Posts Tagged ‘island’



When birds came to stir the leaves
of the bitter trees beside my house
(blind nocturnal birds
boring their nests in the barks)
I faced the moon
and saw a tall schooner.

At the island’s rim the sea was salt;
the earth extended, ancient conches
glittered thrust into the rocks
on the roadstead of dwarf lemon trees.

And I told my love (my child was stirring in her,
And, for that, she had the sea within her soul continuously):
“I’m tired of all these wings that beat
in time to oars, and of the owls
that howl a dog’s lament
when wind of moon is in the cane brakes.
I want to leave I want to leave this island.”
And she: “O love, it’s late: let’s stay.”

Then slow I set myself to count
the strong surges of sea waterπουλιά,φύλλα,ανακατεύ
the air bore up into my eyes
from the mass of the tall schooner.


Όταν τα πουλιά ήρθαν να ταράξουν τα φύλλα
των πικρών δέντρων δίπλα στο σπίτι μου
(τυφλά νυκτόβια πουλιά που έσκαβαν
τις φωλιές τους στη φλούδα των δέντρων)
αντίκρυσα το φεγγάρι
κι είδα μια ψηλή σκούνα
στην άκρη του νησιού η θάλασσα ήταν αλάτι
η γη προεξείχε, αρχαία κοχύλια
έκαναν τα βράχια να γυαλίζουν
στο αγκυροβόλιο των νάνων λεμονιών
και στην αγαπημένη μου είπα (το παιδί μου κουνιόταν μέσα της
και γι’ αυτό είχε πάντα τη θάλασσα στην ψυχή της):
«με κούρασαν αυτά τα φτερά που ηχούν
στο ρυθμό των κουπιών και των κουκουβαγιών
που αλυχτούν του σκύλου το μοιρολόϊ
καθώς ο αγέρα του φεγγαριού παίζει στα καλάμια.
Θέλω να φύγω, θέλω να φύγω απ’ το νησί τούτο»
Και μου `πε: «Ω, αγάπη μου, είναι αργά. Ας μείνουμε.»

Τότε αργά αργά έρχισα να μετρώ
την ψηλή παλλίροια της θάλασσας
ο αγέρας έφερε στα μάτια μου
απ’ τη μεριά της ψηλής σκούνας.

~Salvatore Quasimodo, translated from the English, my Manolis Aligizakis



The most wise and pious of the Greek letters Andreas Laskaratos wrote in his Mysteries of Kefalonia (his home island) that Christian men pretend they are god abiding and church attending Christians all year long only to be in secret antichristian and atheists. And this of course can be equally applied to society especially to the master of the house. I mean master of the house the one who pretends all year long to be faithful to his wife man and in secret he always is an horny peeper. The same way the leftist pretends all year long to be a true supporter of the leftist ideals only in secret to be a libertarian, self-centered, biased, arriviste and hypocrite. But of course we live in a society where the secret isn’t secret anymore and its magic baffles the masses with stories and commercials of academic ingenuity. Here everything becomes obvious appearing on the television screen and I mean the events, the celebrities the common people and all most importantly the pussy analysis. Passing a bottle of vodka before the eyes of a nun you discover a sadistic maniac in leather underwear who at random whips chained naked men. The magic screen of television reveals every secret. It lowers everyone’s panties. And lowering the panties of a person speeds the process of everything. Therefore it degrades. And as the old wise villager said, comrades this year we’ve voted more times than we’ve fucked.

~Translated by Manolis Aligizakis

Έγραψε ο πανοσιολογιότατος των γραφών Αντρέας Λασκαράτος στα Μυστήρια της Κεφαλονιάς, πως ο χριστιανός όλον το χρόνο υποκρίνεται χριστιανικότητα, και μόνον εις το κρυφό είναι αντίχριστος και άθεος. Και θα μπορούσα κοινωνικώς να επεκτείνω τούτη τη φράση για το νοικοκύρη. Λέγοντας πως ο νοικοκύρης όλο το χρόνο υποκρίνεται νοικοκυροσύνη και μονογαμία, και μόνον εις το κρυφό είναι ανοικοκύρευτος και καυλωμένος μπανιστιρτζής. Και λέγοντας επίσης πως ο αριστερός όλο το χρόνο υποκρίνεται αριστεροσύνη, και μόνον εις το κρυφό είναι νεοφιλελεύθερος, ατομιστής, παρτάκιας, αριβίστας, υποκριτής. Αλλά βεβαίως ζούμε σε καιρούς που το κρυφό γίνεται ευκόλως φανερό και η τέχνη του να γαληνεύεις τις μάζες με παραμύθια πέρασε στα χέρια του ακαδημαϊκού της διαφήμισης. Κι εδώ φανερώνονται όλα με μιας, περνώντας το γυαλί της τηλεόρασης πάνω απ’ τα πράγματα και τα πρόσωπα και τις περισπούδαστες καταστάσεις και τις κλαψομούνικες αναλύσεις. Περνώντας το μπουκάλι της βότκας μπροστά απ’ την καλόγρια θα δεις μιαν αφηνιασμένη θηριοδαμάστρια με πέτσινα εσώρουχα να μαστιγώνει αλυσοδεμένα αρσενικά. Ο μαγικός φακός φανερώνει το κρυφό. Ξεβρακώνει. Και το ξεβράκωμα επιταχύνει τις εξελίξεις. Τουτέστιν αποδομεί. Κι όπως αναφώνησε γέρος σοφός εις ορεινό χωρίον, εφέτος σύντροφοι ψηφίσαμε περισσότερες φορές απ’ όσες γαμήσαμε.


Δημοσιεύτηκε 1 minute ago από τον χρήστη selana


“It was a Dream”
First was the heat, then the damn dream that found
him this dawn talking to himself; sweaty he walked down the
stairs looking around, his nose like a hound, as if some bad omen
lurked in the corners of the room. He rushed to the garden. Soon
it’ll be daylight soon! He thought, taking courage in the doubtful
projection. The lights shone at the far end of the sea on the opposite
shore. Everything was undisturbed, the island, the lighthouse
with its signals, the little moon, the far away songs of the drunks.
He threw himself on a chair and recalled the dream that filled him
with agony.
He was a tailor — in fact he is a tailor, a very talented one.
Though it was like a dream where he worked, a shadow approached
and froze him to death. An old man in rags, with a toothless
smile looked at him: “sew me something, young man, I’m about to
travel!” Hairs floated over his shiny head. He took out of his coat
something rectangular and showed it to the tailor. It was a bar of
gold. “Young man, I have no time to spare, I’m about to travel” he
yelled in his ear.
“The way you look, the only place left for you is the other world.”
“That’s what I mean”, the old man agreed.
“Damn you, you want me to sew you a shroud?” The tailor was
The horrible image took a step and sat opposite him: “a long
shroud with deep pockets to put in them all my treasures! I’ve
lived a miserable life. I have turned all I amassed into this: gold!
This life is too short” he stretched his bony finger showing
upward, “the other is more important. I want to take it all with
me and I want you to sew me a shroud with deep pockets.” He
widened his soulless eyes. “Hurry, otherwise I’ll take you with
The tailor felt a chill and his chest got heavy. He wanted to cry
out but his voice wasn’t there. With eyes glued to the out of this
world eyes of the old man he managed to at last wake up in the
condition we found him earlier.


~Book can be purchased at

Smashwords –
Amazon Canada – –
Kobo –
Barns and Noble –