Posts Tagged ‘horses’

Ritsos_front large

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ

 

Σ’ αυτό το αέτωμα τί ωραία που συμπλέκονται άνθρωποι κι άλογα—

μέλη γυμνά, γωνίες, καμπύλες, οι θεσπέσιες στάσεις των ποδιών

οι χαίτες,

τα μάρμαρα αναπνέουν, αχνίζουνε στον ήλιο. Ένα άλογο αφηνιάζει,

πηδάει το φράχτη, τριποδίζει. Πίσω του τρέχουν νεαροί επαρχιώτες

βγαίνοντας απ’ τα λαϊκά λουτρά. Τ’ άλογο φτάνει στ’ ακρογιάλι,

υψώνει το λαιμό, κοιτάει τη θάλασσα, ο ορίζοντας σπιθίζει,

ένα πλοιάριο μ’ εκδρομείς περνάει άκρη άκρη, παίζουν κιθάρες

ρίχνουν ποτήρια στο νερό, σαλεύουνε μαντίλια. Ο θάνατος

ανύπαρκτος μέσα στη διαφάνειά του, εδώ που βασιλεύει

το απόλυτο λευκό, κι ένα άλογο παρατηρεί την απεραντωσύνη,

ενώ στο πίσω αριστερό του πόδι το κομμένο του σκοινί σα βραχιόλι.

 

~Αθήνα, 30-12-79

 

 

HELLENIC LINE

 

On this pediment how nicely the people entangle with the horses –

naked limbs, corners, contours, the exquisite leg positions,

the manes;

the marbles breathe, steam in the sunshine. One horse bolts,

jumps over the fence, canters. Behind it run young provincial men

coming out of common baths. The horse reaches the shore

raises its neck, looks at the sea; the horizon sparkles;

a small craft with vacationers goes by; edge to edge guitars are played;

they toss glasses in the water, they wave handkerchiefs. Death is

inexistent in its diaphaneity, here, where the absolute white reigns,

and a horse observes the immenseness, while on

its left hind leg the severed rope shines like a bracelet.

 

~Athens, 30-12-79

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2011

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2011

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

Advertisements

cavafy copy

THE HORSES OF ACHILLES

When they saw Patroklos dead
who was so brave and strong and young
the horses of Achilles began to cry;
their immortal nature was outraged
at the sight of this work of death.
They reared up and tossed their long manes
they stamped the ground with their hooves and mourned
Patroklos whom they felt was soulless — devastated —
lifeless flesh now — his spirit gone —
defenseless — without breath —
returned from life to the great Nothing.

Zeus saw the tears of the immortal
horses and felt sad. He said, “At the wedding of Peleus
I shouldn’t have acted so mindlessly;
it would have been better if we had not given you away
my unhappy horses! What need did you have to be
down there among miserable humans, playthings of fate.
You whom death cannot ambush, you who will never grow old
you are still tormented by disaster. People
have entangled you in their suffering.” — But
for the endless calamity of death
those two noble animals shed their tears.

ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ

Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος
άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
Τινάζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο — αφανισμένο
μια σάρκα τώρα ποταπή — το πνεύμα του χαμένο
ανυπεράσπιστο — χωρίς πνοή—
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.

Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
είπε «δεν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα να κάμω
καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
δυστυχισμένα! Τί γυρεύατ’ εκει χάμου
σταν άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι ανθρώποι.»—Ώμως τα δάκρυά των
για του θανάτου την παντοτεινή
την συμφορά εχύνανε τα δυο τα ζώα τα ευγενή.

~Constantine Cavafy, Selected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, 2013

Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, 2013

 ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ

         Τόν Πάτροκλο σάν είδαν σκοτωμένο,

    πού ήταν τόσο ανδρείος, καί δυνατός, καί νέος

    άρχισαν τ’ άλογα νά κλαίνε τού Αχιλλέως

         η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε

γιά τού θανάτου αυτό τό έργον πού θωρούσε.

Τινάζαν τά κεφάλια των καί τές μακρυές χαίτες κουνούσαν

    τήν γή χτυπούσαν μέ τά πόδια, καί θρηνούσαν

τόν Πάτροκλο πού ενοιώθανε άψυχο—αφανισμένο—

μιά σάρκα τώρα ποταπή—τό πνεύμα του χαμένο—

         ανυπεράσπιστο—χωρίς πνοή—

εις τό μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ τήν ζωή.

         Τά δάκρυα είδε ο Ζεύς τών αθανάτων

    αλόγων καί λυπήθη. «Στού Πηλέως τόν γάμο»

    είπε «δέν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα νά κάμω

         καλύτερα νά μήν σάς δίναμε άλογά μου

    δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου

στήν άθλια ανθρωπότητα πούναι τό παίγνιον τής μοίρας.

         Σείς πού ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ γήρας

    πρόσκαιρες συμφορές σάς τυραννούν. Στά βάσανά των

    σάς έμπλεξαν οι ανθρώποι.»—Ώμως τά δάκρυά των

         γιά τού θανάτου τήν παντοτεινή

    τήν συμφορά εχύνανε τά δυό τά ζώα τά ευγενή.

 

THE HORSES OF ACHILLES

              When they saw Patroklos dead,

       who was so brave, and strong, and young,

       the horses of Achilles began to cry;

              their immortal nature was outraged

       at the sight of this work of death.

They reared up, and tossed their long manes,

       they stamped the ground with their hooves, and mourned

Patroklos, whom they felt was soulless—devastated—

lifeless flesh now—his spirit gone—

              defenseless—without breath—

returned from life to the great Nothing.

              Zeus saw the tears of the immortal

       horses and felt sad. He said, “At the wedding of Peleus

I shouldn’t have acted so mindlessly;

              it would have been better if we had not given you away,

       my unhappy horses! What need did you have to be

down there among miserable humans, playthings of fate.

              You whom death cannot ambush, who will never grow old,

you are still tormented by disaster. People

have entangled you in their suffering.”—But

       for the endless calamity of death,

those two noble animals shed their tears.

 

Η ΠΟΛΙΣ

 

Είπες  «Θά πάγω σ’ άλλη γή, θά πάγω σ’ άλλη θάλασσα.

Μιά πόλις άλλη θά βρεθεί καλλίτερη από αυτή.

Κάθε προσπάθεια μου μιά καταδίκη είναι γραφτή

κ’ είν’ η καρδιά μου—σάν νεκρός—θαμένη.

Ο νούς μου ώς πότε μές στόν μαρασμό αυτόν θά μένει.

Όπου τό μάτι μου γυρίσω, όπου κι άν δώ

ερείπια μαύρα τής ζωής μου βλέπω εδώ,

πού τόσα χρόνια πέρασα καί ρήμαξα καί χάλασα.»

Καινούριους τόπους δέν θά βρείς, δέν θάβρεις άλλες θάλασσες.

Η πόλις θά σέ ακολουθεί. Στούς δρόμους θά γυρνάς

τούς ίδιους. Καί στές γειτονιές τές ίδιες θά γερνάς

καί μές στά ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.

Πάντα στήν πόλι αυτή θά φθάνεις. Γιά τά αλλού—μήν ελπίζεις—

δέν έχει πλοίο γιά σέ, δέν έχει οδό.

Έτσι πού τή ζωή σου ρήμαξες εδώ

στήν κώχη τούτη τήν μικρή, σ όλην τήν γή τήν χάλασες.

THE CITY

You said:  “I’ll go to another land, to another sea;

I’ll find another city better than this one.

Every effort I make is ill-fated, doomed;

and my heart —like a dead thing—lies buried.

How long will my mind continue to wither like this?

Everywhere I turn my eyes, wherever they happen to fall

I see the black ruins of my life, here

where I’ve squandered, wasted and ruined so many years.”

New lands you will not find, you will not find other seas.

The city will follow you. You will return to the same streets.

You will age in the same neighborhoods; and in these

same houses you will turn gray. You will always

arrive in the same city. Don’t even hope to escape it,

there is no ship for you, no road out of town.

As you have wasted your life here, in this small corner

you’ve wasted it in the whole world.

ΤΡΩΕΣ

Είν’η προσπάθειές μας, τών συφοριασμένων

είν’ η προσπάθειές μας σάν τών Τρώων.

Κομμάτι κατορθώνουμε  κομμάτι

παίρνουμ’ επάνω μας κι αρχίζουμε

νάχουμε θάρρος καί καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει καί μάς σταματά.

Ο Αχιλλεύς στήν τάφρον εμπροστά μας

βγαίνει καί μέ φωνές μεγάλες μάς τρομάζει.—

Είν’ η προσπάθειές μας σάν τών Τρώων,

Θαρούμε πώς μέ απόφασι καί τόλμη

θ’ αλλάξουμε τής τύχης τήν καταφορά,

κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,

η τόλμη κ’ η απόφασίς μας χάνονται

ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει

κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε

ζητώντας νά γλυτώσουμε μέ τήν φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,

στά τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.

Τών ημερών μας αναμνήσεις κλαίν κ’ αισθήματα.

Πικρά γιά μάς ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.

 

TROJANS

Our efforts are like those of the unfortunate;

like the efforts of the Trojans.

We succeed a bit; we regain

our confidence; and we start feeling

brave and having high hopes.

But always something comes up and stops us.

Achilles appears in front of us in the trench

and with loud shouts frightens us back.—

Our efforts are like those of the Trojans.

We think that with resolution and boldness

we can reverse the downhill course of fate,

and we stand outside ready to fight.

But when the great crisis comes,

our boldness and resolution vanish;

our soul is shaken, paralyzed;

and we run around the walls

trying to save ourselves by running away.

And yet our fall is certain. High up,

on the walls, the dirge has already started

mourning memories and auras of our days.

Priamos and Ekavi weep bitterly for us.

~English Translation by Manolis Aligizakis