Posts Tagged ‘graceful’

nostos and algos cover

ΑΔΙΑΙΡΕΤΟ

Στάθηκε ανάμεσα στους τάφους
με τ’ αγαλματίδια να παριστάνουν
νεκρούς συντρόφους
και το αεράτο του χαμόγελο αντανακλούσε
δόξα παλιάς εποχής.
Ξάφνου βύθισε τα μάτια του στα δικα μου,
ένας στεναγμός απαλός
σαν του μικρού αγάλματος ακούστηκε
ν’ αφήνει τα χείλη του, σαν να `λεγε—
μοναχά αυτό το αέρινο χαμόγελο θα παραμείνει
να το θυμάσαι την ώρα της δικαιοσύνης.

Αυτό μόνο το χαμόγελο θα παραμείνει
τ’ άλλα όλα μαραίνονται και σβύνουν
σαν τ’ άρωμα γιακίνθου στον αγέρα,
σαν την αγάπη σου για τη γυναίκα,
όλα χάνονται σαν μέσα από σίτα
άμμος στα δάχτυλα σου.

Μα τούτη η στιγμή για πάντα θα κρατήσει
γιατι το τώρα δεν μπορέσανε ποτέ
να το διαιρέσουν σαν τ’ άλλα,
που γι’ αυτά έχουνε βρει
σταθμά και τεμαχίδια και συστατικά

UNDIVIDED

He stood amid the gravestones
and the statuette resembling
our dead comrades
with his airy smile still reflecting
bygone glorious days.
Suddenly his eyes dived deep in mine
he let a sigh go as silently as
the statuette’s saying: only
this graceful smile will stay forever
remember this at the hour of reckoning.

Only this graceful smile remains
all the rest perish, they vanish
like the hyacinth’s fragrance
in the wind’s teeth
like your love for a woman
all disappear like the sand through a sieve
or the fingers of your hand.

Yet this moment will last forever
because only the now can’t be divided
for everything else they have found
pieces, fractions, and elements.

~Nostos and Algos, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2012

Advertisements

Ritsos_front large

Τώρα τά διπλώνω στά τέσσερα, στά οχτώ, στά δεκάξη

ν’ απασχολώ τά δάχτυλά μου. Καί τώρα θυμήθημα

πώς έτσι μετρούσα τή μουσική σάν πήγαινα στό Ωδείο

μέ μπλέ ποδιά κι άσπρο γιακά, μέ δυό ξανθές πλεξούδες

— 8, 16, 32, 64, —

κρατημένη απ’ τό χέρι μιάς μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φώς

καί ρόζ λουλούδια,

(συχώρεσέ μου αυτά τά λόγια — κακή συνήθεια ) — 32, 64, — κ’ οι

δικοί μου στήριζαν

μεγάλες ελπίδες στό μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σούλεγα γιά

τήν πολυθρόνα —

ξεκοιλιασμένη — φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τά άχερα —

έλεγα νά τήν πάω δίπλα στό επιπλοποιείο,

μά πού καιρός καί λεφτά καί διάθεση — τί νά πρωτοδιορθώσεις; —

έλεγα νά ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, — φοβήθηκα

τ’ άσπρο σεντόνι σέ τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθησαν

άνθρωποι πού ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κ’ εσύ κι όπως

κ’ εγώ άλλωστε,

καί τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ τό χώμα δίχως νά ενοχλούνται απ’ τήν

βροχή ή τό φεγγάρι.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

Θα σταθούμε λιγάκι στήν κορφή τής μαρμάρινης σκάλας τού Άη – Νι

κόλα,

ύστερα εσύ θά κατηφορίσεις κ’ εγώ θά γυρίσω πίσω

έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τή ζέστα απ’ τό τυχαίο άγγιγμα τού

σακκακιoύ σου

κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα

κι αυτή τήν πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι πούναι σάν μια μεγάλη συνο-

δεία ασημένιων κύκνων —

καί δέ φοβάμαι αυτή τήν έκφραση, γιατί εγώ

πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε μέ τό Θεό πού μού

εμφανίστηκε

ντυμένος τήν αχλύ καί τή δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,

καί πολλούς νέους, πιό ωραίους κι από σένα ακόμη, τού εθυσίασα,

έτσι λευκή κι απρόσιτη ν’ ατμίζομαι μές στή λευκή μου φλόγα, στή λευ-

κότητα τού σεληνόφωτος,

πυρπολημένα απ’ τ’ αδηφάγα μάτια των αντρών κι απ’ τή δισταχτικήν

έκσταση των εφήβων,

πολιορκημένα από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,

άλκιμα μέλη γυμνασμένα στό κολύμπι, στό κουπί, στό στίβο, στό ποδό-

σφαιρο ( πού έκανα πώς δέν τάβλεπα )

μέτωπα, χείλη καί λαιμοί, δάχτυλα καί μάτια,

στέρνα καί μπράτσα καί μηροί ( κι αλήθεια δέν τάβλεπα )

—ξέρεις, καμμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς, ό,τι θαυμάζεις, σού φτάνει

ο θαυμασμός σου, —

θέ μου, τί μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν σέ μιάν αποθέωση αρνημέ-

ων άστρων

γιατί, έτσι πολιοκρημένη απ’ έξω κι από μέσα,

άλλος δρόμος δέ μούμενε παρά μονάχα πρός τά πάνω ή πρός τά κάτω.

—    Όχι, δέ φτάνει.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

Now I fold them in four in eight in sixteen

to keep my fingers busy And now I remember

that’s how I kept the beat in music long ago at

Music School with a blue uniform and white collar with

two blond braids – eight sixteen thirty-two sixty-four

held by the hand of a small peach tree a friend of mine

full of light and rosy flowers

(forgive me for these words – bad habit) – 32 – 64 – and

my family had

so many hopes for my music talent So I was saying to you

about the armchair –

disemboweled – the rusted springs are visible the straw –

I thought of taking it to the furniture shop next door

but who has the time the money and desire – what can you

fix first? – I thought of throwing a sheet on it – but I was afraid

of the white sheet in this moonlight Here sat

people who dreamed great dreams like you and like me

and now they rest under the earth without being disturbed by

rain or moon

Let me come with you

We shall stop for a while at the top of the marble stairs

of Saint Nicolas

then you will go down the road and I’ll return

having on my left side the warmth from touching your coat

by chance

and even some square lights from the small neighborhood

windows

and this snow white vapor from the moon that resembles a big

procession of silver swans –

and I don’t fear this expression because during

many spring nights I talked to God who appeared to me

dressed in the haze and glory of moonlight such as this

and I sacrificed to Him many young men even more handsome

than you

thus white and unreachable I became vapor in my white flame

in the whiteness of moonlight

conflagrated by the insatiable eyes of men and by the hesitant

ecstasy of ephebes

besieged by graceful sunburned bodies

vigorous limbs trained in swimming in oaring in gymnastics

and football (though I pretended I didn’t notice)

foreheads lips and necks knees fingers and eyes

chests and arms and thighs (and truly I didn’t notice them)

– you know sometimes in admiring you forget what you

admire your admiration is enough –

my god what eyes filled with stars and I rose in an apotheosis

of denied stars

because besieged as I was from outside and from within

I had no other path but only upward or downward

– no it’s not enough

Let me come with you.

Ritsos_front large

Άφησέ με νάρθω μαζί σου. Τί φεγγάρι απόψε!

Είναι καλό τό φεγγάρι – δε θα φαίνεται

πού ασπρίσαν τά μαλλιά μου. Τό φεγγάρι

θά κάνει πάλι χρυσά τά μαλλιά μου. Δέ θά καταλάβεις.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

 

Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μές τό σπίτι,

αόρατα χέρια τραβούν τίς κουρτίνες,

ένα δάχτυλο αχνό γράφει στή σκόνη τού πιάνου

λησμονημένα λόγια—δέ θέλω νά τ’ ακούσω. Σώπα.

 

Άφησέ με νάρθω μαζί σου

λίγο πιό κάτου, ώς τή μάντρα τού τουβλάδικου,

ως εκεί πού στρίβει ο δρόμος καί φαίνεται

η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη μέ φαγγαρόφωτο,

τόσο αδιάφορη κι άϋλη

τόσο θετική σάν ματεφυσική

πού μπορείς επιτέλους νά πιστέψεις πώς υπάρχεις καί δέν υπάρχεις

πώς ποτέ δέν υπήρξες, δέν υπήρξε ο χρόνος κ’ η φθορά του.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

 

Θα καθήσουμε λίγο στό πεζούλι, πάνω στό ύψωμα,

κι όπως θά μάς φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας

μπορεί νά φανταστούμε κιόλας πώς θά πετάξουμε,

γιατί, πολλές φορές, καί τώρα ακόμη, ακούω τό θόρυβο τού φουστανιού μου

σάν τό θόρυβο δυό δυνατών φτερών πού ανοιγοκλείνουν,

κι όταν κλείνεσαι μέσα σ’ αυτόν τόν ήχο τού πετάγματος

νιώθεις κρουστό τό λαιμό σου, τά πλευρά σου, τή σάρκα σου,

κ’ έτσι σφιγμένος μές στούς μυώνες τού γαλάζιου αγέρα,

μέσα τσά ρωμαλέα νεύρα τού ύψους,

δέν έχει σημασία άν φεύγεις ή άν γυρίζεις

κι ούτε έχει σημασία πού ασπρίσαν τα μαλλιά μου,

(δέν είναι τούτο η λύπη μου—η λύπη μου

είναι πού δέν ασπρίζει η καρδιά μου).

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

 

Τό ξέρω πώς καθένας μονάχος πορεύεται στόν έρωτα,

μονάχος στή δόξα καί στό θάνατο.

Τό ξέρω. Τό δοκίμασα. Δέν ωφελεί.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

 

MOONLIGHT SONATA

Let me come with you. What a moon tonight!

The moon is good – it doesn’t show my

gray hair. The moon will turn my hair golden again

You won’t see the difference

Let me come with you

 

When the moon is up the shadows in the house grow longer

invisible arms pull the curtains

an invisible finger writes forgotten words in the dust

on the piano – I don’t want to hear them. Keep silent

 

Let me come with you

down the road to the brick factory’s wall fence

to the point where the road turns and the city

appears airy though made of cement whitewashed by moonlight

so indifferent and fleshless

so positive like beyond flesh

that after all you can believe you exist and don’t exist

that you have never existed that time and its ravaging

never existed.

Let me come with you

 

We shall sit on the ledge of the knoll for a while

and as the spring breeze blows on us

we may imagine we shall fly because

many times even now I hear my dress rustling

like the sound of two powerful wings flapping

and when you enclose yourself in this sound of flying

you feel firmness in your neck your ribs your flesh

and thus firmly put within the muscles of the blue wind

within the vigorous nerves of the height

it doesn’t matter whether you leave or return

and it doesn’t matter that your hair has turned gray

(this is not my sorrow – my sorrow

is that my heart hasn’t turned white)

Let me come with you

 

I know that everyone marches to love alone,

alone to glory and to death

I know it. I tried it. It’s of no use

Let me come with you.

 

Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Translated by Manolis Aligizakis