Posts Tagged ‘leaves’

cover

ΠΟΛΛΑ χρόνια πέρασαν. Μάχες χαμένες κι άλλες που τις κερδί-
σαμε
χωρίς ποτέ να το μάθουμε, και πάντα η λησμονιά και τα φύλλα
που έπεφταν.
Αλλά θα `ρθει μια μέρα που θα κλείσουμε ειρήνη με το όνειρο,
αιώνια κυνηγημένοι — ώσπου τη νύχτα ήταν αδύνατο να μην τους
συγχωρήσεις.
Κι αχ, μόνο μ’ αυτό ζήσαμε, μ’ αυτό που δε θα βρει κανείς ποτέ
μέσα στις ιστορίες μας.
MANY years went by. Battles we lost and others that we
won
without ever being informed of it and always forgetfulness
and the falling leaves.
However a day will come when we’ll make peace with
the dream
we the forever persecuted — until at night it was impossible not
to forgive them.
And, ah, only with this we’ve lived, what one will never find
in our stories.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Advertisements

 

Salvatore_Quasimodo_1959
THE TALL SCHOONER

When birds came to stir the leaves
of the bitter trees beside my house
(blind nocturnal birds
boring their nests in the barks)
I faced the moon
and saw a tall schooner.

At the island’s rim the sea was salt;
the earth extended, ancient conches
glittered thrust into the rocks
on the roadstead of dwarf lemon trees.

And I told my love (my child was stirring in her,
And, for that, she had the sea within her soul continuously):
“I’m tired of all these wings that beat
in time to oars, and of the owls
that howl a dog’s lament
when wind of moon is in the cane brakes.
I want to leave I want to leave this island.”
And she: “O love, it’s late: let’s stay.”

Then slow I set myself to count
the strong surges of sea waterπουλιά,φύλλα,ανακατεύ
the air bore up into my eyes
from the mass of the tall schooner.

Η ΨΗΛΗ ΣΚΟΥΝΑ

Όταν τα πουλιά ήρθαν να ταράξουν τα φύλλα
των πικρών δέντρων δίπλα στο σπίτι μου
(τυφλά νυκτόβια πουλιά που έσκαβαν
τις φωλιές τους στη φλούδα των δέντρων)
αντίκρυσα το φεγγάρι
κι είδα μια ψηλή σκούνα
στην άκρη του νησιού η θάλασσα ήταν αλάτι
η γη προεξείχε, αρχαία κοχύλια
έκαναν τα βράχια να γυαλίζουν
στο αγκυροβόλιο των νάνων λεμονιών
και στην αγαπημένη μου είπα (το παιδί μου κουνιόταν μέσα της
και γι’ αυτό είχε πάντα τη θάλασσα στην ψυχή της):
«με κούρασαν αυτά τα φτερά που ηχούν
στο ρυθμό των κουπιών και των κουκουβαγιών
που αλυχτούν του σκύλου το μοιρολόϊ
καθώς ο αγέρα του φεγγαριού παίζει στα καλάμια.
Θέλω να φύγω, θέλω να φύγω απ’ το νησί τούτο»
Και μου `πε: «Ω, αγάπη μου, είναι αργά. Ας μείνουμε.»

Τότε αργά αργά έρχισα να μετρώ
την ψηλή παλλίροια της θάλασσας
ο αγέρας έφερε στα μάτια μου
απ’ τη μεριά της ψηλής σκούνας.

~Salvatore Quasimodo, translated from the English, my Manolis Aligizakis

Μουσείο Βατικανού

Ντά Βίντσι, Ραφαήλ, Μικελάντζελο, — πώς κλείσαν

τούς πιό μεγάλους ουρανούς στό ανθρώπινο πρόσωπο, στό ανθρώπινο σώμα,

νύχια ποδιών καί χεριών, φύλλα καί άστρα, θηλές, όνειρα, χείλη, —

τό κόκκινο καί τό γαλάζιο, τό απτό καί τό ασύλληπτο. Απ’ τό άγγιγμα ίσως

αυτών τών δακτύλων νά γεννήθηκε καί πάλι ο κόσμος. Η απόσταση

ανάμεσα σ’ αυτά τά δάχτυλα μετράει μέ ακρίβεια ακόμη

τήν έλξη τής γής καί τή διάρκεια.

Δέν αντέχω — είπε—

τόση ομορφιά καί τόση αμαρτωλή αγιότητα. Θά βγώ στόν άσπρο εξώστη

νά κανπνίσω συνέχεια δεκαπέντε τσιγάρα, αποθαυμάζοντας από ψηλά

τή θέα τής Ρώμης, βλέποντας κάτω τά μεγάλα λεοφωρεία

ν’ αδειάζουνε τσαμπιά τουρίστες στά προπύλαια τού Μουσείου,

σπάζοντας μέ τά δυό μου ΄δαχτυλα μέσα στήν τσέπη τού παντελονιού μου

ένα σωρό κλεμμένες οδοντογλυφίδες, σάν νά σπάζω

όλους τούς ξύλινους σταυρούς όπου σταυρώθηκαν οι ανθρώπινες επιθυμίες.

~Ρώμη, 18.ΙΧ.78

 

Vatican Museum

da Vinci Raphael Michelangelo, – how they incised

the greatest skies in the human face, in the human body

toenails and fingernails, leaves and stars, nipples, dreams, lips, –

to red and the light blue the tangible and the inconceivable. Perhaps from

touching of these two fingers the world was reborn. The space

between these two fingers still measures accurately

the earth’s pull and duration.

I can’t bear it – he said –

so much beauty and so much sinful sanctity. I’ll go out to the white

balcony and smoke fifteen cigarettes in a row, marveling at the

view of Rome from high above looking at the big buses below

unloading bunches of tourists at the Museum’s front

breaking with my two fingers in my pants pocket

a bunch of stolen toothpicks, as if I would break all

the wooden crosses where all human desires were crucified.

             

                                                                                            ~Rome, 18-9-78

~translation Manolis Aligizakis

~Yannis Ritsos-Poems”  www.libroslibertad.ca

Στήν Οδό πού δέν ονομάστηκε “οδός Παζολίνι”

Πλατύ πρωινό τής Ρώμης πού πλαταίνει τό σύμφωνο λάμδα

μές στίς φωνές τών μικροπωλητών, στά λάστιχα τών έοφωρείων,

καί στή σιωπή τών αγαλμάτων.

Ώχρα σκιασμένη στίς ανατολικές προσόψεις

τών μαγαζιών καί τών μεγάρων. Πόρτες καί πόρτες

συγκρατούν τά ημικύκλια τών ίσκιων σ’ ένα κ ά π ο τ ε. Παράξενο,

— είπε —

σέ μιάν αρχαία πολιτεία, μέ κόκκινα σκοτεινά χρώματα,

νά υπάρχουνε παιδιά κρατημένα απ’ τό χέρι τής μάνας τους

σ’ αυτούς τούς πολυσύχναστους δρόμους, κάτω από αναρίθμητα παράθυρα,

εδώ

πού ο Παζολίνι σεργιανούσε τίς νύχτες του, — Στρατσιόνε Τέρμινι, εδώ

πού σ’ ένα υπαίθριο σανιδένιο κιόσκι ένας χοντρός σύγχρονος Νέρων

πουλούσε στούς περιηγητές πολύχρωμα φουλάρια. Αγόρασα ένα κόκκινο

τό `δεσα στό λαιμό μου, καί καταμεσής τού δρόμου σφύριξα:

Ε μ π ρ ό ς  τ ή ς  γ ή ς  ο ι  κ ο λ α σ μ έ ν ο ι,  Ε μ π ρ ό ς  τ ή ς  γ ή ς

ο ι  κ ο λ α σ μ έ ν ο ι.

~Ρώμη, 18.ΙΧ.78

The Street That Was Not Named “Pasolini Street”

Wide morning in Rome that widens the consonant l

amid the vendors yelling, the tires of buses

and the statues’ silence.

Ocher shadowed in the eastern facades

of stores and buildings. Doors and doors uphold

the semicircles of shadows at one time. Strange –

he said –

in an ancient city, with red and dark yellow colors

to find children held by their mother’s hand

in these very busy streets, under the countless windows,

here

where Pasolini saunter in the night – Termini Station, here

in an outdoor wooden kiosk a contemporary fat Nero was

selling colorful scarves to tourists. I bought a red one

and tied it around my neck and in the midst of the street I whistled

C o m e  o n  a l l  t h e  e a r t h’ s  s i n f u l, C o m e  o n  a l l  t h e

e a r t h’ s  s i n f u l

 

                                                                               ~Rome, 18-9-78

~Translation, Manolis Aligizakis

~“Yannis Ritsos-Poems” www.libroslibertad.ca