Posts Tagged ‘foreigner’

cover

 

ΚΑΜΙΑ φορά, ξυπνάω τη νύχτα, ανάβω τη λάμπα και στέκο-

μαι εκεί, απέναντι στον ξένο, το πρωί βέβαια, δεν έμενε τίποτα,

μονάχα ένα ανεπαίσθητο σημάδι, που θα μπορούσε να το πάρει κα-

νείς για μια σταγόνα κερί, ενώ ήταν ίσως το ασυγχώρητο που

κανείς δεν το`βλεπε, μόνο το παλιό λησμονημένο όργανο ακουγό-

ταν στο υπόγειο, και θα `πρεπε να `χω θάψει, Θεέ μου, από καιρό

τα ενθύμια, γιατί και το αναπόφευκτο έτσι ελάχιστα αρχίζει,

καθόμουν, λοιπόν, τις νύχτες στη σκάλα περιμένοντας αυτόν

που θα νικούσε τον σιωπηλό κόσμο, και θα `παιρνε τη μεγάλη βελό-

να του πλεξίματος που κρατούσα, σαν τις γυναίκες, την ώρα που οι

άλλοι κοιμούνται, αφηρημένες πάνω στο εργόχειρο, έχουν ακολου-

θήσει κιόλας εκείνον που αιώνια μας προσπερνά.

 

 

 

SOMETIMES during the night I wake up Ι light the lamp and

stand there opposite the foreigner; at daybreak of course nothing was

left but an imperceptible mark that one could take as a drop of

wax while it was, perhaps the unforgivable which no one could see

only the old forgotten organ was heard in the basement, oh God,

I should have long ago buried all the mementos because even

the inescapable commences as simple as that,

yet at night I would sit by the stairs and wait for the one who

would defeat the silent world and would take the big needle of cross

stitching I held like women who while the others were asleep,

lost in their embroidery, have already followed the one who

forever walks ahead of us.

 

 

 

~Tasos Livaditis-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Advertisements

cover

ΚΑΜΙΑ φορά, ξυπνάω τη νύχτα, ανάβω τη λάμπα και στέκο-
μαι εκεί, απέναντι στον ξένο, το πρωί βέβαια, δεν έμενε τίποτα,
μονάχα ένα ανεπαίσθητο σημάδι, που θα μπορούσε να το πάρει κα-
νείς για μια σταγόνα κερί, ενώ ήταν ίσως το ασυγχώρητο που
κανείς δεν το`βλεπε, μόνο το παλιό λησμονημένο όργανο ακουγό-
ταν στο υπόγειο, και θα `πρεπε να `χω θάψει, Θεέ μου, από καιρό
τα ενθύμια, γιατί και το αναπόφευκτο έτσι ελάχιστα αρχίζει,
καθόμουν, λοιπόν, τις νύχτες στη σκάλα περιμένοντας αυτόν
που θα νικούσε τον σιωπηλό κόσμο, και θα `παιρνε τη μεγάλη βελό-
να του πλεξίματος που κρατούσα, σαν τις γυναίκες, την ώρα που οι
άλλοι κοιμούνται, αφηρημένες πάνω στο εργόχειρο, έχουν ακολου-
θήσει κιόλας εκείνον που αιώνια μας προσπερνά.

SOMETIMES during the night I wake up Ι light the lamp and
stand there opposite the foreigner; at daybreak of course nothing was
left but an imperceptible mark that one could take as a drop of
wax while it was, perhaps the unforgivable which no one could see
only the old forgotten organ was heard in the basement, oh God,
I should have long ago buried all the mementos because even
the inescapable commences as simple as that,
yet at night I would sit by the stairs and wait for the one who
would defeat the silent world and would take the big needle of cross
stitching I held like women who while the others were asleep,
lost in their embroidery, have already followed the one who
forever walks ahead of us.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

35774-tl

ΤΟ ΑΜΑΞΙ

     Ο άγνωστος κουβέντιαζε χαμηλόφωνα μέ τή γυναίκα, βέβαια,

η γυναίκα είχε πεθάνει, κι εκείνος κοίταζε τό πεπρωμένο, πού σάν

μιά άδεια άχρηστη θήκη αφήνουν οι νεκροί πάνω στό κάθισμα,

     τά πουλιά χτυπούσαν στό ταβάνι κι έπεφταν στό βρώμικο νιπτή-

ρα, εδώ τέλειωναν όλες οι ιστορίες, βαλσαμωμένοι γέροι κάθονταν

πίσω απ’ τά τζάμια, κι η στοά σκοτεινή μέ τά υγρά μαγαζιά πού

πουλούσαν μεγάλα στρίποδα γιά φέρετρα καί στέφανα απ’ τίς δόξες

πού είχαμε ονειρευτεί,

     όμως, στό ίδιο σπίτι κατοικούσαν κι εκείνοι οι άλλοι, πού δέν

τούς βλέπουμε, μόνο τίς νύχτες άκουγες νά περπατάνε κρατώντας

τίς σβησμένες λάμπες, καί καμιά φορά περνούσαμε γιά δικές μας

τίς ακατάληπτες χειρονομίες τους,

     κι η μικρή πεθαμένη υπηρέτρια, πού πλαγιάζαμε κάποτε, άπλω-

νε τώρα τό χέρι της μέσα στίς αγρύπνιες μου νά τής δώσω ένα

ζευγάρι κάλτσες πού τής είχα υποσχεθεί.

     Έπειτα ησυχία, κι ο θόρυβος τού αμαξιού πού έφευγε έσβηνε

σιγά σιγά.

 

 

The Carriage

    The foreigner chatted with the woman in a low tone, of course,

the woman was dead and he stared at his destiny, that useless outline

the dead leave on the chair,

    birds struck the ceiling and fell into the dirty sink where all

the stories ended, embalmed old men sat behind the window glass

the stoa was dark, the stores wet where they sold tripods for caskets

and wreaths for glory we had once dreamed off,

     however, in the same house those others lived, who we never see,

only during the nights you’d hear them walk holding the put out lamps

and sometimes we mistook their incomprehensible gestures as ours,

     and the young dead servant girl, with who long ago we slept,

now stretched her arm in my vigils that I’d give her a pair of nylons

I had promised her.

     Then stillness and the sound of the departing carriage faded away

slowly.

Tasos Livaditis-Selected Poems, translated by Manolis Aligizakis

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca