Posts Tagged ‘harmonica’

images

 

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΗ ΣΑΛΠΙΓΓΑ

 

Άν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την πας ως την άκρη του κόσμου.
Να την κάνεις περιπατητικὸ αστέρι ή ξύλα
αναμμένα για τα Χριστούγεννα-στο τζάκι του Νέγρου
ή του Έλληνα χωρικού. Να την κάνεις ανθισμένη μηλιὰ
στα παράθυρα των φυλακισμένων. Εγὼ
μπορεί να μην υπάρχω ως αύριο.
Άν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την κάνεις τις νύχτες
ορατὲς νότες, έγχρωμες,
στον αέρα του κόσμου.

Να την κάνεις αγάπη.

 

 

THE BOY WITH THE HORN

 

If you could be heard

I would give you my soul

to take it to end of the world

to create a peripatic star of it

or wood for the fireplace of the negro

and the Hellene villager during Christmas

to make of it a bloomed almond tree

next to the window of the prisoner.

 

I perhaps won’t be around tomorrow.

 

If you could be heard

I would give you my soul

to turn it into visible

colorful music night notes

playing in the air of the world.

 

To turn it into LOVE

 

 

Nικηφόρου Βρεττάκου, NEOHELLENIC POETRY-AN ANTHOLOGY, Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2017

Advertisements

ritsos front cover

Απόγευμα

Τό απόγευμα είναι όλο πεσμένους σουβάδες, μαύρες πέτρες, ξερά

        αγκάθια.

Τό απόγευμα έχει ένα δύσκολο χρώμα από παλιά βήματα πού

       μείναν στή μέση

από παλιά πιθάρια θαμμένα στήν αυλή, καί πάνω τους η κούραση

       καί τό χορτάρι.

Δυό σκοτωμένοι, πέντε σκοτωμένοι, δώδεκα—πόσοι καί πόσοι.

Κάθε ώρα έχει τό σκοτωμένο της. Πίσω απ’ τά παράθυρα

στέκουν  αυτοί πού λείπουν καί τό σταμνί μέ τό νερό πού δέν ήπιαν.

Κι αυτό τό αστέρι πού έπεσε στήν άκρη τής βραδιάς

είναι σάν τό κομμένο αυτί πού δέν ακούει τά τριζόνια

πού δέν ακούει τίς δικαιολογίες μας—δέν καταδέχεται

ν’ ακούσει τά τραγούδια μας—μονάχο, μονάχο,

μονάχο, αποκομμένο, αδιάφορο γιά καταδίκη ή γιά δικαίωση.

Afternoon

The afternoon is full of fallen plaster, black stones, dry

          thorns.

The afternoon has a difficult color of old footsteps stopped

          halfway

of old storage jars buried in the yard and over them tiredness

          and grass.

Two people killed, five killed, twelve – so many, so many.

Each hour has its own killed person. Behind the windows

stand the ones who left and the pitcher with water they didn’t drink.

And this star that fell at the edge of the evening

is like the severed ear that cannot hear the crickets

that cannot hear our excuses – it disdains

to hear our songs – alone, alone,

alone, detached, indifferent to condemnation or justification.

Κατανόηση

Κυριακή. Γυαλίζουν τά κουμπιά στά σακκάκια

σά μικρά γέλια. Τό λεωφορείο έφυγε.

Κάτι εύθυμες φωνές—παράξενο

νά μπορείς ν’ ακούς καί ν’ αποκρίνεσαι. Κάτω απ’ τά πεύκα

ένας εργάτης μαθαίνει φυσαρμόνικα. Μιά γυναίκα

είπε σέ κάποιον καλημέρα—μιά τόσο απλή καί φυσική

       καλημέρα

πού θάθελες κ’ εσύ νά μάθεις φυσαρμόνικα κάτω απ’ τά πεύκα.

Όχι διαίρεση ή αφαίρεση. Νά μπορείς νά κοιτάζεις

έξω από σένα—ζεστασιά καί ησυχία. Νά μήν είσαι

“μονάχα εσύ”, μά “καί εσύ”. Μιά μικρή πρόσθεση,

μιά μικρή πράξη τής πρακτικής αριθμητικής, ευκολονόητη,

πού κ’ ένα παιδί μπορεί νά τήν πετύχει παίζοντας στό φώς

       τά δάχτυλά του

ή παίζοντας αυτή τή φυσαρμόνικα γιά ν’ ακούσει η γυναίκα.

Understanding

Sunday. Buttons of coats shine

like small laughter. The bus is gone.

Some cheerful voices – strange

that you can hear them and you can answer. Under the pine trees

a worker is trying to learn harmonica. A woman

said good morning to someone – so simple and natural good

        morning

that you too would like to learn to play harmonica under the pine trees.

Neither division nor subtraction. To be able to look outside

yourself – warmth and serenity. Not to be

“just you” but “you too”. A small addition,

a small act of practical arithmetic easily understood

that even a child can successfully do by playing with his fingers

        in the light

or playing this harmonica so the woman can hear it.

Γιάννης Ρίτσος- Εκλεγμένα Ποιήματα, Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Selected Poems, Translation by Manolis Aligizakis

www.ekstasiseditions.com

Κάποιος είχε πολλούς πεθαμένους.

Έσκαβε το χώμα, τούς έθαβε μόνος του.

Πέτρα τήν πέτρα, χώμα τό χώμα

έφτιαξε ένα λόφο.

Πάνου στό λόφο

έφτιαξε τήν προσηλιακή καλύβα του.

 

Ύστερα χάραξε δρομάκια

φύτεψε δέντρα

προσεχτικά, γεωμετρικά, συλλογισμένα.

Τό μάτι του χαμογελούσε.

Τό χέρι του δέν έτρεμε ποτέ.

Ο λόφος.

 

Εκεί ανεβαίνουν τ’ απογεύματα τής Κυριακής

οι μητέρες σπρώχνοντας τά καροτσάκια τών παιδιών τους

οι εργάτες τής συνοικίας μέ πλυμένο πουκάμισο

να λιαστούν καί ν’ανασάνουν λίγο αέρα.

Εκεί τά ζευγαράκια σεργιανάνε τό απόβραδο

μαθαίνουν νά διαβάζουν τ’ αστέρια.

Κάτου απ’ τά δέντρα ένα παιδί παίζει μιά φυσαρμόνικα.

Ο λεμοναδάς διαλαλεί τίς γκαζόζες του.

 

Πάνου στό λόφο, όλοι ξέρουν

πώς είναι πιό κοντά στόν ουρανό.

 

Όμως κανένας δέν ξέρει πώς έγινε ο λόφος,

κανένας δέν ξέρει πόσοι κοιμούνται στά σπλάχνα τού λόφου.

 

 

~Γιάννης Ρίτσος

 

Someone had a lot of dead people

He dug the ground he buried them himself

Stone by stone earth on earth

he built a hill

On top of the hill

he built his cabin facing the sun

 

After that he opened pathways

he planted trees

carefully geometrically thoughtfully

His eye was always smiling

His hand wasn’t trembling

The hill

 

There on Sunday afternoons mothers climb

pushing their baby carriages

the workers of the neighborhood in clean shirts

go there to sunbathe and breath some fresh air

There at twilight pairs in love saunter

and learn to read the stars

Under the trees a child plays harmonica

The pop vendor yells about his lemonade

 

On the hill they all know

that they are closer to the sky

 

But no one knows how the hill was built

no one knows how many sleep in the hills’ bowels

 

~Yannis Ritsos-Poems

Translation by Manolis Aligizakis