Posts Tagged ‘loneliness’

merging dimensions cover

ΜΟΝΑΞΙΑ

 

Κι έδειξα τον πρώτο μου στίχο στο Δία

 

λεπτό δάχτυλο σαν τετράστιχο

και μάτια επίκεντρο που γίνονταν

καμπάνα που ήχησε τη μοναξιά της

που με πλατειά σόλα βημάτισα

στ’ ολόφρεσκο ανάβαθο νερό

 

ανακριβής η γραμμή του ορίζοντα

ύμνος αμείλικτα υμνούσε υμνοτικούς

εσπερινούς του νου μου διαδρόμους

που διέσχιζαν τ’ αρχαϊκό μου βάθος

πριν απ’ την παρουσία μου στον κόσμο

 

αέρια δηλητηριώδη που σκότωναν

τους στρατιώτες μου σαν διαταγές

παρασημοφορεμένων στρατηγών

και θάνατος που ευλόγησε τα χρόνια

τα μισερά των άτυχων, μοναξιά που γεύτηκα

ανάμεσά τους και στον πρώτο μου στίχο

 

 

LONELINESS

 

And I showed Zeus my first verse

 

my finger-like delicate quatrain

and my eyes that became epicenter

bell that chimed its aloofness

and flat-footed I stepped into

the fresh and shallow water

 

the vague line of the horizon

merciless hymn was hymning hymnal

vespers alike hallways of my mind

traversing my archaic depths

before my advent into this world

 

caustic gases killed my soldiers

orders of generals for valor decorated

and death blessing the short years

of the unlucky, loneliness I felt

among them and in my first verse

THE SECOND ADVENT OF ZEUS, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2016

www.ekstasiseditions.com

www.manolisaligizakis.com

George Seferis_cover

FIRES OF ST JOHN

Our fate, spilled lead, it can’t be altered
you can do nothing about it.
They spilled the lead in the water pitcher under the stars
and let the fires burn.

If you stand naked before the mirror at midnight
you see
you see the man moving through the mirror’s depth
your destined man, who will rule your body
in loneliness and in silence, the man
of loneliness and silence
and let the fires burn.

At the hour when one day ends and the other hasn’t commenced
at the hour when time is stopped
you need to find the man
who now and from the very beginning ruled your body
you must search for him, so that someone else may find him
when you are dead.

It’s the children who light the fires and yell before the fires
in the hot night
(Was there ever a fire not started by a child,
oh, Herostratus)
and they throw salt in the flames to sparkle it
(How strange the houses suddenly stare at us
the crucibles of men, when the gleam of fire
falls on them).

But you who met with the stone’s grace on the sea-whipped rock
the evening when stillness came
you heard from afar the human voice of solitude and silence
in your body
that night of St John
when all the fires went out
and you studied the ashes under the stars.

ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΪ ΓΙΑΝΝΗ
Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ’ αστέρια κι
ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα
βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά
το κορμί σου
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε
το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα `χεις πεθάνει.

Είναι παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν
μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε
κάποιο παιδί, ώ Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα τις φλόγες για να πλαταγίσουν
(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια
τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια
ανταύγεια).

Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο
θαλασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε η γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς
και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Αϊ Γιάννη
όταν έσβησαν όλες τις φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια.
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Ritsos_front large

SKIRMISH

You know the great loneliness of exile
these infuriated seashores that could be ours though
they are foreign
this air that harasses the window shutters
these window shutters that we have never opened
or closed
though they still trust us with all afternoons
ΑΚΡΟΒΟΛΙΣΜΟΣ

Την ξέρεις τη μεγάλη ερημιά της εξορίας
αυτές τις θυμωμένες ακρογιαλιές που μπορεί νάταν δικές μας
κι είναι ξένες
αυτόν τον αγέρα που βασανίζει τα παραθυρόφυλλα
αυτά τα παραθυρόφυλλα που δεν τ’ ανοίξαμε και δεν τα κλείσαμε
ποτέ
και που ωστόσο μας εμπιστεύονται όλα τ’ απογεύματα

Yannis Ritsos-Poems-translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca

 

Image

ΜΟΝΟΤΟΝΙΑ

Τήν μιά μονότονην ημέραν άλλη

μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θά γίνουν

τά ίδια πράγματα, θά ξαναγίνουν πάλι—

η όμοιες στιγμές μάς βρίσκουνε καί μάς αφίνουν.

Μήνας περνά καί φέρνει άλλον μήνα.

Αυτά πού έρχονται κανείς εύκολα τά εικάζει

είναι τά χθεσινά τά βαρετά εκείνα.

Καί καταντά το αύριο πιά σάν αύριο νά μή μοιάζει.

 

 

 

MONOTONY

One monotonous day is followed by

another identical monotonous day.

The same things will happen, they

will happen again—

the same moments will find us and leave us.

A month goes by and brings another month.

It’s easy to see what’s coming next;

those boring things from the day before.

Till tomorrow doesn’t feel like tomorrow at all.

ΑΠ ΤΕΣ ΕΝΝΙΑ—

 

 

Δώδεκα καί μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα

απ’ τές εννιά πού άναψα τήν λάμπα

καί κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς νά διαβάζω

καί χωρίς νά μιλώ. Μέ ποιόνα νά μιλήσω

κατάμονος μέσα στό σπίτι αυτό.

Τό είδωλον τού νέου σώματος μου

απ’τές εννιά πού άναψα τήν λάμπα

ήλθε καί μέ ηύρε καί μέ θύμισε

κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,

καί περασμένην ηδονή—τί τολμηρή ηδονή!

Κ’ επίσης μ’ έφερε στά μάτια εμπρός,

δρόμους πού τώρα έγιναν αγνώριστοι,

κέντρα γεμάτα κίνησι πού τέλεψαν,

καί θέατρα καί καφενεία πού ήσαν μιά φορά.

Το είδωλον τού νέου σώματός μου

ήλθε καί μ’ έφερε καί τά λυπητρεά

πένθη τής οικογένειας, χωρισμοί

αισθήματα δικών μου, αισθήματα

τών πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα καί μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.

Δώδεκα καί μισή. Πώς πέρασαν τά χρόνια.

 

SINCE NINE O’CLOCK

 

 

Twelve-thirty. Time has gone by quickly

since nine o’clock when I lit the lamp

and sat down here. I sat without reading,

and without speaking. Whom would I speak to

alone in this house?

The vision of my youthful body

has come and visited me since nine o’clock

when I lit the lamp and has recalled

closed rooms full of fragrance

and lost carnal pleasure—what bold pleasure!

And it also brought before my eyes,

roads that are now unrecognizable,

taverns full of action that have closed,

and theaters and coffee bars that no longer exist.

The vision of my youthful body

also brought me sad memories;

family mourning, separations,

feelings about loved ones, emotions

of the dead so little appreciated.

Half past twelve. How time has gone by.

Half past twelve. How the years went by.

Ritsos_front large

Πείνα

Πέρασε η νύχτα μπουκωμένη αμίλητο νερό. Τά χαράματα

έλαμψε ο ήλιος μουσκεμένος στά κουλουριασμένα καραβόσκοινα.

Πρόσωπα-σκιές, κατάρτια-σκιές, ταξίδια—

τάδαμε, δέν τάδαμε—δέ χόρτασε η πείνα μας.

 

Κάποιος φώναξε πίσω απ’ τό βουνό, κάποιος άλλος

πίσω απ’ τά δέντρα κι ένας άλλος κι άλλος

σ’ όλο τό μάκρος τού δειλινού—πού νά τρέξουμε;

Πού νά προφτάσουμε; Μήπως είμαστε εμείς πού φωνάζαμε; Καί

        τά βουνά

γίνονταν πιό μεγάλα καί κοφτερά σάν τά δόντια τού πεινασμένου.

 

 

 

Hunger

The night passed its mouth stuffed by speechless water. At

daybreak the sun shone wet on the coiled cables.

Faces – shadows, masts – shadows, voyages –

perhaps saw them, perhaps not – our hunger was never satisfied.

 

Someone yelled behind the mountain, someone else

behind the trees and yet another one

all along the length of sundown – where should we run?

Would we have enough time? Perhaps it is us yelling? And

          the mountains

became bigger and sharper like the teeth of the hungry man.

 

 

 

 

Ένα Πρόσωπο

Είναι ένα πρόσωπο φωτεινό, σιωπηλό, καταμόναχο

σάν ολόκληρη μοναξιά, σάν ολόκληρη νίκη

πάνω στή μοναξιά. Αυτό τό πρόσωπο

σέ κοιτάζει ανάμεσα από δυό στήλες ασάλευτο νερό.


καί δέ γνωρίζεις ποιό απ’ τά δυό σέ πείθει περισσότερο.

 

A Face

 

It is a bright face, silent, all alone

like the entire loneliness, like complete victory

over loneliness. This face

looks at you between two columns of still water

 

and you don’t know which of the two convinces you the most.

 

 

Καλοκαίρι

 

Τά τέσσερα παράθυρα κρεμούν στίς κάμαρες

ομοικατάληκτα τετράστιχα από ουρανό καί θάλασσα.

Μιά παπαρούνα μόνη είναι ένα ρολογάκι

στό χέρι τού καλοκαιριού, νά δείχνει

δώδεκα η ώρα μεσημέρι. Κ’ έτσι νιώθεις

τά μαλλιά σου πιασμένα μές στά δάζχτυλα τού ήλιου

νά σέ κρατάνε ελέυθερο μέσα στό φώς καί στόν αέρα.

 

 

 

Summer

 

The four windows hang rhyming quatrains

made of sky and sea inside the rooms

A lonely daisy is a small wristwatch

on the arm of summer showing

twelve at noon. Thus you feel

your hair entangled in the hands of the sun

keeping you free in the light and in the air.

 

 

~Γιάννης Ρίτσος-“Παρενθέσεις”

~ΜετάφρασηΜανώληΑλυγιζάκη

~Yannis Ristos-“Parentheses”

~Translation by Manolis Aligizakis