Posts Tagged ‘Harbor’

ritsos front cover

THE SIN

They left, they left – he said. They stayed – he said in a while. They stayed.
They exist.
Gullible days, wasted. And there were a few trees.
The roofs leaned their shoulders more impressively. George,
on top of the ladder, was fixing the plaster festoon
of the neoclassical house. Further down in the harbor
the longshoremen were creating a havoc. They carried
large wooden boxes tied with ropes. Two dogs
walked edge to edge in the street. Those days
we enclosed in parentheses the most important things. Him
with the black patch over his right eye, gaping at the shabby
display-windows, he collected (perhaps also on our behalf) a few objects,
match boxes, words, images and some other nameless and
invisible things –
always clumsy, with his muddy shoes and completely innocent.
The absolute – he said – is our grievest sin. And as the lights
were turned on
on ships, in bars, in patisseries, they underscored exactly that.

Η ΑΜΑΡΤΙΑ

Έφυγαν, έφυγαν,—έλεγε. Έμειναν—έλεγε σέ λίγο. Έμειναν.
Είναι.
Εύπιστες μέρες, χαμένες. Ήταν καί λίγα δέντρα.
Οι στέγες έγερναν ενδοτικότερα τούς ώμους τους. Ο Γιώργης
πάνω στή σκάλα διόρθωνε τή γύψινη γιρλάντα
νεοκλασικού σπιτιού. Πιό κάτω, στό λιμάνι
πρωτοστατούσανε οι φορτοεκφορτωτές. Κουβαλούσαν
μεγάλα ξύλινα κασόνια δεμένα μέ σκοινιά. Δυό σκύλοι
πήγαιναν άκρη άκρη στό δρόμο. Κείνες τίς μέρες
τό κυριώτερο τό κλείναμε σέ παρενθέσεις. Αυτός
μέ τόν επίδεσμο στό δεξί μάτι χάζευε τίς φτωχές βιτρίνες
μάζευε (πιθανόν καί για λογαριασμό μας) κάτι ελάχιστα αντικείμενα,
σπιρτόκουτα, λέξεις, εικόνες καί κάτι άλλα ανώνυμα καί αόρατα—
αδέξιος πάντα, μέ τά λασπωμένα του παπούτσια, κι ολότελα αθώος.
Τό απόλυτο—είπε—είναι η βαθιά μας αμαρτία. Κι όπως ανάβαν τα
φώτα
στά πλοία, στά μπάρ, στά ξενοδοχεία, αυτό ακριβώς υπογραμμίζαν.

“Yannis Ritsos-Selected Poems”, Ekstasis Editions, summer-fall, 2013
Poetry by Yannis Ritsos, Translated by Manolis Aligizakis

Advertisements

!cid_178308138DCA4B20A98C2CCBFAB16FA0@userHP

ΤΑ ΚΑΤΑ ΚΙΡΚΗΝ ΙΙ

Στον παλιό καιρό, στα χρόνια του Τρωικού πολέμου και του Όμηρου που λένε, ένα καράβι ταξιδεύει στις θάλασσες. Οι ναύτες του είναι σκαριά και ράτσες. Γεμιτζήδες, μούτσοι, λοστρόμοι, καμαρώτοι. Ανάμεσά τους βρίσκεται ίσως και κάποιος κοντραμπατζής.
Είναι όλοι τους άνθρωποι αγράμματοι, μεροκαματιάρηδες, αγροίκοι. Το ξεροβόρι και η αρμύρα έχει αργασμένο το πετσί τους. Είναι ξυπόλυτοι, χελωνόδερμοι, σκύλοι καραβίσιοι, θαλασσόλυκοι που λέει ο κόσμος. Η γλώσσα τους είναι φτενή, οι λέξεις το πιότερο χυδαίες. Οι βρισιές περισσεύουνε — Μη βρίζεις σα ναύτης! Που λέει η παροιμία.
Όλο ετούτο το τσούρμο ταξιδεύει στα πέλαγα μήνους, και κάποτε χρόνους. Δε βλέπουνε παρά θάλασσα και ουρανό. Και ζούνε με τους αέρηδες, τις τρικυμίες, τα κίντυνα, τους σκορβούτους, τη ναυτία. Και οι καρχαρίες να χάσκουν στου καραβιού τις πάντες. Ο καθένας στη δουλειά του. Στο κουπί, στο βίτζι, στον αργάτη, στη γέφυρα, στο δοιάκι.
Κάθουνται τα βράδυα, αστρονιμίζουνται, κοιτάνε το Νότιο Ιχθύ, τον α του Κενταύρου, το Σταυρό του Νότου, και σκέφτουνται το σπίτι τους. Να γυρίσουνε στα παιαδιά, στη γυναίκα, στους φίλους. Το λιμάνι, η ταβέρνα. Να πιούνε το κρασάκι τους, να καλοκαρδίσουν, να τραγουδήσουνε, να ξεδώκει ο νους. Να ξαναγίνουνε άνθρωποι, μωρέ.
Πολλά τους λείπουνε. Και η τέρηση κρατά την ψυχή τους φρυγμένη γη. Αλλά πάνω απ’ όλα λείπει η γυναίκα. Αχ, το θηλυκό, η τρυφερή σάρκα, το νόστιμο φιλί, το παίξε με.
Και είναι όλοι τους στο φόρτε της ηλικίας. Δυνατοί, νταβραντισμένοι, ακαταπόνητοι, να πλαντάξουν. Το βράδυ στυλώνουν το βλέμμα σε κάποια γυμνή καρφωμένη στον τοίχο της κουκέτας. Τότε το μάτι τους μαυρίζει. Για μια στιογμή σταματά η ανάσα τους. Ένας υδράργυρος νιώθουν να κυλάει στην πλάτη τους ως κάτου στη ραχοκοκαλιά.
Τι πάει να πει γυναίκα για το ναυτικό, το ξέρει όλος ο κόσμος.
—Ο στόλος! Έρχεται ο στόλος! Θυμηθείτε το σύρμα που έπεφτε σε παλιότερους καιρούς στον Πειραιά, όταν έφτανε ο 6ος Στόλος. Η προκυμαία, τα μαγαζιά, τα ντερσέκια, η Τρούμπα. Όλα τα σήκωνε και τα αρμένιζε ένας άνεμος πυρετός. Σε κορμιά και σε παντελόνια, σε σάρκες και σε τσέπες συναγερμός και πόλεμος.

Τέτοιοι είναι και οι ΄συντροφοι του Οδυσσέα. ΟΙ ασκητάδες της λανγείας. Και ξαφνικά βρίσκουνται σ’ ένα εξωτικό νησί. Ξανοίγουν μπροστά τους μια ωραία γυναίκα. Είναι τόσο έμορφη που μοιάζει μάγισσα. Καθώς τους πλησιάζει, περπατάει και νομίζουνε πως γίνεται σεισμός.
—Παναγιά μου! Θα βουλιάξει το νησί.
Μάγισσα λέμε και σήμερα μια ωραία γυναίκα. Όπως και γόη έναν αρρενωπό άντρα. Γητευτής που μαγεύει τα σουρούλια και τα φίδια. Πόσα τραγούδια δεν σκαρώσανε ο Μάρκος και ο Μπάτης και ο Τσιτσάνης για μάγισσες και βότανα, και λαγγεμένη Ανατολή.
Αυτή λοιπόν είναι η Κίρκη. Μια γυναίκα θύελλα και καταποντισμός. Στέκεται αγνάντια, κουβεντιάζει τους ναλυτες, και η ερωτική πενία αγκριφώνει έγρια τα κορμιά τους. Νιώθουν να τους χτυπάνε απανωτά ουρές από κίτρινους σκορπιούς.
Αλλά και ην Κίρκη είναι μόνη. Βασίλισσα στην ερημιά σαν τη βασίλισσα του Σαβά στα ταξίδια του Σολομώντα. Απολησμονημένη σε μια εξωτική όαση.
Πόση εμορφιά, και πόσα καλέσματα του αίματος τριγύρω της. Κήποι, χουρμαδιές και ανανόδεντρα, λωτοί για λωτοφάγους, ίσκιοι, φυλλωσιές που τις τυφλώνει το κάθετο φως, πουλιά να κελαηδούν κρυμμένα στους φοίνικες. Και οι καθαρές αμμουδιές απλωμένες ανάσκελα. Στη μέση το ωραίο παλάτι, στην άκρη το ατλάζι του πελάγου. Και κάπου κοντά οι σπηλιές της αμμουδιάς. Τόποι για εμπνοή και ποίηση.
Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια
αγάπη υπάρχει μια έκσταση
Και η Κίρκη η σκοτεινή είναι φλεγόμενη σαν του ήλιου τις κηλίδες. Ο Όμηρος κάπου τη φωνάζει και ηλιογέννητη. Είναι δροσάτη και θαλερή. Και πάνου απ’ όλα διψασμένη για άντρα.
Καθώς καίει το τζάκι κέδρα και λιβανωτούς — καθώς ανάβουν τα δαδιά και οι λαμπάδες στους λυχνοστάτες, καθλώς κορώνει ψηλά ο πολυέλαιος, εκείνος ο τολμηρός του Καβάφη που
μες τη φλόγα του την καθεμιά πυρώνει μια λάγνη πάθησις, μια
λάγνη ορμή
καθώς στρώνεται το πλούσιο τραπέζι με κυνήγια, με καθαρά ψάρια, με δυνατά κρασιά, καθώς αρχίζουν τα λιανοτράγουδα…
Οι σύντροφοι ένας-ένας, γνωρίζουν τους κόλπους της Κίρκης.
Και η δαιμονική γυναίκα είναι αχόρταγη. Ορμάει και μπαίνει στο βαθύ της στοιχείο σαν την πανσέληνο.
Ποιος αρχαίος συγγραφέας αναφέρει για την Κλεοπάτρα Σελήνη, τη γνωστή μας, ότι σε μια νύχτα έκανε στοματικό έρωτα με δεκάδες ρωμαίους ιππείς. Και ο λατίνος ιστορικός μιλά για την ακαταπόνητη Μεσσαλίνα, τη γυναίκα του Κλαύδιου, ότι σε διαγωνισμό δύναμης, ταχύτητας και αντοχής κατατρόπωσε τις πιο διαβόητες εταίρες της Ρώμης. Η Κίρκη γίνεται στέρνα ακένωτη χυμών και βροντείο ήχων.
Έρχεται, λοιπόν, η ερωτική παννυχίδα χωρίς όρια και μέτρα. Βόγγος άγριος του πελάγου, τρικυμία τρικούβερτη στους κήπους, αστραπές και τρέμουλο στα παράθυρα, στις κάμαρες, στα φωτανάμματα. Είναι αγριολατισμένο το τραγούδι του Καϊκια και του Σκλιρωνα, του Εύρου και του Λίβα. Θα υπάρχει στη θέση του αύριο το νησί; Ή θα το `χουν καταπιεί οι ροές του ωκεανού και η συνταραχή των άστρων;
Και τη μία νύχτα ακολούθησε άλλη. Και τη μία μέρα ακολούθησε άλλη, και άλλη. Και επέρασε καιρός πολύς σε ώρα λίγη. Και ο Οδυσσέας περιμένεις το καράβι με την παλάμη κεραμίδι στο μέτωπο.

Δεν ημπορούμε παρά να λογαριάσουμε την ψυχολογική μετάλλαξη που συντελέστηκε στα συνήθια των συντρόφων. Των άξεστων συντρόφων που βρεθήκανε καταμεσίς στη δίνη του αρσενικού ζώου. Πού ήσανε χθες, και πού βρίσκουνται τώρα; Όλο τον καιρό επαλεύανε με την κόλαση. Η βάρδια, το κουπί, η αϋπνία, η πείνα, ο κίνδυνος, η ναυτία, η ανία, το ως πότε;
Και ξαφνικά η μέρα εγύρισε φύλλο, και η σκυλίσια αίσθηση έγινε όνειρο. Παράδεισος, χορτασμός, μαγελια, όργος και τελεσμός. Ένα παραμύθι ανύποπτης φαντασίας εκατέβηκε, και ετύλιξε με μουσική βαθύηχη και όραση θολή ολάκερη την ύπαρξη των συντρόφων.
Μα το να ζήσεις έτσι είναι διάταξη και σύνταξη θαυμάτων. Και να πεθάνεις έτσι είναι μεταλλείο μετεώρων που, μέσα από τα ερείπια και την τέφρα των άστρων, χύνουνται καταχυτά στους καταρράχτες των γαλαξιών.
Ο πιο ωραίος θάνατος, λέει κάπου ο Γκαίτε, είναι να στροβιλιζεσαι σ’ ένα τρελό χορό με τη γυναίκα που αγαπάς, και να πέσεις απότομα ξερός.
Οι σύντροφοι σιγά σιγά βουλιάζουν σ’ ένα ηδονικό αποκάρωμα. Ένας γελούμενος πυρετός, μια άισθηση παντοδυναμίας μέσα στην τέλεια άφεση τους κυριεύει ως τις ίνες και τα κύτταρα. Σιγά σιγά τα ξεχνούν όλα.
Πάει και κυβερνήτης και καράβι. Πάει η θάλασσα, το ταξίδι, η αποστολή, ο νόστος και η Ιθάκη. Αυτά τώρα πια είναι για τους πεζούς και τους φρόνιμους. Ετούτοι το κρασί τους το πίνουνε άκρατο. Δε γίνεται να το νερώσουν. Ακριβώς σύμφωνα με την αίσθηση εκείνου του τρομαχτικού λυρικού, που πέθανε στα είκοσι εννέα του χρόνια:
Της πον ορίζει Ποστούμιας ο νόμος τό `πε: Όπου αρέσει σας
δώθε πάρτε δρόμο νερά εσείς, τον κρασιού χαμός, τραβάτε
στους σεμνούς. Εδώ μένει αγνός ο Βάκχος.
Εάν χρωματίσουμε με λίγο ηθικό λουλάκι ετούτη τη σύρριζη αλλαγή στη συμπεριφορά των συντρόφων, βλέπουμε τους εαυτούς μας αναγκασμένους να μιλήσουν για ανθρώπους που γινήκανε ζώα. Τα ξεχάσανε όλα. Και στο θόλο της ζωής τους ένας είναι ο ήλιος. Η Κίρκη με τα θέλγητρα και με τα παιχνίδια της. Ο πόλεμος του θέρου και του τρύγου.
Τη μεταμόρφωση ο Όμηρος την περιγράφςει με μιαν απλότητα που κλονίζει. Η Κίρκη άγγιξε τους συντρόφους με τη μαγική βεργούλα. Να `τανε άραγε αυτό η αχνογελούσα κλειτωρίδα της; Κι εκείνοι γενήκανε γουρούνια.

In ancient times, the times of Homer and the Trojan war, there is a ship that sails the seas. Its sailors are hardened men, different races and from all walks of life. Each has a job on the ship and perhaps some are even dealing with contraband.
All of them are from a rough stock; uneducated people, working hard for their daily bread. The dry sea-winds and the salt have hardened their skin over the years. Their feet are bare, their skins cracked, sea-dogs one and all. They don’t talk much and when they do, their language is base and obscene. Swearing abounds, “Swears like a sailor”, as the saying goes.
This uncouth crowd spends months on sea, sometimes years. All this time, they encounter nothing but sea and sky. And they live with the winds, the heavy seas, the dangers, the scurvy, the sea-sickness. And all the while their ship is
trailed by sharks. Yet everyone remains at their posts; at the oar, the bridge, the mast, the helm, the hull.
At nights, they gather round and find their bearing by the stars. They look at the constellations and think of their homes. They long to return to their children and wives and friends. Their home port and familiar drinking places. They long to have a drink, to be merry and sing, to put their minds at ease. To be men among men again.
They are destitute. And the constant deprivations have turned their souls into a barren land. But above all, they miss a woman’s touch. Ah, the female, the softness of the skin, the tasty kisses, the ancient play.
And they are all in their prime. Strong, well-built, restless in their discomfort. In the evenings, perhaps their eyes wander towards a picture of some naked woman, pinned against the wall of their bunk. And then a darkness creeps over them. For a moment they cannot breathe. They feel as if mercury is trickling down their backbone, all the way down, to the base of their spine. These hermits of lustfulness.
What the female form means to every sailor, is known all over the world. The commotion that accompanies the arrival of a fleet at port is also well known. It is as if the whole port town has been swept up by a feverish wind. And it has been
so since ancient times.
Such kind of men are the companions of Ulysses. Ascetic and lustful. They have spent years at sea and now they suddenly find themselves on an exotic island. Before long, they encounter a beautiful woman. Bewitchingly beautiful, a temptress. As she approaches them, they feel the earth tremble under their feet.
– “Steady on lads! The island is shaking…”
Even at this day and age, we still describe a beautiful woman as bewitching. Similarly, we may call a handsome man charming. A charmer, seducing a nimble snake with his melodies. One soon loses count of how many songs have been written about such lustful bewitchings, magic love potions and the lure of the near East.
So this then is Circe. A stormy woman and wild like the sea. She stands opposite the sailors and talks to them, and the bodies of these beggars of love are tense and electrified. They feel as if they are being stung by a thousand yellow scorpion tails.
Yet Circe is also lonely. A queen of her deserted island like the queen of Sheba in wise Solomon’s travels. All but forgotten in an exotic oasis.
So much beauty and the strong intimate call of warm blood surround her. Lush gardens, palm and pineapple trees, lotus flowers for the lotus eaters, cool shades and clusters of leaves blinded by the incident light, unseen birds chirping away, hidden in the foliage. And the clean sandy beaches unfurling toward the sea. Right in the middle of the island, stands her fine palace; at the edge, the blue satin of the ocean. And somewhere close-by are the seashore caverns, and the wavy murals of the sea. Places of inspiration and poetry.
In the sea caves
there’s a thirst there’s a love
there’s an ecstasy16
And Circe the dark is aflame like a burning sunspot. At some point Homer refers to her as “sun-born”. She is refreshing and youthful. And above all else, she thirsts for a man. Like a fireplace burns cedar wood and dried weeds; like a torch ignites and flame flickers to life in lanterns; like a chandelier burns bright;
and in each of its flames a sensual fever,
a lascivious urge, grows with the heat17
A rich table is set with fresh game, plenty of fish and strong wine; and then singing…
The companions get to know Circe intimately, one by one. And the demonic female is insatiable. She lunges and plunges into her innermost element like the full moon reaching its fullness.
Which ancient writer is it that mentions that Cleopatra Selene, the one we know, had oral sex with dozens of Roman legionnaires on the same night? And the Latin historian
talks about the tireless Messalina, wife of Claudius, which bested the most famous courtesans of Rome in a competition of strength, speed and resilience. Circe becomes a bountiful cistern of lustful juices and sounds of pleasure.
Night descends and everything transforms into an endless love-play, knowing no bounds or limits. The ocean heaves and groans wildly; in the gardens a storm rages furiously; lightning-bolts set the windows trembling and in the warm chambers the flames burn brightly. The whizzing song of the hot north-easterly wind sweeps the coast. Will the island be the same on the morrow? Or will it have been swallowed up by the flow of the ocean and the syzygy of the constellations?
And this one night was followed by another. And each new dawn was succeeded by another, and yet another. A very long time passed when it had only seemed so short.
All the while Ulysses was waiting on the ship, with his calloused hand shielding his eyes from the burning sun, straining his eyesight.

We cannot but take note of the psychological transformation that occurred in the customary habits of the companions. These uncouth companions, who found themselves trapped in the vortex of the masculine animal. Where were they yesterday and where are they to be found today? All this time they were struggling with hell. The night-shift, the heavy oars, insomnia, hunger, the constant danger, nausea, the monotony, until when?
But the day turned and this dreary sensation gave way to a pleasant dream of paradise, satiation, magic and utter satisfaction. A tale of unsuspecting fantasy descended and, with reverberating music and a blurred enticing vista, enveloped
the companions’ entire existence.
To live this way is an assembly of composite miracles. And to die this way is a heavenly meteor shower which, emerging from inside the remnants and cold dusty halos of stars, spills over and towards galactic waterfalls.
Goethe wrote18 that the most delightful death is to whirl your life away in a feverish dance with the woman you love, and then collapse suddenly.
The companions are gradually sinking ever deeper into a sensual stupor. A joyous fever, a mighty sensation of letting go overwhelms and conquers the vital forces of their cells and fibres. Gradually, they forget everything.
Gone is the captain and his mighty ship; gone is the sea, the voyage, the mission, the longing for distant Ithaca. Such thoughts are now only for sensible, prosaic minds. They are no longer entertained by these companions, who now enjoy sublime red wines under a glorious sun. They will not deign to add water to their cups. All in good accord with the sensibilities of that uncanny lyrical poet who died at twenty-nine years of age:

Minister vetuli puer Falerni
inger mi calices amariores,
ut lex Postumiae iubet magistrae
ebrioso acino ebriosioris.
at vos quo lubet hinc abite, lymphae,
vini pernicies, et ad severos
migrate. hic merus est Thyonianus19.

If we may spare a little moral indigo from our palette of colours and attempt to draw a picture of this thorough change in the behaviour of the companions, we will find
ourselves forced to tell of men who became beasts. They forgot everything. The canopy of their lives has room for but one sun. Circe, with her attractions and fascinating games. The endless struggle between the sowing and the harvest.
This transformation is described by Homer in a shockingly simple manner. Circe touched the companions with a magic wand. Could that perhaps have been her laughter-loving clitoris? And they all turned into swine.

 

~Translation from the Greek to English by prof. Yannis Tsapras

~Μετάφραση από ελληνικά στα αγγλικά του καθηγητή Γιάννη Τσάπρα.

 

Image

Παραδοχή

Νικημένος απ’ τό γαλάζιο

μέ τό κεφάλι ακουμπισμένο στά γόνατα τής σιωπής

πεθαμένος από ζωή

πεθαμένος από νιότη

βουλιαγμένος κάτου απ’ τή φωτιά του

καί τό φύκι σαλεύοντας στή μασκάλη του—

Τό κύμα τής μέρας δέν έβρισκε αντίσταση

μήτε σ’ ένα χαλίκι τής σκέψης του.

Είταν έτοιμος πιά γιά τόν έρωτα

καίγιάτόθάνατο.

Acceptance

Defeated by the light-blue

with his head leaning on the knees of silence

dead tired of life

dead tired of youth

sunken inside his fire

and the seaweed stirring in his armpit –

The wave of day didn’t find resistance

not even on a pebble of his thought.

Finally, he was ready for love

and for death.

Φεγγάρι

Φεγγάρι, φεγγάρι. Τό φεγγάρι

κίτρινο τζάμι στρογγυλό στή μέση ανοιξιάτικης νύχτας. Πίσω του

συγκεντρωμένα πρόσωπα τής νύχτας, σκιές,

σέ βλέπουν—δέν τά βλέπεις. Σέ ορίζουν.

Εδώ όλα τ’ άγνωστα: άγνωστα, κατευνασμένα

στή σιωπηλή παραδοχή πώς δέν θά γνωριστούν

ήσυχα, αμίλητα κι ωχρά σάν γνωρισμένα κι αφημένα.

 

 

Moon

Moon, moon. The moon

yellow round glass in the middle of a spring night. Behind it

faces of the night, shadows gather

and see you – you don’t see them. They own you.

Here are all the unknowns: unknown, pacified

in the silent admission that they shall not be known

calm, silent and pale as if known and abandoned.

Παιδικό

Στό λιμανάκι η θάλασσα αντιγράφει

τά φύλλα καί τά σύγνεφα καί τά πουλιά

ωραία, προσεχτικά και καλλιγραφημένα—

ο αγέρας πού καί πού μέ κάτι γαλανές χοντρές γραμμές

υπογραμμίζει βιαστικά τά λάθη της.

Μά αυτός πού γράφει ολημερίς κοιτάζοντας τή θάλασσα

δέν κάνει ούτε ένα λάθος,—πικραμένη μου γαλήνη,—

κι όλο προσμένει τήν αγάπη αμίλητος

νά υπογραμμίζει τήν καρδιά μου—μόνο λάθος.

Childish

In the little harbor the sea copies

leaves, clouds, birds

beautifully, carefully and calligraphically –

from time to time the wind hastily underlines the sea’s

mistakes with some thick light-blue lines.

But the one who writes all day long staring at the sea

makes no mistakes – my embittered serenity –

and speechless he always yearns for love

to underline my heart – the only mistake.

~ΓιάννηςΡίτσος-ΕκλεγμέναΠοιήματα/Yannis Ritsos-Selected Poems

~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translation by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

Moonlight Sonata

Let me come with you What a moon tonight!
The moon is good – it doesn’t show my
gray hair The moon will turn my hair golden again
You won’t see the difference
Let me come with you

When the moon is up the shadows in the house grow longer
invisible arms pull the curtains
an invisible finger writes forgotten words in the dust
on the piano – I don’t want to hear them Keep silent

Let me come with you
down the road to the brick factory’s wall fence
to the point where the road turns and the city
appears airy though made of cement whitewashed by moonlight
so indifferent and fleshless
so positive like beyond flesh
that after all you can believe you exist and don’t exist
that you have never existed that time and its ravaging never existed
Let me come with you

We shall sit on the ledge of the knoll for a while
and as the spring breeze blows on us
we may imagine we shall fly because
many times even now I hear my dress rustling
like the sound of two powerful wings flapping
and when you enclose yourself in this sound of flying
you feel firmness in your neck your ribs your flesh
and thus firmly put within the muscles of the blue wind
within the vigorous nerves of the height
it doesn’t matter whether you leave or return
and it doesn’t matter that your hair has turned gray
(this is not my sorrow – my sorrow
is that my heart hasn’t turned white)
Let me come with you

I know that everyone marches to love alone
alone to glory and to death
I know it I tried it It’s of no use
Let me come with you.

απόσπασμα

Αφησε με νάρθω μαζι σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλο το φεγγάρι,–δε θα φαίνεται
που ασπρίσαν τα μαλλια μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσα τα μαλλια μου. Δε θα καταλάβεις.
Αφησε με νάρθω μαζι σου

Οταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μές το σπίτι
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες
ένα δάχτυλο αχνο γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια—δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα.

Αφησε με νάρθω μαζι σου
λίγο πιο κάτου ώς τη μάντρα του τουβλάδικου
ως εκει που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο
τόσο αδιάφορη κι άυλη
τόσο θετικη σαν μεταφυσικη
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτε δεν υπήρξες δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορα του
Αφησε με νάρθω μαζι σου

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι πάνω στο ύψωμα
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορει να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε
γιατι πολλές φορές και τώρα ακόμη ακούω το θόρυβο του φουστανιου μου
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστο το λαιμο σου τα πλευρα σου τη σάρκα σου
κ’ έτσι σφιγμένος μες τους μυώνες του γαλάζιου αγέρα
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους
δεν έχει σημασία αν φεύγεις η αν γυρίζεις
κι ούτε έχει σημασία που ασπρίσαν τα μαλλια μου
(δεν είναι τούτο η λύπη μου—η λύπη μου
είναι που δεν ασπρίζει η καρδια μου)
Αφησε με νάρθω μαζι σου

Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα
μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελει.
Αφησε με νάρθω μαζι σου.

~Yannis Ritsos-Selected Poems, translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca