Posts Tagged ‘marble’

Ritsos_front large

 

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

 

Το φως είναι απελπιστικό εδώ πέρα. Τούτος ο μήνας άσπλαχνος

δεν επιτρέπει να μην είμαστε δυο. Δεν επαρκείς.

Ο μονότονος κρότος, τα τράμ που στρίβουν στη γωνία

οι μαρμαράδες που κόβουν την πέτρα στο καταμεσήμερο.

 

Πάνω απ’ τη μάντρα φαίνονται στερεότυπες επιτύμβιες στήλες

μαρμάρινα άνθη, μαρμάρινες κορδέλες

ο μπούστος ενός τραπεζίτη

το πρόσωπο ενός παιδιού σκιασμένο απ’ τη φτερούγα ενός

αγγέλου.

 

Σ’ αυτά τα επαγγελματικά γλυπτά ο αττικός ήλιος βάζει τη

σφραγίδα του,

η σκιά προσθέτει απίθανες προεκτάσεις —

γι’ αυτό διόλου παράξενο που χτες τ’ απόγευμα

γυρίζοντας απ’ το γραφείο στο σπίτι σου

κρατώντας το δίχτυ με το ψωμί και τις ντομάτες

διόλου παράξενο που χτες καθώς έγερνε ο ήλιος

συνάντησες στο αλσύλιο τον μαρμάρινον έφηβο

να σεργιανάει αργά και να χαμογελάει.

 

Κάθησες στο παγκάκι της λίμνης, ρίχνοντας το ψωμί σου στα

χρυσόψαρα, κι’ όλη τη νύχτα

παρ’ όλο που είχες μείνει νηστικός δεν πεινούσες καθόλου.

 

 

 

SUMMER IN THE CITY

 

In this place the light is merciless. This heartless month

doesn’t allow us not to be two. You aren’t enough.

The monotonous clank of the streetcars turning the corner

the marble masons cutting stones in high noon.

 

Above the fence-wall you could see the conventional funerary stele

with marble flowers, marble ribbons

the bust of a banker

the face of a child shadowed by an angel’s

wing.

 

On these professional sculptures the Attic sun incises

its seal,

the shadow adds unbelievable extensions –

so it wasn’t strange at all, that yesterday afternoon

returning home from your office

holding the net with bread and tomatoes

not at all strange that yesterday as the sun went down,

in the small park you met the marble ephebe

slowly sauntering and smiling.

 

You sat on a bench by the lake you threw bread to the goldfish

and all night long

though you didn’t have any food you weren’t hungry at all.

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα, Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Poems, translated by Manolis Aligizakis

www.manolisaligizakis.com

www.libroslibertad.com

Advertisements

ΑΓΡΑΦΗ ΓΡΑΦΗ

Άκουσα να μιλάν με τόνους τραγωδίας σε σαλόνια του1880
Ν΄ αναστενάζουν σ΄ ένα υπνοδωμάτιο ξενοδοχείου αριθμ. 12
Είδα να τρέχει μια γυμνή στο τρίτο πάτωμα του μυαλού μου
Να μουγκρίζουνε δυο τέρατα ανθρωπόμορφα
Να την προκαλούνε – καθώς περνούσε – αδιάντροπα
Χτυπώντας ρυθμικά το πάτωμα με τις ουρές τους
Όταν έπεφτε ψιλή ψιλή βροχή
Στάχτη από ηφαίστειο στόμα γυναικείο
Κράτησα το χέρι ενός τρελόπαιδου που ξεψυχούσε
Στεφάνωσα το αγαπημένο μέτωπο
Με λίγα ξερά και άδεια λόγια παρηγοριάς
(Δε θυμάμαι αν ήταν κορίτσι ή αγόρι
Ο αδικοσκοτωμένος σ’ ένα κομμάτι γης 2×1 ½ μ.)
Τρεις αιώνες πέρασαν πριν γίνουν όλα αυτά
Πριν ν’ αντιγράψω σ’ ένα τετράδιο καθαρό
Τους θρήνους μιας απαρνημένης
Το κλάμα ενός νεογέννητου παιδιού
Ταφές ανθρώπων ζωντανών – νεκρών που ξαναζωντανεύουν
Σχήματα μεταξωτά που αναδιπλώνονται
Ένα πλάσμα που φοβόταν ν’ αγαπήσει
Κομμάτι μάρμαρο από σάρκα
Και τη γραφή την άγραφη
Που είδα γραμμένη στ’ όνειρό μου
Με γράμματα φωτιάς που καίγαν το χαρτί

 

UNWRITTEN WRITING

 

I heard them talking tragically in the living rooms of 1880

to sigh in the hotel bedroom number 12

I saw a naked woman running in the third floor of my mind

two human like monsters that growled

to provoke her — as she walked by them — hitting

their tails on the floor rhythmically

when the light rail fell

ash from a volcano, mouth of a woman

I held the hand of a crazy boy before he died

I crowned the beloved forehead

with a few dry and empty consoling words

(I don’t remember whether it was a boy or a girl

the unjustly killed in a plot of two by one and half meters)

Three centuries have gone before all these happened

before I transcribed in a clean notebook

the lament of the renounced one

the cry of the newborn child

burials of alive men — dead people who reincarnate

silky shapes that fall back

a person who was afraid to fall in love

a piece of marble made of flesh

and the unwritten writing

that I saw written in my dream

with fiery letters that burned the paper.

 

NEOHELLENIC POETRY — AN ANTHOLOGY, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, spring-summer 2017

cavafy copy.jpg

 

ΤΥΑΝΕΥΣ ΓΛΥΠΤΗΣ

Καθώς πού θά τό ακούσατε, δέν είμ’ αρχάριος.
Κάμποση πέτρα από τά χέρια μου περνά.
Καί στήν πατρίδα μου, τά Τύανα, καλά
μέ ξέρουνε κ’ εδώ αγάλματα πολλά
μέ παραγγείλανε οι συγκλητικοί.

Καί νά σάς δείξω
αμέσως μερικά. Παρατηρείστ’ αυτήν τήν Ρέα
σεβάσμια, γεμάτη καρτερία, παναρχαία.
Παρατηρείστε τόν Πομπήϊον. Ο Μάριος
ο Αιμίλιος Παύλος, ο Αφρικανός Σκιπίων.
Ομοιώματα, όσο πού μπόρεσα, πιστά.
Ο Πάτροκλος (ολίγο θά τόν ξαναγγίξω).
Πλησίον στού μαρμάρου τού κιτρινωπού
εκείνα τά κομάτια, είν’ ο Καισαρίων.

Καί τώρα καταγίνομαι από καιρό αρκετό
νά κάμω έναν Ποσειδώνα. Μελετώ
κυρίως γιά τ’ άλογά του, πώς νά πλάσσω αυτά.
Πρέπει ελαφρά έτσι νά γίνουν πού
τά σώματα, τά πόδια των νά δείχνουν φανερά
πού δέν πατούν τήν γή, μόν τρέχουν στά νερά.

Μά νά τό έργον μου τό πιό αγαπητό
πού δούλεψα συγκινημένα καί τό πιό προσεκτικά
αυτόν, μιά μέρα τού καλοκαιριού θερμή
πού ο νούς μου ανέβαινε στά ιδανικά
αυτόν εδώ ονειρευόμουν τόν νέο Ερμή.

 

SCULPTOR OF TYANA
As you may have heard, I am not a beginner.
Some good quantity of stone goes through my hands.
And in my home country, Tyana, they know me
well; and here the senators have ordered
a number of statues from me.

Let me show you
some right now. Have a good look at this Rhea;
venerable, full of forbearance, really ancient.
Look closely at Pompey. Marius,
Aemilius Paulus, the African Scipio.
True resemblances, as true as I could make them,
Patroklos (I’ll have to touch him up a bit).
Close to those pieces
of yellowish marble over there, is Caesarion.

And for a while now I have been busy
creating a Poseidon. I carefully study
his horses in particular, how to shape them.
They have to be so light that their bodies,
their legs, show that they don’t touch
the earth, but run over water.

But here is my most beloved creation,
that I worked with such feeling and great care
on a warm summer day,
when my mind ascended to the ideals,
I had a dream of him, this young Hermes.

images giorgos-8emelis-557x260

“Lone Elegy for Anreas Kalvos” by George Themelis

Forgotten voyager

in stagnant rivers wayfaring at night
you came this fiery dawn lighted
by funerary doves in the heart of winter

bitter and resolute

you spoke in a language speckled like crashed marble
and you only wore the black attire of your mourning loneliness

you gazed the railings of dawn and your heart jumped
from one peak to another, from mountain to mountain
trying to wound the clouds with the clang of the brave bird

Castalian swan

Lonely and unapproachable in your entrenched sorrow
what grief pounded your chest and made it echo
unlike the sound of a sorrowful flute, like the winged thunder

(lethal archer, you who aims with a steady arm
lover of the pure blue, the highest precipice
let me touch your waist like an impious man and
let my fingers be severed and my tongue be slit)

you weren’t meant to walk on land
you were meant to be with the eagles and the lions in the gardens of Muses
where the first flash of the day shines lovingly
where the light-blue of the horizon has never been stained by smoke
and you’re meant to strike and break all the chords of the lyre one by one
and the Muse of Virtue will awake on the bed of the wings
undone and naked to take you
over to the immeasurable void of the heavenly deserts

I bring myrtle and cypress branches

But where can I find your shadow, your humble screen
that keeps the ash of your sleep tightly held in a foreign land?

Perhaps the north wind has taken it, a lucky charm
perhaps the earth has taken it on its marble bed
under the quiet frozen wings of the deep night
that it won’t hear the bubbly glasses amid the smoke and flames
the rushing wind hitting and breaking the window panes

~ From the George Themelis, Collected Poems I, (1969)
~Translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.thepoetsiloved.wordpress.com
Γιώργου Θέμελη ‘Ελεγείο μοναχικό του Ανδρέα Κάλβου’

Λησμονημένος ταξιδευτής.

Οδοιπορώντας μες από νύχτες κι ασάλευτους ποταμούς
Ήρθες το φλογερό ξημέρωμα, που τ’ άναψαν
Μες στου χειμώνα την καρδιά εντάφια περιστέρια.

Πικρός κ’ αλύγιστος.

Μιλούσες μια γλώσσα κατάστικτη σαν τα σπασμένα μάρμαρα
Και δεν φορούσες παρά μονάχα μαύρα, το πένθος της μοναξιάς.

Αγνάντευες ψηλά τα ηώα κάγκελα και πήδαγε η καρδιά σου

Από κορφή σε κορυφή, από ένα βουνόν εις άλλο
Και γύρευε να πλήξει με κλαγγή γενναίου πουλιού τα σύγνεφα.

Καστάλιε κύκνε.

Μοναχικέ κι απρόσιτε μες στην κλειστή σου θλίψη,
Ποια οδύνη σού έσκαφτε το στήθος και τόκανε να ηχεί,
Όχι σαν ήχος λυπημένου αυλού, σαν πτερωτή βροντή.

(Θανάσιμε τοξότη, που σκοπεύεις μ’ εύστοχον χείρα.
Εραστή του καθαρού γαλάζιου και του ψηλού γκρεμού.
Άσε ν’ αγγίξω την καμπύλη σου σαν ένας βέβηλος
Κι ας μου καούν τα δάχτυλα κ’ η γλώσσα ας μου κοπεί.)

Δεν ήσουνα για να πατάς στη γη.

Να τριγυρνάς ήσουν μ’ αετούς και λέοντες στους κήπους των Πιερίδων
Εκεί που φέγγει ερατεινή η πρώτη αρχή της μέρας
Και που καπνός δεν έθλιψε ποτέ το γαλάζιο των αιθέρων.
Και να χτυπάς και να συντρίβεις μίαν προς μίαν της λύρας τις χορδές όλες
Και να ξυπνάει η Μούσα η Αρετή μες απ’ την κλίνη των ανέμων,
Αμάργαρη κι ολόγυμνη, και να σε παίρνει απάνω
Μέσα εις το χάος αμέτρητο των ουρανίων ερήμων.
***

Μυρτιά φέρνω και κλαδιά κυπαρίσσου.

Μα πού να βρω τον ίσκιο σου, την ταπεινή σου οθόνη,
Που σφιχτοκλεί της στάχτης σου εις ξένην γην τον ύπνο.

Ίσως να την επήρε ένας βοριάς και να την έχει γκόλφι,
Ίσως να την επήρε πίσω η γη σε πέτρινο κρεββάτι
Κάτω από τα ήσυχα, παγωμένα, πτερά της βαθιάς νύχτας,
Να μην ακούει τ’ αφρίζοντα ποτήρια μες σε καπνούς και φλόγας,
Τον βίαιο άνεμο που χτυπά και σχίζει τα παράθυρα.
~ Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)
~ From the George Themelis, Collected Poems I, (1969)
~Translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.thepoetsiloved.wordpress.com

!cid_178308138DCA4B20A98C2CCBFAB16FA0@userHP

ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ

Πρωί καί χλιμιντρίζουν τ’ ἄλογα
σκοινιασμένα στούς ἀφρούς τῆς ἀμεταμέλητης θάλασσας.
Βουή ἀπό γυμνά φύλλα τιμωρημένα
μέ σαράντα ραβδισμούς στήν ἀγορά τῶν ἀνέμων
σκαρφαλώνει στήν ὠμοπλάτη της Κυριακῆς
καί τά νερά του Πήλιου.
Ἐδῶ σαρακώνει τῶν ἑρπετῶν ὁ ἰχώρας
τήν μεστή νωχέλεια τῆς γαλήνης
καθώς ἡ σκουριά τίς φλέβες τοῦ μάρμαρου.
Καί τά φτερά τῆς ἀθάλης συντάσσει ὁ καιρός
μέ τά ξανθά ἀετώματα νά ἀντιδικήσουν
τώρα πού στόν ὕπνο τῆς ἐλιᾶς
ἀνυφαίνει ἡ ἀράχνη ἕνα δίχτυ ρυτίδες.
Τῶν ἀγρῶν ὅλοι οἱ μίσχοι λάγνοι
σαλεύουνε καί λούζονται
στήν κολυμπήθρα τῶν σπασμῶν.

CENTAUR

Morning and the horses neigh
tied onto the froth of the impenitent sea.
Rustle of naked leaves, punished
incessantly lashed by the winds
climbs on the shoulder-blade of Sunday
and on the Pelion waters.
Here the blood of serpents poisons
the ripen languor of serenity
like rust the veins of marble.
And time gathers the wings of ash
with the blond gables to debate
now that in the sleep of the olive tree
the spider forms its wrinkly netting.
In the fields the lustful sprouts
quiver and bathe
in the fountain of convulsion.

~Δημήτρη Λιαντίνη-Οι Ώρες των Άστρων/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis-Hour of the Stars/Translated by Manolis Aligizakis