Posts Tagged ‘futile’

35774-tl

 

ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ

      Καθώς προχωρούσα στό διάδρομο, είδα μέ τρόμο, ότι η ρωγμή

στόν τοίχο είχε μεγαλώσει καί δέν τήν σκέπαζε πιά η πανοπλία πού

βάζαμε μπροστά, ετοίμασα λοιπόν, τά πράγματά μου, μά έπρεπε

πρώτα ν’ αποχαιρετίσω εκείνο τό γέρο, ερχόταν τίς νύχτες κρυφά

καί μάς διηγόταν τήν ατέλειωτη γλύκα αυτού τού μάταιου κόσμου,

      ώσπου, σιγά σιγά, ύστερα από τόση εγκατάλειψη σχεδόν πιά δέ

φαινόμουν, καί μόνο τά παλιά πορτρέτα μέ γνώριζαν, γιατί ήταν κι

εκείνα αθέλητα μέσα στόν κόμσο, όμως, τά βράδια, αυτό τό άγγιγ-

μα βέβαια φανταστικό, αλλά στό τέλος πάντα νικούσε, κι έστρεφα

τά μάτια μόλο πού δέν ήταν κανείς, «είστε εδώ;» ρώταγα — τί

άλλο μπορούσα νά κάνω.

TOUCH

As I walked in the hallway, in horror I saw that the crack

on the wall was bigger and the armour we placed before it

didn’t cover it anymore so I prepared my things, but first

I had to say goodbye to that old man who secretly came at night

and told us about the endless sweetness of this futile world,

     until, slowly after so much abandonment I was almost

invisible and only the old portraits recognized me because

they were also unwillingly in the world however at night

this touch, imaginary of course though at the end always

victorious and I turned my eyes although no-one was

around “are you here” I would ask—what else could

I do?

Advertisements

cover

Μυστική Πύλη

Φτερούγες σάλευαν κάτω απ’ τά έπιπλα, καί στό βάθος

ο σκοτεινός καθρέφτης έκανε τά παιδιά ν’ αρρωσταίνουν συχνά,

γιατί δέν ήθελαν νά μεγαλώσουν,

η μητέρα έκλαιγε καί μέ παρακαλούσε νά κατέβω, μά εμένα

ήταν η μοίρα μου νά περπατάω στό ταβάνι, μιά μάχη δική μου,

μητέρα, όπου πάντα ο νεκρός ήμουν εγώ.

Γι’ αυτό ήξερα καί τών ουρανών τή μυστική υπόγεια πύλη.

 

Secret Gate

Wings stirred under the furniture and at the end of the hall

the dark mirror made the children often sick, because they

didn’t want to grow up,

mother cried and beg me to come down, but my fate was

to walk on the ceiling, my own battle, mother, where I was

the only dead.

For this I knew the subterranean secret gate of the skies.

Δημιουργία

Καθόταν έξω στά χωράφια καί σχεδίαζε πάνω στό χώμα

πουλιά. Μά τά πουλιά ζητούσαν ουρανό. Τότε σχεδίασε

γύρω τους τήν αιώνεια θλίψη.

Καί τά πουλιά πέταξαν.

Creation

He would sit out in the fields and draw birds

on the soil. But the birds yearned for the sky. Then

all around them he drew the infinite sorrow.

And the birds flew away.

Νύχτα

Μιά πόρτα τή νύχτα πού τή βλέπουν μόνο οι τυφλοί,

τό σκοτάδι κάνει τά ζώα ν’ ακούνε μακρύτερα,

κι εκείνος τρίκλιζε, όχι απ’ τό πιοτό,

μ’ απ’ τήν απελπισμένη κίνηση ν’ ανέβει

στόν πύργο, πού χάσαμε κάποτε.

 

 

Night

There is a door in the night that only the blind see,

darkness makes the animals hear better,

and him, staggered, not from being drunk

but from his futile effort to climb

up to the tower, we once had lost.

Ενοχή

Τί ζητούσαν, λοιπόν, σέ τί είχα φταίξει, εμένα

τό μόνο μου έγκλημα ήταν ότι μπόρεσα νά μεγαλώσω

κυνηγημένος πάντα, πού νά βρείς καιρό, έτσι έμεινα

εύπιστος κι αγκάλιαζα τό κρύο σίδερο τής γέφυρας.

Ενώ απ’ τό βάθος, μακριά, μέ κοίταζε σάν ξένο

η πιό δική μου ζωή.

Guilt

Then, what they searched for, what was I guilty of, I, who’s

only crime was that I grew up; always chased,

where could one find time, for this I stayed gullible and

I always hugged the cold railing of the bridge.

While at the far end, far away, my true life stared at me

as though seeing a stranger.

~Τάσος Λειβαδίτης, ‘Διασπορά’

~Tasos Livaditis, ‘Diaspora’

~Translation Manolis Aligizakis