Posts Tagged ‘lust.’

 

kiki-dimoula

ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Σ’ ένα υπόγειο καφενείο
που αφάνεια συμπαθητική προσέφερε,
ώρες μεσημεριάτικες
συντονιστήκαμε.
Σε λίγο
το έντονο του έρωτα φορέσαμε,
που όπως φαίνεται
μας πήγαινε πολύ.
Γιατί μια ζωγραφιά του Αβέρωφ
και μια φωτογραφία του ιδιοκτήτη
(που διέκοπταν ηρωικά
του τοίχου την ανία)
μας έτερπαν περίσσια.

 

NOON

In a basement café
that offered pleasant privacy
around noon
we tuned ourselves.
Soon after
we felt lust taking over us
which suited us well
since an old painting of Averof
and a picture of the owner
(heroically interrupting
the boredom of the wall)
profusely entertained us.

~ΕΡΕΒΟΣ -EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis

Advertisements

palamas
Hedonism
A fleshless string of beads made of songs
I haven’t given you today
with the spells and games of a charmer
I’ll cloy you, my love.

Naked. And like a vine I’ll climb
to taste your body that devours me
the tender hairs of your mound
with my fingers I’ll conflagrate

wine that enraptures and milk that soothes
to sleep, drop by drop I’ll bring,
to moisten you with all my body

and on your white sculptured legs
two vases that drive me crazy,
my honey, like a maniac, at last, I’ll ejaculate.

Ἡδονισμός
Ἀπὸ τραγούδια ἒν᾿ ἄυλο κομπολόϊ
σ᾿ ἐσὲ δὲν ἦρθα σήμερα νὰ δώσω.
Μὲ τὰ παιγνίδια ἐγὼ θὰ σὲ λιγώσω
καὶ μὲ τὰ ξόρκια, ἀγάπη μου, ἑνὸς γόη.
Γυμνοί. Καὶ σὰν κισσὸς θὰ σκαρφαλώσω
γιὰ νὰ φάω τὸ κορμί σου ποὺ μὲ τρώει.
Τοῦ λαγκαδιοῦ σου τὴ δροσάτη χλόη
μὲ τὸ χέρι θρασὰ θὰ τὴν πυρώσω.
Τὸ κρασὶ ποὺ ξανάφτει καὶ τὸ γάλα
ποὺ κοιμίζει, θὰ φέρω στάλα-στάλα,
μ᾿ ὅλο μου τὸ κορμί, νὰ σὲ ποτίσω.
Καὶ στὰ πόδια σου τ᾿ ἀσπροσκαλισμένα,
δύο βάζα ποὺ μοῦ παίρνουνε τὰ φρένα,
στερνὴ μανία τὸ μέλι μου θὰ χύσω.

~Translated by Manolis Aligizakis

cavafy-by-manolis

ΠΟΛΥΕΛΑΙΟΣ

Σε κάμαρη άδεια και μικρή, τέσσαρες τοίχοι μόνοι
και σκεπασμένοι με ολοπράσινα πανιά,
καίει ένας πολυέλαιος ωραίος και κορόνει,
και μες στη φλόγα του την καθεμιά πυρόνει
μια λάγνη πάθησις, μια λάγνη ορμή.

Μές στην μικρή την κάμαρη, που λάμπει αναμένη
από του πολυελαίου την δυνατή φωτιά,
διόλου συνειθισμένο φως δεν είν’ αυτό που βγαίνει.
Γι’ άτολμα σώματα δεν είναι καμωμένη
αυτής της ζέστης η ηδονή.

CHANDELIER

In a small, empty room, just four walls
covered by solid green pieces of cloth,
a beautiful chandelier burns and blazes;
and in each one of its flames kindles
a lascivious passion, a sensual fever.

In the small room, shining brightly
from the chandelier’s strong flame,
a light that is not at all ordinary.
The rapture of its warmth
is not made for timid bodies.

Κ.Π Καβάφη — C.P. Cavafy-Poems
Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη-Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca, 2008
http://www.authormanolis.wordpress.com

DENIAL

Posted: 07/10/2013 by vequinox in Art, Canada, Greek Canadian Writers, Literature, Photos, Poetry
Tags: , , ,

DENIAL

My erotic poem Denial combined with a sensual picture

Cloe and Alexandra_cover_aug265

Ενοχή (της Χλόης Κουτσουμπέλη)

Ένοχη, το ομολογώ.

Tο τελευταίο ποίημα το έγραψα για σένα.
Ελαφρυντικά μου η βροχή,
τα ατέλειωτα τσιγάρα, το αλκοόλ
ίσως και το κορμί σου
ως ανάμνηση αυτού που δεν υπήρξε.
Στην πραγματικότητα έγραφα για τα άλλα
για εκείνη την ιστορία με τον Κήπο,
για το ότι δεν τόλμησες
δεν έμαθες
δεν ρώτησες.
Κι έτσι χθες βράδυ, το ομολογώ
για σένα έγραψα έναν στίχο
γυμνό και λυπημένο
σ’ αυτό το μουτζουρωμένο πάντα ημιτελές

ποίημα της ζωήςμου.

Guilt (By Cloe Koutsoubelis)

I’m guilty, I confess.

The last poem I wrote for you.

Mitigating circumstances: the rain

the endless cigarettes, alcohol

perhaps even your body

as memory of what never happened.

In reality I wrote about some other things

for that story in the Garden,

that you never took the courage

you never learned

you never asked.

And last night, I confess

I wrote a verse for you

sorrowful and naked

in this smudgy always half finished

poem of my life.

 

 

 

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΡΟΥΧΟ (της Αλεξάνδρας Μπακονίκα)

Από καιρό την πολιορκούσε
κι όταν τη βρήκε στην αμμουδιά,
ανάμεσα σε γνωστούς και φίλους
άπλωσε την πετσέτα δίπλα της,
κι όπως ξάπλωναν κοντά, την άγγιξε.
Στάθηκε τυχερός με την άμεση
ανταπόκρισή της: Σηκώθηκε και τον οδήγησε
στο απόκρυφο ακρογιάλι.
Σταμάτησαν απόμερα,
και με την πείρα της στους άνδρες
γνώριζε την έξαψη που προκαλούσε ολόγυμνη,
πέταξε και το τελευταίο ρούχο από πάνω της
και μπαινόβγαινε στο νερό.
Μπαινόβγαινε πολλές φορές
κι επιδειχτικά, σαν να του έλεγε:
«Θα πεθάνεις από λατρεία για μένα».

 

THE LAST GARMENT (by Alexandra Bakonika)

For a long time he had courted her
and when he found her on the beach
among acquaintances and friends,
he spread his towel beside her,
and as they lay very close, he touched her.
He got lucky
and was somehow surprised
by her immediate response:
she stood up and led him
to a secluded beach.
Remote, they stopped
and from experience gained from former
love affairs
she knew the heat
she caused when stark naked.
She threw off the final piece of her garments
and started going in and out of the water.
She got in and out many times
and flamboyantly
as if to tell him:
“ Die wanting me.”