Posts Tagged ‘horns’



Here the heavenly horns of the sea hunted the goats
and the four-fold snout of the night rattled
inflaming the tentacles of deep sea
broken branches of the southwestern wind and sirocco
and in the middle that tree
of Abessalom.
Here the tropic craters shone
burning the forests of exalted reefs and
slicing the bread of the fog at midnight
months cross-legged
yellow chasms and red-golden cracks
smell of sulphur. The light is out.
Here we sat and lamented the leadership
and domesticated animals of old days.
Oh, uncalculated turn, geometric order
where we’ve lived under full sail listening to fairy tales and
the nightingale songs of water mills
where we’ve lived page by page counting the immovable mountains
or retaining the lecythus of calm
amidst the loose hair of the Aegean horn
during the third century of the glaucus dynasty
with signalmen surveying the map of the tempest
at the gateless foreheads
the sun strikes the quarries of green
like a wing over the ancient neighborhood
with canaries on the garden fence.
How have we lived?
Time fulfilled and time that fulfills and
deciphers the ancient writings and oracles and
the fire-emitting birds it calls to emigrate
sent by chrysanthemums from the other slope
that the mythic clang repatriates unbroken and
again it transforms into the steady triumphal
march of the legions.
There where the musical pleats of summer
once shone.


Ἐδῶ πού κυνηγῆσαν τίς αἶγες τοῦ πέλαγου οὐράνια κόρνα
καί τά τετράδυμα ρύγχη τῆς νύχτας κροτάλιζαν.
Ριπίζοντας τά πλοκάμια τοῦ πόντου
τά σπασμένα κλαδιά τοῦ γαρμπῆ καί τοῦ σορόκου
καί κεῖνο στή μέση τό δέντρο
τοῦ Ἀβεσαλώμ.
Ἐδῶ πού ἀστράβαν οἱ τροπικοί κρατῆρες
τά δάση τεφρώνοντας μετάρσιων ὑφάλων
καί τόν ἄρτο κόβανε τῆς ὀμίχλης μεσάνυχτα
σταυροπόδι οἱ μῆνες.
Ρωγμές κίτρινες καί φλογωπές καί χάσματα
ἀπό ὀσμές θείου. Σκοτωμένο φῶς.
Ἐδῶ ἐκαθήσαμε καί ἐκλάψαμε παλαιῶν ἡμερῶν
τίς ἡγεμονίες καί τά ζώδια κατοικίδια.
Ὦ τροπές ἀλογάριαστες σέ τάξη γεωμετρική.
Πού ζήσαμε
ἀκούγοντας παραμύθια πλησίστια
καί τόν ἀηδονισμό τῶν νερόμυλων.
Πού ζήσαμε
τό νόημα τῶν βουνῶν ἀσάλευτων φυλλομετρώντας
ἤ πού τή λήκυθο φυλάγοντας τῆς νηνεμίας
καταμεσίς στή λυσίκομη πιλαλίστρα τοῦ Αἰγαίου.
Τόν τρίτο αἰῶνα τῆς δυναστείας τοῦ γλαυκοῦ.
Μέ τούς σηματωρούς στά ἀπύλωτα μέτωπα
νά ἀνασκολπίζουν τόν χάρτη τῆς καταιγίδας
καί σάν φτερούγα ὁ ἥλιος τίς γειτονιές τίς πρῶτες
καί τά λατομεῖα τοῦ πράσινου κρούγοντας.
Μέ τις ἀκανθυλλίδες στό κηπαῖο συρματόπλεγμα.
Πῶς ζήσαμε.
Καιρός πού πληρώνεται καί καιρός που πληρώνει.
Τίς ἀρχαῖες ἀποσφραγίζοντας γραφές καί τίς μαντεῖες
καί τά πυρφόρα πουλιά σέ ἀποδημία καλεῖ
ἀπό τό ἀντιπρανές σταλμένα τῶν χρυσανθέμων.
Ὅτι ἄσπαστη παλινοστεῖ ἡ μυθική κλαγγή
καί τόν θρίαμβο πάλι
στό βαθύ βημάτισμα μεταμορφώνει τῶν λεγεώνων.
Ἐκεῖ ὅπου ἔφεγγαν ἄλλοτε
μουσικές σκίζες τό καλοκαίρι.

HOURS OF THE STARS, Translated by Manolis Aligizakis, Libros libertad, Vancouver, BC



Water-well springs to the foreground the matador’s blood that decorates goring horns of the bull and another opulent song dances on the white petals of the gardenia flower: save this moment before the irresistible Hades walks your way.

—You need to dig the garden but you watch TV all day long.

I drink the traditional bitter coffee while you lay in the coffin like a definition of exactly the opposite you ought to be yet when my time will arrive to fit in the width and length of the same casket you won’t return to drink my bitter coffee.

—You remember when you went hunting and the car engine froze on you?

Hoarfrost of April still around when the heartless Hades pierces my heart, the first swallows dance in the air and my mother covered the red eggs of Easter under the kitchen towel hiding them from my eyes.

—Get up and take the garbage to the sidewalk, you lazy bum.

And I beg Hades to bring you back to me, my beloved. His sardonic laughter a macabre omen and in the form of a song he whispers.

—Since I’ve left you alone your other half I needed to take: to balance the universe.


Απ’το πηγάδι πηγάζει η ζωή του ταυρομάχου που το αίμα του στολίζει τα κέρατα του ταύρου που τον κάρφωσαν και τ’ οπάλινο τραγούδι χορεύει στα λευκά της γαρδένιας πέταλα: κράτησε τη στιγμή αυτη προτού ο ευδιάθετος Χάρος σε επιλέξει.

—Πρέπει να σκάψεις τον κήπο κι εσύ όλη μέρα χαζεύεις την τηλεόραση.

Πίνω τον παραδοσιακό πικρό καφέ κι εσύ κείτεσαι στο φέρετρο, ακριβής ορισμός του αντίθετου που μέλλουσουν να γίνεις κι όταν η ώρα μου έρθει κι εγώ να μετρήσω το μάκρος και το πλάτος του φερέτρου αυτού εσύ δεν θα `σαι `κει να πιεις τον πικρό καφέ σου.

—Θυμάσαι τότε που πήγες κυνήγι κι η μηχανή του αυτοκινήτου πάγωσε απ’ την παγωνιά;

Παγωνιά του Απρίλη που ο άκαρδος Χάρος την καρδιά μου πλήγωσε, τα πρώτα χελιδόνια χορεύουν στον αέρα κι η μάνα μου σκέπασε με μια πετσέτα τα κόκκινα Πασχαλινά αβγά για να τα κρύψει απ’ τα δυο λαίμαργά μου μάτια.

—Σήκω και βγάλε τα σκουπίδια στο δρόμο, τεμπέλη.

Κι εγώ το Χάρο παρακαλώ να σε γυρίσει πίσω, αγαπημένη μου. Γελά σαρδόνια και σαν τραγουδιστά μου ψυθιρίζει

—Σου χάρισα τη ζωή. Το έτερό σου ήμυσι έπρεπε να πάρω την ισορροπία να διατηρήσω.

~ OF REMORSES and REGRETS, Collection in progress, Vancouver, BC, 2015