Posts Tagged ‘letter’

130679-nanos

Ανοιχτή επιστολή στον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη

Πριν λίγες μέρες ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης έστειλε στον πρωθυ-πουργό επιστολή, στην οποία επισημαίνει τον κίνδυνο που ελλοχεύει απ’ την γιγάντωση του νεοφασισμού στη Ελλάδα. Ο ποιητής επικαλείται τη σχέση του με τον Οδυσσέα Ελύτη ζητώντας του να πάρει αυστηρά μέτρα για το φαινόμενο. Ο πρωθυπουργός του απαντά με μια έκθεση ιδεών επιπέδου πανελλαδικών αποσιωπώντας και κρύβοντας τεχνηέντως τις αιτίες που τον γεννούν και τον διαιωνίζουν. Του Αντώνη Αντωνάκου.

Αγαπητέ Νάνο Βαλαωρίτη

Έχω την εντύπωση πως ο φασισμός δεν πολεμιέται με επιστολές, δελτάρια, υπομνήματα, προσθήκες, αρθράκια, υπογραφές. Ο φασισμός έχει τρυπώσει στα τσιτάτα, στη δουλειά, στα έγγραφα. Είναι η παραμορφωμένη εικόνα του κόσμου που δεν αντιστέκεται. Βρίσκεται στο κύτταρο του μικροαστού που δε θέλει μπελάδες. Τον ακούς και τον βλέπεις δίπλα σου στο δρόμο, στο λεωφορείο, στα μαγαζιά. Είναι ο σιτιστής όλων των ανταγωνισμών που καλλιεργεί η εκκλησία, το σχολείο και το κράτος. Βρίσκεται στα γραμματόσημα, στα παιδικά δωμάτια, στα χαρτονομίσματα.

Ο φασισμός είναι αλληλέγγυος με κάθε εξουσία. Με κάθε παλιμπαιδισμό του εγώ που θέλει κέρδος, δόξα και υστεροφημία. Είναι η διαστροφή των ενστίκτων και η παρακμή της νόησης. Είναι η παράδοξη συνθήκη, που κάνει τους ανθρώπους να λαμβάνουν υπόψη, το πιο στενόκαρδο ιδιωτικό τους συμφέρον, την ίδια στιγμή που η στάση τους καθορίζεται περισσότερο παρά ποτέ από τα μαζικά ένστιχτα. Ένστιχτα διαταραγμένα και αλλοτριωμένα απ’ τις ανάγκες που επιβάλει στις μάζες ο Κυρίαρχος. Καταστάσεις που σημαίνουν σταθεροποιημένη αθλιότητα. Κοινωνίες βασανιστικά αγχωμένες και καταθλιπτικές, έτοιμες να αναγνωρίσουν πάλι την αστική τάξη ως σωτήρα στα όποια δεινά, που η ίδια, ιεροκρυφίως προκάλεσε.

Ο φασισμός πριν φτάσει στα άρβυλα και στα πιστόλια έχει φτάσει στα μυαλά και στις καρδιές. Δεν περιορίζεται με νόμους γιατί γίνεται ο ίδιος νόμος. Είναι η φύση της καταστολής κάθε αιτήματος ελευθερίας απ’ τα δεσμά του άγριου καπιταλισμού, που δεν υπολογίζει την ηθική αξία της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά την επιβίωσή του. Ο φασισμός είναι η επιστράτευση των εργαζομένων με πρόσχημα το δημόσιο συμφέρον. Είναι οι αρλούμπες περί ανάπτυξης και ο ανορθολογισμός. Είναι το άνευ όρων ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου. Είναι οι κορώνες του δοσίλογου Φανούρη που ξεσκατώνει κάθε τόσο την πιο ακραία Θατσερική έκφραση της δεξιάς. Είναι οι φτωχοί και οι πεινασμένοι, τους οποίους μπουκώνει ο χοντρόκωλος κλήρος με συσσίτια. Είναι τα λουκέτα στα μαγαζιά και στα σπίτια. Οι ανασφάλιστοι χωρίς γιατρό και φάρμακο. Τα χαράτσια, οι φόροι, οι απειλές και οι εκβιασμοί. Τα λεηλατημένα ασφαλιστικά ταμεία, η ανασφάλιστη εργασία, η ανεργία που σπάει κόκαλα. Οι αυτοκτονίες, τα σπίτια δίχως ρεύμα και τα υποσιτισμένα παιδιά. Οι ληστείες, οι βιασμοί, η ανασφάλεια, ο φόβος, ο ρατσισμός. Τα χέρσα χωράφια, οι ποσοστώσεις στην παραγωγή, τα μεταλλαγμένα. Τα ΜΑΤ, τα δακρυγόνα, οι πλαστικές σφαίρες, τα ρόπαλα, το ξύλο, η τρομοκρατία. Φασισμός είναι η συμμετοχή σε πολέμους, σε νατοϊκές αποστολές, σε πολεμικές βάσεις ολέθρου και γενοκτονιών.

Φασισμό εκπέμπουν τα ραδιόφωνα και οι τηλεοράσεις. Οι καλοταϊσμένοι δημοσιογράφοι. Οι ορντίναντσες του συστήματος. Οι βαθύπλουτοι επικριτές του ανέργου με τα προγούλια και τη φωνή που γουργουρίζει απ’ το λίπος και την καλοζωία. Οι χειραγωγοί της γνώσης, της κρίσης και της αντίστασης. Ο φασισμός είναι τρυπωμένος στα τοπικά μέσα ενημέρωσης που σαπουνίζουν τους όρχεις του κρατικού διαχειριστή, του παράγοντα, του βουλευτή, του δημάρχου, του ψωνισμένου πολιτευτή. Φασισμός είναι η στρατηγική επιλογή των κομμάτων εξουσίας να χειραγωγήσουν καταλυτικά το συνδικαλιστικό κίνημα δίνοντας κυβερνητικό επιστατικό ρόλο στις ηγεσίες του.

Φασισμός είναι να σε θέλουν σαν κάποιον που ενώ δεν λειτουργεί το πεπτικό του σύστημα, να ονειρεύεται το τι φαγητό θα του μαγειρέψουν. Να σου προσφέρουν σαν ελπίδα και προοπτική την ένταξή σου στην Μανωλάδα των επιμορφωτικών τους προγραμμάτων και της απασχολησιμότητας. Φασισμός είναι η καλλιέργεια στη μεγάλη μάζα των εργαζομένων της νοοτροπίας της συντεχνίας και του εμφυλίου.  Έμπορος κατά δημόσιου υπαλλήλου. Φορτηγατζής κατά αγρότη. Αγρότης κατά λιμενεργάτη. Με το κάτσε φρόνιμα, βολέψου γιατί αλλιώς θα καταστραφείς και πάει λέγοντας.

Για το φασισμό όμως έχει τεράστιες ευθύνες κι ένα μεγάλο κομμάτι του λαού που:
•        Έχοντας σαν μόνη ιδεολογία το συρταράκι του και την τσέπη του, επέλεξε την ατομική πορεία πιστεύοντας ο αφελής ότι θα επιζήσει όταν αντιμετωπίζει τον συνάνθρωπο ως ανταγωνιστή, αντίπαλο και εμπόδιο για τον ατομικό του πλουτισμό.
•       Αδιαφορεί και χλευάζει κάθε σκέψη και πρόταση για κοινή δράση και στάση, εξαπολύοντας μύδρους κατά πάντων την ώρα που αποχαυνωμένος παρακολουθεί τηλεόραση ή χαζολογά στην καφετέρια.
•       Γλύφει τρέχοντας οιονδήποτε πιστεύει ότι μπορεί να εξασφαλίσει θεσούλα στο παιδί του, καταγγέλλοντας όλους όσους ζητάν πολιτικές που θα εξασφαλίσουν δουλειά σε όλα τα παιδιά.
•       Χρηματίζει και λαδώνει για να πέσει στα μαλακά, χαρακτηρίζοντας μαλάκες όσους προτείνουν αγώνα, κατάληψη και απεργία για τη παιδεία, την υγεία, το φορολογικό, την αδικία, τον εκβιασμό, τα χαράτσια.
•       Τα χώνει κάτω από το τραπέζι για την επιδότηση και την ένταξη στο πρόγραμμα, το μαϊμουδίστικο χαμηλότοκο και την ίδια ώρα φτύνει όσους ζητάν αξιοπρεπείς μισθούς και συντάξεις για τους εργαζόμενους.
•       Εύχεται καλή επιτυχία και δηλώνει στήριξη σε όποιον διεκδικεί εξουσία.

Αυτός δυστυχώς ο μικρός , το ψώνιο, ο υστερόβουλος, ο ραγιάς, αυτός ο Χατζιαβάτης των εξουσιών και των μηχανισμών, αυτός ο εκλεκτός της αγοραίας δημοσιογραφίας, αυτός ο χειροκροτητής του κάθε ενός που είναι επάνω, αυτός ακριβώς είναι που κι ο ίδιος σαν εκλεγμένος ή ψηφίζοντας, δίνει την δυνατότητα σε άτομα σαν αυτόν, με τέτοια χαρακτηριστικά, να εκλέγονται  και να διοικούν.

Αγαπητέ Νάνο Βαλαωρίτη

Το ξέρω πως το ξέρεις, πως αυτό το διεφθαρμένο σύστημα που τρέφεται απ’ τις σάρκες μας γεννά το φασισμό. Πως η Χρυσή Αυγή είναι η στρατιωτική έκφραση των απόψεων του Πάγκαλου, του Βενιζέλου, του Σαμαρά και του Στουρνάρα. Πως τώρα εσύ, εγώ, εμείς, τρώμε τα κουφέτα απ’ τον κοινοβουλευτικό γάμο της φιλελεύθερης κυράς που ονομάζεται υπεραξία και του υπερτροφικού μπρατσωμένου γόη που ονομάζεται φασισμός. Στο χέρι μας είναι να μην αφήσουμε το ανδρόγυνο να γεννοβολήσει άλλον ένα καταστροφικό πόλεμο, σπέρνοντας όλεθρο κι ανθρώπινα κουφάρια όπως στο παρελθόν.

Advertisements

kiki-dimoula

THE LETTER

The post-man
carrying my hope in his steps
brought an envelope
with your silence.
My name was written with forgetfulness
my address an inexistent street.
The post-man, however
discovered it retreating on my face
gazing the windows that stooped with me
to read my hands
that were already preparing an answer.
I’ll open it with my patience
and with my sadness
I’ll copy your unwritten words.
I’ll answer tomorrow
sending you my picture.
I’ll place some wilted clover on my lapel
with the locket of a crash
engraved in the chest.
And I’ll hang on my ears — think of it —
your silence.

ΓΡΑΜΜΑ

Ο ταχυδρόμος,
σέρνοντας στα βήματά του την ελπίδα μου
μου `φερε και σήμερα ένα φάκελλο
με τη σιωπή σου.
Τ’ όνομά μου γραμμένο απ’ έξω με λήθη.
Η διεύθυνσή μου ένας ανύπαρκτος δρόμος.
Όμως ο ταχυδρόμος
τον βρήκε αποσυρμένο στη μορφή μου,
κοιτώντας τα παράθυρα που έσκυβαν μαζί μου,
διαβάζοντας τα χέρια μου
που έπλαθαν κιόλας μιαν απάντηση.
Θα τον ανοίξω με την καρτερία μου,
και θα ξεσηκώσω με τη μελαγχολία μου
τ’ άγραφά σου.
Κι αύριο θα σου απαν΄τησω
στέλνοντάς σου μια φωτογραφία μου.
Στο πέτο θα έχω σπασμένα τριφύλλια,
στο στήθος σκαμμένο
το μενταγιόν της συντριβής.
Και στ’ αυτιά μου θα κρεμάσω — συλλογίσου —
τη σιωπή σου.
~ΕΡΕΒΟΣ-EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis

93119261_134154321279

Seasons 2

III

Because you couldn’t decide to leave
because you didn’t feel guilty for any bitterness
because of some tears still fresh
for your old disease you don’t count on
stooped with no lamp over the night again
under the dead roofs of the city
longing for a dawn they had promised you
you’ve travelled for years yearning for a letter
-your viscera full of sins, the guilt-
a morbid extinguished date
no one met me like the past anymore
(nor anyone really longed for dawn)
the way I stayed too that night
foreign and forgotten by everybody
alone only with your company
-with you, being away for so long-
a real stranger in this old café
the way I was alone one night
in this old café
for the whole night in the sleepy café
for one night, in the dirty harbour of Pireus

~Manolis Anagnostakis, Seasons 2, 1948

Εποχές 2

III
Έτσι όπως πια δεν το αποφάσιζες να φύγεις
Για κάθε πίκρα σου μη νιώθοντας οδύνη
Για κάποια δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμα
Για μιαν αρρώστια σου παλιά μη λογαριάζεις
Σκυμμένος πάλι μες στη νύχτα χωρίς λάμπα
Κάτω απ’ τις στέγες τις νεκρές της πολιτείας
Προσμένοντας μια Αυγή που σου ’χαν τάξει
Χρόνια ταξίδεψες διψώντας κάποιο γράμμα
-Μέσα σου πλήθος τ’ αμαρτήματα, τις τύψεις-
Με μια σβησμένη νοσηρή χρονολογία
Κι ούτε κανείς πια δε μ’ αντάμωσε σαν πρώτα
(Ούτε κανείς, αλήθεια, πρόσμενε να φέξει)
Έτσι όπως έμεινα κι εγώ τότε μια νύχτα
Ξένος ολότελα κι απ’ όλους ξεχασμένος
Με τη δική σου μοναχά τη συντροφιά
-Με σένα τόσα χρόνια μακριά μου-
Ξένος πολύ μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Έτσι όπως έμεινα μονάχος κάποια νύχτα
Μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Στο νυσταγμένο καφενείο όλη τη νύχτα
Στου Πειραιά, νύχτα, το βρώμικο λιμάνι
~Manolis Anagnostakis, Seasons 2, 1948

35774-tl

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ

     Έφυγε ξαφνικά μιά μέρα τού φθινοπώρου, πάνω στό τραπέζι

είχε αφήσει ένα γράμμα, “μή μέ διώξεις” έγραφε, καί μιλούσε γιά

ένα μακρύ ακατοίκητο προαίσθημα, τά φώτα ήταν όλα αναμμένα

στό σπίτι, γιά νά μήν καταλάβω πώς, ίσως, δέν είχε έρθει ποτέ,

ενώ πλάι στό γράμμα είχε ακουμπήσει τό μυστήριο τού θανάτου

του, πού οι αράχνες τό `χαν κιόλας σκεπάσει, “πώς μέ βρήκες, μού

λέει, εγώ δέν υπήρξα”, “γι’ αυτό” τού λέω, κι ήταν σάν νά `χαμε

γεννηθεί καί μεγαλώσει σ’ ένα αμάξι, πού έτρεχε μές στό ανατρί-

χιασμα τών δρόμων,

      μά ούτε καί μπορούσα νά παλέψω μ’ αυτήν τήν πρόσοψη τού

σπιτιού, πού οι τοίχοι του φαγωμένοι κατέβαιναν βαθύτερα απ’ τό

αίμα μου, μές στό σκοτάδι τής νύχτας.

THE VISITOR’S LETTER

     Suddenly on an autumn day he left, on the table he left a letter

“don’t send me away” it read and spoke of a deep inhabitable

emotion; in the house all the lights were turned on that I wouldn’t

understand, that perhaps, he had never come, while next to the letter

he had left the mystery of his death, already covered by cobwebs,

“how you found me?” he said to me, “I never existed”, “for this”

I said and it was as if we were born and raised in a carriage that run

into the shivering roads,

       yet I still couldn’t fight against this facial of the house,

its walls, ravaged, dived deeper than my blood in the darkness

of the night.

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα/Tasos Livaditis-Selected Poems

Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca