Posts Tagged ‘horse’

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

 

Απουσία

Το ξύλινο άλογο, η ξύλινη βασίλισσα, ο ξύλινος πύργος, τα δέντρα
επάνω σε άσπρα και μαύρα πλακάκια, χαραγμένα με ακρίβεια,
η πειθαρχία των ξύλινων στρατιωτών. Πρωτοβουλίες ελαττωμένες.
Η σκακιέρα αφημένη στην ταράτσα. Υγρασία. Ένα φεγγάρι
μιας επίπλαστης άνοιξης κ’ η αρχαία κουκουβάγια. Τα χέρια,
τα αντίπαλα και ισόπαλα, μετέωρα στον αέρα, αόρατα, ενωμένα
σε χειραψία καταναγκαστική μιας μοιρασμένης, ανύπαρκτης νίκης
επάνω απ’ το κενό, το μετρημένο δήθεν. Οι δυο παίκτες
ίσως περάσαν στο λουτήρα. Ακούγεται θόρυβος νερού. Ο υπη-
ρέτης
βγαίνει με το μεγάλο κηροπήγιο, τ’ ακουμπάει στο τραπέζι,
κάθεται στη βαθειά πολυθρόνα, βγάζει τόνα του παπούτσι,
κλείνει τα μάτια, αφουγκράζεται τις νυχτοπεταλούδες πλάι στη
φλόγα,
τα γλιστερά σκουλήκια κάτω απ’ το χώμα, ανάμεσα στις ρίζες,
ανοίγει τα μάτια, κοιτάει το κερί, βγάζει και τ’ άλλο του παπούτσι.
Absence

The wooden horse, the wooden queen, the wooden tower, the trees
on the white and black tiles, accurately incised,
the discipline of wooden soldiers. Reduced initiatives.
The chess set left on the terrace. Moisture. There’s a moon
of affected spring and the ancient owl. The hands
opposing and of equal strength, hovering, invisible, united
in a coerced handshake of a shared, inexistent victory
over the void, the measured void, supposedly. The two players
perhaps went to the bathroom. Sound of water is heard. The
servant
comes out with a big candleholder, places it on the table,
he sits in the posh armchair, takes off one of his shoes,
closes his eyes, listens carefully to the moths around
the flame,
the slimy worms under the soil, amid roots,
opens his eyes, looks at the candle and takes off his other shoe.
~Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

Advertisements

Tasos Livaditis_Vanilla

SILENT FACES

“Don’t go”, I say to him, but he had already started along with
the other convicts; he only left behind his hand that often held me
by the edge of the bridge; a sick horse was rotting away on the side
of the road and at night I would hear the weathervane helping it to
turn to the other side
I remembered the first night when we buried father — oh, how
I hated him for the role of the servant he played, opening our door
to the great darkness
forlornness and only the cracked walls made visible the horrible
silent faces we often pass by.
There I lived so lonely that I heard the other voices and when
night came the dead stole my blanket and lied outside the door
until the new day broke and the rooster’s call was crucified
over my body.

ΒΟΥΒΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

“Μή φεύγεις” του λέω, μα εκείνος είχε κιόλας ξεκινήσει με τους
άλλους καταδίκους, μου άφησε μόνο το χέρι του, που συχνά με
κράτησε στην άκρη της γέφυρας, ένα άρρωστο άλογο σάπιζε στην
άκρη του δρόμου, και τις νύχτες άκουγα τους ανεμοδείχτες που το
βοηθούσαν ν’ αλλάξει πλευρό,
θυμήθηκα το πρώτο βράδυ που θάψαμε τον πατέρα — πως τον
μισούσα γι’ αυτόν το βρόμικο ρόλο του υπηρέτη που έπαιξε, ανοί-
γοντας την πόρτα μας στο μεγάλο σκοτάδι,
ερημιά, και μόνο οι ραγισμένοι τοίχοι άφηναν να φαίνονται τα
φοβερά, βουβά πρόσωπα, που περνάμε κάποτε πλάι τους.
Εκεί έζησα τόσο μονάχος, που άκουσα τις άλλες φωνές, κι όταν
νύχτωνε, οι νεκροί μου κλέβαν την κουβέρτα και πλάγιαζαν έξω
απ’ την πόρτα, ώσπου ξημέρωνε και σταυρωνόταν πάνω μου το
λάλημα του πετεινού.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

ritsos front cover

Ο χωροφύλακας περνάει μέ τό βραδινό συσσίτιο στήν καραβάνα του

η χλαίνη του χτυπάει στόν άνεμο σά λαμαρίνα στόν προσφυγικό

      συνοικισμό.

Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους μέσα σ’ ένα απόγευμα πού

     ανάβουν τά φώτα τόσο νωρίς

όταν τό μαγκάλι ανάβει στήν ξώπορτα τού φτωχόσπιτου

όταν μιά μακριά ουρά από κόκκινες σπίθες τινάζεται στόν άνεμο

καί θά μπορούσε νάναι ένα άλογο πού καλπάζει στά παραμύθια

ένα άλογο πού μπορείς καί σύ κι εγώ νά καβαλλικέψουμε

καί νά μάς πάει όπου θέμε—σ’ ένα χωράφι παπαρούνες

όπου γελάνε τά κορίτσια—όπου θέμε—ένα άλογο—

 

Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους όταν εσύ κι εγώ πεινάμε

όταν διψάμε χώρια είτε μαζί—τό ίδιο διψάμε,

τί μάς χωρίζει; νάσαι σύ ο φρουρός καί γώ ο εξόριστος

όταν η λέξη μητέρα ξέρουμε κ’ οι δυό μας τί θά πεί

όταν οπαγώνουν τ’ αυτιά καί τών δυονώ μας μέ τόν άνεμο

κι όταν στήν τσέπη μας κρατάμε λίγα χρώματα απ’ τό δείλι

σάν τά χαρτνομίσματα μιάς άλλης εποχής πού δέν μπορείς μ’ αυτά

     ν’ αγοράσεις τίποτα στίς μέρες μας;

 

The policeman goes by with the evening meal in his mess tin

his greatcoat flaps in the wind like sheet metal in the refugee

       settlement.

Then what separates people in this afternoon when the lights

      are turned on so early

when a brazier is put on in the front door of the poor dwelling

when a long tail of red sparkles blows up in the wind

and it could be a horse galloping in fairy tales

a horse that you and I can ride on

and it can take us wherever we want – to a poppy field

where girls laugh – whatever we want – one horse –

Then what separates people when you and I are hungry

when we thirst together or on our own – we thirst the same way

what separates us? That you are the guard and I am the exiled

when we both know the meaning of the word mother

when both our ears freeze by the wind

and when we hold a few colors of dusk in our pockets

like money of another era that can’t buy you

      anything these days?

Γιάννη Ρίτσου-Ακροβολισμός/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Skirmish/Translated by Manolis Aligizakis

ΒΟΥΒΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

     “Μή φεύγεις” τού λέω, μά εκείνος είχε κιόλας ξεκινήσει μέ τούς

άλλους καταδίκους, μού άφησε μόνο τό χέρι του, πού συχνά μέ

κράτησε στήν άκρη τής γέφυρας, ένα άρρωστο άλογο σάπιζε στήν

άκρη τού δρόμου, καί τίς νύχτες άκουγα τούς ανεμοδείχτες πού τό

βοηθούσαν ν’ αλλάξει πλευρό,

      θυμήθηκα τό πρώτο βράδυ πού θάψαμε τόν πατέρα — πώς τόν

μισούσα γι αυτόν τό βρόμικο ρόλο τού υπηρέτη πού έπαιξε, ανοί-

γοντας τήν πόρτα μας στό μεγάλο σκοτάδι,

      ερημιά, καί μόνο οι ραγισμένοι τοίχοι άφηναν νά φαίνονται τά

φοβερά, βουβά πρόσωπα, πού περνάμε κάποτε πλάι τους.

     Εκεί έζησα τόσο μονάχος, πού άκουσα τίς άλλες φωνές, κι όταν

νύχτωνε, οι νεκροί μού κλέβαν τήν κουβέρτα καί πλάγιαζαν έξω

απ’ τήν πόρτα, ώσπου ξημέρωνε καί σταυρωνόταν πάνω μου τό

λάλημα τού πετεινού.

SILENT FACES

    “Don’t go”, I say to him, but he had already started along with

the other convicts, he just left behind his hand that often held me

by the edge of the bridge, a sick horse was rotting away on the side

of the road and at night I would hear the weathervane helping it to

turn to the other side,

     I remembered the first night when we buried father—oh, how

I hated him for the role of the servant he played, opening our door

to the great darkness,

    forlornness, and only the cracked walls made visible the horrible

faces, the silent faces we often pass by.

    There I lived so lonely, that I heard the other voices, and when

night came, the dead stole my blanket and lied outside the door

until the new day broke and the rooster’s call was crucified

on top of my body.

Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ   

      Συχνά τή νύχτα, χωρίς νά τό καταλάβω, έφτανα σέ μιά άλλη

πόλη, δέν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, πού ονειρευόταν κάποτε νά

γίνει μουσικός, καί τώρα καθόταν μισόγυμνος μές στή βροχή — μέ

τό σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στά γόνατά του ένα παλιό,

φανταστικό βιολί, “τό ακούς;” μού λέει, “ναί, τού λέω, πάντα τό

άκουγα”,

     ενώ στό βάθος τού δρόμου τό άγαλμα διηγόταν στά πουλιά τό

αληθινό ταξίδι.

THE MUSICIAN

      Often during the night, without noticing it, I’d arrive to another city,

where there would be no other but an old man who dreamed that someday

he’d become a musician, and now half naked he sat in the rain—with

his coat he had covered on top of his knees an old, imaginary violin,

“do you hear it?” he says to me, “yes, I say to him, “I have

always heard it”,

     while at the far end of the road the statue narrated the true voyage

tothebirds.

Τάσος Λειβαδίτης/Νυχτερινός Επισκέπτης-Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis/Night Visitor-Translation by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca