Posts Tagged ‘hair’

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΛΑΘΗ

Ο άντρας καθόταν στον καναπέ, μιλούσε,
άκουγε τη φωνή του, διόρθωνε τον τόνο της. Η γυναίκα
διόρθωνε τα μαλλιά της μπροστά στον καθρέφτη.

Τα μαλλιά της γυναίκας είταν βαμμένα.
Η φωνή του άντρα είταν βαμμένη. Το `ξέραν.

Σβήσαν το φώς. Γονάτισαν αντικρυστά και κλάψαν.
Ύστερα κάναν έρωτα στο πάτωμα. Κ’ έξω, η γριά
χτυπούσε τη μπετούγια της σιδερένια πόρτας.

MISTAKES

The man was sitting on the couch; he was speaking;
he was listening to his voice; he corrected its tone. The woman,
before the mirror, was fixing up her hair.

Her hair was dyed.
The man’s voice was dyed. They knew it.

They turned off the lights. They kneeled opposite each other and cried.
Then, they made love on the floor. And outside, the old woman
knocked the latch of the metal door.

 

~Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca

Τό Αθάνατο Ταξίδι

Η νύχτα αυτή δέ θέλει νά τελειώσει. Μυρωδιές από κλειστά εστιατόρια,

από μασκάλες, από φώτα σβησμένα σέ σκάλες λαϊκών ξενοδοχείων,

από ανθισμένα δέντρα κι αποτσίγαρα πεταμένα στούς δρόμους. Μεγάλα

λεωφορεία σταθμευμένα. Μέσα τους κρατούν ακόμη πυκνωμένη

τή σωπασμένη βοή τής μέρας, τίς στιγμιαίες επαφές τών σωμάτων. Μπρός

στά τζάμια τους,

τά θαμπωμένα απ’ τό χνώτο τής νύχτας, σταματούν γιά λίγο τ’ άγρια

αγόρια,

διορθώνουν μιά τούφα τών μαλλιών τους, φεύγουν. Μές στούς τηλεφω-

νικούς θαλάμους

κάποιοι τηλεφωνούν από σκοτάδι σέ σκοτάδι. Δέν ακούγεται τίποτα—

ίσως νάναι

οι νέοι νεκροί πού αρνούνται νά πεθάνουν τόσο νέοι, ίσως διεκδικούν τό

μερτικό τους

στούς έρωτες καί στά φώτα τών δρόμων—έναστροι δρόμοι

από βαθείσπνοα τσογάρα εραστών σέ ανυπόμονη θήρα. Όχι, όχι,

δέ θά μάς κλέψει απόψε πάλι ο ύπνος κι άλλο απ’ τή ζωή μας. Καληνύχτα

ξένο κρεβάτι

τ’ άσπρα σεντόνια άς τά φορέσουν τά όνειρα, κι άς περιμένει ο γερο ξενο-

δόχος

μέ τό κεφάλι ακουμπισμένο στό χοντρό βιβλίο τών πελατών. Άϊ, Φοντάνα

ντί Τρέβι,

εμείς εδώ, μέ τά νερά καί μέ τά αγάλματα. Θά πέσω μέ τά ρούχα στήν

κρήνη

ν’ αγγίξω αυτό τό εξαίσιο μαρμαρένιο πόδι. Κι ύστερα,

βρεγμένος, μούσκεμα, νά στέκω καί νά τρέμω σύγκρομος μέ τό ρίγος τών

άστρων

ρίχνοντας στά νερά όλα μου τά νομίσματα, νά μείνω απένταρος καί νά μήν

έχω

μήτε τόν απαραίτητο οβολό γιά τόν Σκιώδη Λεμβούχο, κι έτσι νά μ’ αφή-

σει στόν Απάνω Κόσμο

νά ταξιδεύω ατέλειωτα απ’ τήν Αθήνα στή Ρώμη, απ’ τή Ρώμη στήν

Αθήνα.

~ Γιάννης Ρίτσος–Ρώμη, 17-11-78

The Everlasting Trip

This night doesn’t want to end Smells from closed restaurants

from underarms from turned off lights on staircases of cheap hotels

from bloomed trees and cigarette butts thrown in the streets Big

buses parked still maintaining inside them a thickened

yet silenced hum of day momentary touch of bodies In front

of their windshields

steamed up by the breath of night the wild boys stop for

a while

re-arrange their hair locks they leave In the telephone booths

some make phone calls from darkness to darkness nothing is

heard –

perhaps they are the new dead refusing to die at such a young age

perhaps they claim

their share of love and that of the street lights – starlit

streets

from the deep cigarette inhaling of lovers in an anxious hunt, No no

sleep won’t deprive us again a bit more of our lives Goodnight

strange bed

let the dreams wear the white sheets and let the old hotel manager

wait

with his head leaning on the thick guest book Ai Fontana

di Trevi

here we are with the waters and the statues I’ll jump dressed up

into the fountain

to touch this exquisite marble leg And then

wet soaking wet I’ll stand shivering by the thrill

of stars

tossing all my coins in the water so that I’ll remain penniless

not having

even a small contribution for the Shadowy Ferryman so that

he may leave me in the World Above

to travel endlessly from Athens to Rome and from Rome

to Athens

 

                                                                        ~Υiannis Ristos–Rome, 17-9-78