night,

when the lips and the skin remember…

Ο ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ

Τό πλούσιο σπίτι είχε στήν είσοδο

έναν καθρέπτη μέγιστο, πολύ παλαιό

τουλάχιστον πρό ογδόντα ετών αγορασμένο.

Ένα εμορφότατο παιδί, υπάλληλος σέ ράπτη

(τές Κυριακές, ερασιτέχνης αθλητής),

στέκονταν μ’ ένα δέμα. Τό παρέδοσε

σέ κάποιον τού σπιτιού, κι αυτός τό πήγε μέσα

νά φέρει τήν απόδειξι. Ο υπάλληλος τού ράπτη

έμεινε μόνος, καί περίμενε.

Πλησίασε στόν καθρέπτη καί κυττάζονταν

κ’ έσιαζε τήν κραβάτα του. Μετά πέντε λεπτά

τού φέραν τήν απόδειξι. Τήν πήρε κ’ έφυγε.

Μά ο παλαιός καθρέπτης πού είχε δεί καί δεί

κατά τήν ύπαρξί του τήν πολυετή

χιλιάδες πράγματα καί πρόσωπα

μά ο παλαιός καθρέπτης τώρα χαίρονταν,

κ’ επαίρονταν πού είχε δεχτεί επάνω του

τήν άρτιαν εμορφιά γιά μερικά λεπτά.

THE MIRROR BY THE ENTRANCE

The wealthy house had in its entry way

a huge, quite old mirror;

bought at least eighty years ago.

A very handsome young man, a tailor’s employee,

(on Sundays an amateur athlete)

stood there holding a parcel. He gave it

to a member of the household, who went inside

to get a receipt. The tailor’s employee

was left alone, and waited.

He went close to the mirror and had a look

at himself and he adjusted his tie. Five minutes later

they brought him the receipt. He took it and left.

But the old mirror that had seen and seen,

during its long years of life,

thousands of things and faces;

the old mirror rejoiced now,

and felt proud that it had received

that gorgeous beauty for a few minutes.

Constantine Cavafy-Poems/Translation by Manolis Aligizakis

Κωνσταντίνος Καβάφης-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca

www.ekstasiseditions.com

He stood in the mirror

didn’t dare breath of our air

concerned a bit of his guilt

happy that he stole our joy

totally surprised he was

for the attention we paid

to him, and he knew it

that one day we would find out

he knew all too well, yet

he stood alone in the mirror

like the divisive archangel

his mind run to the borders

where the enemy waited

to learn all the other secrets

all our other sweet secrets